Dark Mode Light Mode

Ζητείται ΕΛ(Λ)ΑΣ ! (;)

Άλλη μία ΔΕΘ έλαβε χώρα…στην χώρα των θαυμάτων· εδώ που οι προεκλογικές δηλώσεις ομοιάζουν περισσότερο με υστερικό επεισόδιο ενός αρχοντοχωριάτη, λούμπεν τύπου που ανέλπιστα πασχίζει αρειμανίως να αποδείξει στην κοινότητα πως είναι ανοιχτοχέρης, παρά με ελπιδοφόρους πολιτικούς σχεδιασμούς μίας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας. Ο πρωταγωνιστής στις προεκλογικές περιόδους, ιδίως σε αυτές που είναι κρίσιμες, είναι πάντοτε το «ζητούμενο». Τουτέστιν, αυτό που αναζητείται κάθε φορά, αυτό στο οποίο εναποθέτει το εκλογικό σώμα τις άλλοτε κορεσμένες, και νυν ανεκπλήρωτες του ελπίδες. Τι ζητάμε φέτος άραγε;

Πριν αναφερθούμε σε αυτό όμως, ας αναλύσουμε τα δεδομένα που έχουμε στο τραπέζι. Οι δηλώσεις του αρχηγού της ΝΔ ήταν απογοητευτικές αλλά και προβλέψιμες για δύο λόγους. Πρώτον, όπως και στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης, ένα κυβερνών κόμμα φέρει πάντοτε την λεγόμενη «φθορά» που συνοδεύει την θητεία του, και δη όταν αυτή είναι  σχεδόν 8-ετής. Συνεπώς, οι προθέσεις των παραγόντων του εν λόγω κόμματος είναι να συντάξουν ένα σχέδιο που υπόσχεται κατεξοχήν ελκυστικές και γοητευτικές οικονομικές πολιτικές, αφού αυτές είναι που μαγνητίζουν περισσότερο το ενδιαφέρον των ψηφοφόρων. Δεύτερον, οι συνθήκες υπό τις οποίες πραγματώνεται μία προεκλογική περίοδος ––το κλίμα δηλαδή που διέπει την προεκλογική κοινωνική ατμόσφαιρα–– διαδραματίζει καίριο ρόλο. Έτσι, το κεντρικό σύνθημα στην πρώτη τετραετία της ΝΔ ήταν η «σταθερότητα», απευθυνόμενο σε μία κοινωνία πληγωμένη από τις ανεξέλεγκτες διακυμάνσεις της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ενώ τώρα ευλόγως είναι η «ευημερία» και η «πρόοδος», αφού το πιο εξέχων ζήτημα στην χώρα (και στην Ευρώπη) είναι αυτό της γενικής ακρίβειας (ευρέως τοποθετούμενο). Οι κανόνες της πολιτικής επικοινωνίας δεν διαφέρουν πολύ από αυτούς της οικονομίας, της ζήτησης και της προσφοράς δηλαδή, και έτσι καθίστανται εξαιρετικά προβλέψιμοι με την κατάλληλη παρατήρηση. Άρα, ναι μεν οι φορολογικές ελαφρύνσεις και οι επιδοματικές προτάσεις κάθε τύπου του κ. Μητσοτάκη μπορεί να έκαναν θετική εντύπωση, μπορεί να ήταν ρεαλιστικές και αξιόλογες, ωστόσο, παραμένουν προβλέψιμες και ανέμπνευστες. Σε μία άλλη περιοχή της Θεσσαλονίκης, φαίνεται να συρρεύσαν και φέτος κάποιες ελπίδες αναζητώντας και αυτές κάτι από μεριάς τους, συγκεκριμένα στις προεκλογικές δηλώσεις του κ. Τσίπρα και του κόμματος ΕΛΑΣ. Παρότι η σοβαρή θεσμική πλαισίωση του νέου εγχειρήματος του κ. Τσίπρα προσδίδει θετικά πρώτα σημάδια, αφού καθόλου δεν ομοιάζει με τις λαϊκιστικές δυναμικές του πάλαι ποτέ ΣΥΡΙΖΑ, ωστόσο οι προγραμματικές του δηλώσεις απογοητεύουν εξίσου, ίσως και περισσότερο από της ΝΔ. Αναφορικά με το οικονομικό σκέλος των δεσμεύσεων δεν μπορούμε να διακρίνουμε χαοτικές διαφορές σε σχέση με την ΝΔ, οι νίκες και ήττες είναι «στα σημεία»· ίσως όμως να μην έπρεπε κιόλας να διαφέρουν. Οι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις οφείλουν να φέρουν έναν ανανεωτικό αέρα αλλαγής κάθε φορά που επιδιώκουν να κερδίσουν την εξουσία. Οφείλουν δηλαδή να εξάψουν το ενδιαφέρουν και να εμφυσήσουν μία έμπνευση στους πολίτες.

Με λίγα λόγια, να εντοπίσουν με χειρουργική ακρίβεια αυτό που αναζητείται κάθε φορά, να προσφέρουν έναν μακρόχρονο ορίζοντα νοήματος για το έθνος, κάτι που είναι μάλλον ανέφικτο να το φέρει εις πέρας έναν κυβερνών κόμμα ένεκα της φθοράς που είπαμε νωρίτερα. Επανέρχομαι λοιπόν στο ερώτημα: τι αναζητείται λοιπόν; Τι προσδοκεί ο Έλληνας άραγε για το μέλλον του έθνους μας; Αυτό θα απαντηθεί μέσω ενός άλλου πεδίου δεσμεύσεων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δεσμεύσεις του ΕΛΑΣ στον διαχρονικά πιο νευραλγικό τομέα πολιτικής, αυτόν της Παιδείας, αφού τέθηκε και μεγάλη βαρύτητα σε αυτόν. Τρία μέτρα πυλώνες του προγράμματος φαίνεται να είναι η κατάργηση των πανελλαδικών, η αύξηση του μισθού των εκπαιδευτικών και η επιδοματική στήριξη των εν ανάγκη φοιτητών. Άρα, συμπεραίνουμε πως αφού η ελπιδοφόρα αντιπολίτευση αφουγκράστηκε της ρητές και άρρητες (οι οποίες είναι σαφώς πιο σημαντικές) ανάγκες του έθνους μας, κατέληξε πως αυτό που έχει ανάγκη η Ελλάδα στο τομέα της Παιδείας ––υπενθυμίζω, τον πιο καίριο τομέα που καθορίζει κάθετα και οριζόντια την μελλοντική πορεία κάθε χώρας–– είναι εντελώς έξω-σχολικές και έξω-εκπαιδευτικές. Κανένα πλάνο για την ανάταξη των πνιγηρών εκπαιδευτικών προγραμμάτων, καμία συζήτηση για την περίφημη αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, καμία πρόταση για την ποιότητα της διδασκαλίας και το περιεχόμενο των μαθημάτων, καμία νύξη για την αναίσχυντη κουλτούρα αποστήθισης που κατατρύχει τα δημόσια σχολεία και πανεπιστήμια της Ελλάδας, καμία κραυγή απόγνωσης για τις Παιδαγωγικές σχολές της χώρας που έχουν αποκτήσει την φήμη του πιο ευτελούς και «παίξε-γέλασε» πτυχίου! Δηλαδή, καμία ουσιαστική πρόταση για το περιεχόμενο, την ουσία της Παιδείας, αλλά φυσικά πλείστες αναφορές σε  «καραμπινάτες» αλλαγές που σίγουρα θα τραβήξουν τα βλέμματα και θα γεμίσουν τις επικεφαλίδες στις εφημερίδες. Συμπεραίνω λοιπόν, με λύπη, πως αυτό που αναζητείται πραγματικά, είναι να μάθουμε να αναζητούμε! Να αναζητούμε κάθε φορά το ουσιώδες, το περιεχόμενο των πραγμάτων, και όχι το περιτύλιγμα και το πυροτέχνημα. Αυτός πρέπει να είναι ο πρωταγωνιστής σε αυτήν την προεκλογική περίοδο. Η περίοδος χάριτος και ανάκαμψης της Ελλάδας που πληγώθηκε από απανωτές κρίσεις (οικονομική και υγειονομική) έλαβε τέλος, ήρθε ο καιρός να σοβαρευτούμε. Καμία φορολογική πολιτική και αύξηση μισθών δεν πρόκειται να άρει τις κακοδαιμονίες και τις παθογένειες του τόπου αυτού. Ένας φρόνιμος αναρωτιέται ευλόγως: Πως δύναται η αύξηση μισθών να άρει την απόλυτη απουσία διαπροσωπικής και πολιτικής εμπιστοσύνης των πολιτών; Πως δύναται η κατάργηση του μοναδικού ίσως αδιάβλητου (πλην καταφανώς προβληματικού) συστήματος στην χώρα, όπως οι Πανελλαδικές, να φέρει ένα νέο κύμα αξιοκρατίας και διαφάνειας στις συνειδήσεις των ανθρώπων; Πως οποιαδήποτε φορολογική ή επιδοματική πολιτική θα έχει αποτέλεσμα και αντίκτυπο στο μέλλον, όταν είμαστε η χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό (που βαίνει αυξανόμενο) πτυχιούχων που εργάζονται σε θέσεις κατώτερες των προσόντων τους;

Πως οποιαδήποτε πρόταση από όλες αυτές που ακούστηκαν τις τελευταίες μέρες από όλες τις μεριές θα καταφέρει να λύσει το πυρηνικό ζήτημα της αβίωτης αστικής συνθήκης που ανέχονται οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων, ή της ατελεύτητης και κραταιούς οικογενειοκρατίας σε όλα τα επίπεδα; Πως δύναται όποιας μορφής και αποτελεσματικότητας πατριωτική εισφορά του 1% των «αδηφάγων» να γεννήσει ουσιαστικές συζητήσεις για το αποτελματωμένο μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης της χώρας μας, που έχει απότοκο την σταδιακή απαξίωση του τουριστικού-πολιτισμικού μας προϊόντος ––αφού ναι μεν έχουμε περισσότερους τουρίστες από ποτέ, αλλά με σχεδόν ίδια έσοδα με πριν, με βάση τα τελευταία στοιχεία–– ; Πως μπορεί το ανεπιτήδευτο παραλήρημα των πολιτικών αρχηγών για άρνηση οποιασδήποτε διακομματικής συναίνεσης να θέσει σοβαρά ερωτήματα για το επίμαχο ζήτημα της πρωτοφανούς λεξιπενίας και απουσίας δημιουργικής σκέψης των νέων γενιών, εν όψει και της ανεξέλεγκτης ανόδου των μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης; Δεν θέλω να παρεξηγηθώ, όλες οι οικονομικές πολιτικές έχουν την σημαντικότητα τους και οφείλουν να διαμορφώνονται με βάση τα καλύτερα πρότυπα και τις αγνότερες προθέσεις· απλώς δεν αρκούν! Δεν αρκούν διότι αφορούν αποκλειστικά στην επιβίωση και τίποτα άλλο. Η πολιτική δεν συνελήφθη σαν ιδέα για να εξασφαλίζει αποκλειστικά την επιβίωση, αλλά πρωτίστως για να απομακρύνει τον άνθρωπο από την ζούγκλα, και να τον κάνει ανθρωπινότερο. Να τον απομακρύνει από τα πρωτόγονα ένστικτα και να του επιτρέψει να χαρεί μία ζωή με νόημα. Μία ζωή που περατώνεται γύρω από την έννοια της επιβίωσης, είναι καταδικασμένη να είναι μίζερη και πρωτόγονη. Η πολιτική είναι ιδανικό, δεν είναι εργαλείο. Αυτό αναζητείται λοιπόν, αναζητείται η Ελλάδα που θέλουμε να είμαστε τα πολλά επόμενα χρόνια, και αυτό δεν επιτυγχάνεται με πενιχρές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις· απαιτεί θάρρος και αναλγησία απέναντι στον πόνο του πολιτικού κόστους που φέρουν οι ρηξικέλευθες μακρόπνοες αποφάσεις. Προϋποθέτει να ψηλαφήσει κανείς τι μπορεί να συνιστά ανώτερη μορφή σε κάθε εκδοχή της ζωής μας. Ανώτερη παιδεία, ανώτερη συσχέτιση με τους συνανθρώπους μου, ανώτερος σχεδιασμός πολιτικής, ανώτερα ερωτήματα που μας φέρουν πάντα πιο κοντά σε έναν στόχο. Εκεί θα κριθεί η ελπίδα, και ας μην αναζητείται εκεί σήμερα…

Γιώργος Τσικνάκης

Πολιτικός Επιστήμονας, Χάγη, Ολλανδία

Προηγούμενο άρθρο

Ερωτήματα & απορίες για την υποβάθμιση του Δημοτικού Σχολείου Παναγίας Θάσου

Επόμενο άρθρο

Η KAVALA EXPO 2026 έρχεται!