Dark Mode Light Mode

Με αφορμή την υπόθεση της Κυψέλης

Κείμενο της Στέλλας Αργυρίου

Η κοινωνία, λέει, είναι «σοκαρισμένη» από την υπόθεση της Κυψέλης. Όμως η σωστή λέξη δεν είναι σοκαρισμένη. Είναι αποτυχημένη. Γιατί σοκ προκαλεί κάτι που δεν είδες να έρχεται. Κάτι ξαφνικό, απρόβλεπτο, κάτι που δεν είχε προηγούμενα σημάδια. Εδώ όμως υπήρχαν σημάδια. Υπήρχαν καταγγελίες. Υπήρχαν υπηρεσίες που είχαν ενημερωθεί. Υπήρχαν εισαγγελικές αποφάσεις. Υπήρχαν παιδιά που είχαν ήδη απομακρυνθεί από το σπίτι τους επειδή είχε κριθεί ότι κινδύνευαν. Το σύστημα δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε. Ήξερε.

Και αυτό είναι που κάνει την ιστορία ακόμη πιο ανατριχιαστική. Για χρόνια είχαν καταγραφεί πληροφορίες και καταγγελίες για σοβαρή παραμέληση, κακοποίηση, χρήση ουσιών και συνθήκες που κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να βιώνει. Ο πατέρας, σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, είχε ήδη απασχολήσει τις αρχές για εξαιρετικά σοβαρές υποθέσεις. Κάποια στιγμή το κράτος πράγματι παρενέβη. Τα παιδιά απομακρύνθηκαν με εισαγγελική εντολή και μεταφέρθηκαν στο Παίδων «Αγία Σοφία». Για μια στιγμή θα μπορούσε κάποιος να πει ότι σώθηκαν. Μόνο που στην Ελλάδα η απομάκρυνση ενός παιδιού από ένα επικίνδυνο σπίτι δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτό το παιδί έχει βρει και ένα ασφαλές μέρος για να ζήσει.

Εδώ και χρόνια υπάρχει μια ολόκληρη κατηγορία παιδιών που αποκαλούνται «εισαγγελικά». Παιδιά που κρίθηκε ότι δεν μπορούν να παραμείνουν στην οικογένειά τους λόγω κακοποίησης, εγκατάλειψης, βαριάς παραμέλησης ή άλλου σοβαρού κινδύνου. Θεωρητικά, από εκείνη τη στιγμή το κράτος αναλαμβάνει να τα προστατεύσει. Στην πράξη, πολλά από αυτά καταλήγουν να περνούν εβδομάδες, μήνες, ακόμη και χρόνια μέσα σε παιδιατρικά νοσοκομεία. Όχι επειδή είναι άρρωστα. Αλλά επειδή δεν υπάρχει πού αλλού να πάνε. Ένα νοσοκομείο όμως δεν είναι σπίτι.

Δεν είναι δομή προστασίας ανηλίκων. Δεν είναι χώρος όπου ένα παιδί μπορεί να χτίσει καθημερινότητα, σταθερότητα, σχέσεις και αίσθημα ασφάλειας. Δεν είναι μέρος για να μεγαλώνεις. Κι όμως, για χρόνια, οι παιδιατρικές κλινικές καλούνται να καλύψουν τα κενά ενός ολόκληρου συστήματος κοινωνικής προστασίας. Παιδιά ήδη τραυματισμένα από όσα έχουν ζήσει βρίσκονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε έναν χώρο που δημιουργήθηκε για νοσηλεία, όχι για ζωή. Μαζί με άλλα παιδιά διαφορετικών ηλικιών, διαφορετικών αναγκών και συχνά εξίσου βαριών βιωμάτων. Και μετά απορούμε για τις εντάσεις, τις συγκρούσεις, τους βανδαλισμούς, τις επιθέσεις, τις συμπεριφορές που επανειλημμένα έχουν περιγράψει εργαζόμενοι και ειδικοί. Δεν είναι τα παιδιά το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ότι ζητάμε από παιδιά που έχουν ήδη διαλυθεί ψυχικά να επιβιώσουν μέσα σε ένα σύστημα που δεν έχει σχεδιαστεί για να τα φροντίσει.

Το πρόβλημα δεν εμφανίστηκε σήμερα. Υπάρχουν παιδιά που μένουν εκεί μήνες. Άλλα χρόνια. Έχει καταγραφεί ακόμη και παραμονή που έφτασε τα οκτώ χρόνια. Οκτώ χρόνια παιδικής ζωής σε νοσοκομειακό περιβάλλον. Αυτό δεν είναι προστασία. Είναι αποθήκευση της ανθρώπινης δυστυχίας μέχρι να ελευθερωθεί μια θέση κάπου αλλού. Και μέσα σε αυτό το ήδη διαλυμένο πλαίσιο έρχεται η υπόθεση της Κυψέλης.

Τα συγκεκριμένα παιδιά είχαν ήδη περάσει από τα χέρια των αρχών. Η επικινδυνότητα του οικογενειακού περιβάλλοντος είχε ήδη αναγνωριστεί. Είχε εκδοθεί εισαγγελική εντολή. Είχαν μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Το κράτος τα είχε ήδη βρει. Και παρ’ όλα αυτά τα έχασε. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, ο πατέρας κατάφερε να τα πάρει ξανά από το νοσοκομείο και να τα επιστρέψει στο ίδιο περιβάλλον από το οποίο είχαν απομακρυνθεί για την ασφάλειά τους. Και τότε αρχίζουν τα ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν με μια ακόμη ανακοίνωση. Πώς μπορεί ένας γονέας, από τον οποίο τα παιδιά έχουν απομακρυνθεί με εισαγγελική εντολή, να φτάσει μέχρι αυτά και να τα πάρει; Τι σημαίνει στην πράξη «προστατευόμενο παιδί»; Ποιος έχει την ευθύνη για τη φύλαξή του; Ποιος παρακολουθεί την υπόθεση την επόμενη ημέρα; Πώς γίνεται παιδιά που έχουν χαρακτηριστεί επισήμως ότι βρίσκονται σε κίνδυνο να εξαφανίζονται ξανά μέσα στην πόλη και να μην εντοπίζονται; Αν η προστασία ενός παιδιού τελειώνει στην έκδοση μιας εισαγγελικής εντολής, τότε δεν είναι προστασία. Είναι χαρτί. Η πραγματική προστασία ξεκινά μετά την απομάκρυνση. Χρειάζεται ασφαλής χώρος.

Εξειδικευμένο προσωπικό. Κοινωνικοί λειτουργοί. Ψυχολόγοι και παιδοψυχίατροι. Εκπαίδευση. Σταθερότητα. Συνεχής παρακολούθηση. Συντονισμός υπηρεσιών. Φύλαξη όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος. Και κυρίως χρειάζεται ένα σύστημα που να θυμάται ότι πίσω από κάθε αριθμό πρωτοκόλλου υπάρχει ένα παιδί. Όχι ένας φάκελος. Όχι μια «υπόθεση». Όχι ένα κρεβάτι που πρέπει κάπου να βολευτεί. Ένα παιδί.

Γι’ αυτό και στην ιστορία της Κυψέλης δεν αρκεί να μιλήσουμε μόνο για τα τέρατα που μπορούν να γεννηθούν μέσα σε μια οικογένεια. Πρέπει να μιλήσουμε και για το κράτος που είδε. Το κράτος που ενημερώθηκε. Το κράτος που παρενέβη. Το κράτος που έκρινε ότι τα παιδιά κινδύνευαν. Και το κράτος που, παρ’ όλα αυτά, δεν κατάφερε να τα κρατήσει ασφαλή. Η ποινική ευθύνη ανήκει φυσικά σε εκείνους που διέπραξαν τα εγκλήματα.

Η θεσμική ευθύνη όμως δεν εξαφανίζεται γι’ αυτό. Γιατί όταν ένα σύστημα έχει ήδη εντοπίσει τον κίνδυνο και έχει ήδη τα παιδιά στα χέρια του, δεν μπορεί μετά να συμπεριφέρεται σαν να έπεσε από τα σύννεφα. Και πιθανότατα τώρα θα ακούσουμε ξανά για έρευνες, πορίσματα, επιτροπές, αρμοδιότητες που «θα διερευνηθούν» και κενά που «θα αξιολογηθούν».

Μπορεί να γραφτούν και δεκάδες σελίδες. Το πρόβλημα είναι ότι τα παιδιά δεν ζουν μέσα σε πορίσματα. Ζουν μέσα στον πραγματικό κόσμο.

Και στον πραγματικό κόσμο χρειάζονται ένα κράτος που, όταν λέει «σε προστατεύω», να είναι πράγματι σε θέση να το κάνει. Γι’ αυτό ας μην ονομάσουμε αυτό που συνέβη «σοκ». Σοκ είναι κάτι το οποίο δεν περιμένουμε. Εδώ υπήρχαν προειδοποιήσεις, καταγγελίες, αποφάσεις, υπηρεσίες και φάκελοι.

Τα παιδιά δεν ήταν αόρατα. Τα είχαμε ήδη δει. Και αυτό είναι το πιο βαρύ κατηγορητήριο για όλους μας.

Προηγούμενο άρθρο

Η Θάσος που αγαπήσαμε κινδυνεύει από την υπερβολή

Επόμενο άρθρο

Κική Λαζαρίδου: Υπάρχουν κενά και υποβιβασμοί δημοτικών σχολείων στο Νομό Καβάλας!