Η επιδρομή των Βουλγάρων στο Νομό Καβάλας είναι πια καθολικά καταιγιστική και εθνικά επικίνδυνη γιατί είναι δυστυχώς κατάκτηση Εθνικού εδάφους. Η κατάκτηση αυτή γίνεται δυστυχώς φανερά και απροκάλυπτα. Υπάρχουν μάλιστα εφημερίδες και από το Κέντρο που την προβάλλουν και την διαφημίζουν. Η παράκτια περιοχή της Τούζλας και όλη η παραθαλάσσια ζώνη της περιοχής του Παγγαίου και της Καβάλας έχει αγοραστεί από Βούλγαρος στο μεγαλύτερο της ποσοστό και Βουλγαροκρατίται.
Δεν είναι μια απλή επένδυση κάποιων αλλοδαπών, όπως γίνεται σε άλλα μέρη της χώρας μας. Εδώ γίνεται οργανωμένα και ολόκληρες περιοχές αγοράζονται από Βούλγαρους που η νοοτροπία τους είναι του κατακτητή. Υπάρχει μια ιδιότυπη κατοχή και την υφιστάμεθα εδώ στον τόπο μας από έναν λαό που πιστεύει ότι τα μέρη αυτά του ανήκουν. Έτσι έχουν γαλουχηθεί, αυτά τους έχουν διδάξει από τα γεννοφάσκια τους. Πώς μπορεί να είναι αλλιώς όμως, όταν η χώρα αυτή έχει σαν Εθνική της Γιορτή την 3η Μαρτίου του 1878, ημέρα που υπογράφτηκε στον Άγιο Στέφανο η ομώνυμη συνθήκη. Όπως είναι γνωστό η Συνθήκη αυτή δημιουργούσε την μεγάλη Βουλγαρία. Μιας Βουλγαρίας που τα όρια της εκτίνονταν από τον Δούναβη έως το Αιγαίο και από την Μαύρη Θάλασσα μέχρι την Οχρίδα. Αυτήν την Βουλγαρία τους έμαθαν να ονειρεύονται και η περιοχές της Καβάλας είναι το φιλέτο και το μεγάλο τους όνειρό . Και όλα αυτά στηρίζονται σε μια συνθήκη που λόγω του παραλογισμού της, κράτησε μόνο τρεις μήνες. Η Συνθήκη εκείνη αντικαταστάθηκε από την Συνθήκη του Βερολίνου τον Ιούλιο του ίδιου έτους. Η νέα Συνθήκη έβαζε τα πράγματα στην σωστή τους σειρά. Η περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας σήμερα δυστυχώς κινδυνεύει να κατακτηθεί οικονομικά. Ότι πουλιέται στην περιοχή αγοράζεται από Βούλγαρο. Η οικονομική πρόκληση μεγάλη, για όποιον κατέχει στην περιοχή γη. Εκτός του νόμιμου ποσού που αναγράφεται στα σχετικά συμβόλαια, που δεν είναι μικρό, ακολουθεί σχεδόν πάντα και η σακούλα με τα μαύρα και είναι τόσο φουσκωμένη όση και η αντίσταση του πωλητή για την διάθεση του ακινήτου.
Όταν όλα σχεδόν τα σπίτια του χωρίου σου έχουν πωληθεί στον Βούλγαρο πώς να ζήσεις στον τόπο σου, η συμβίωση με τους ανθρώπους αυτούς είναι προβληματική. Κατεβαίνουν σαν αφεντικά στον τόπο τους, αυτό πιστεύουν. Μας λένε εδώ είναι Βουλγαρία και καμιά φορά το φωνάζουν δυνατά σε πλατείες και ακτές όταν του πιάνουν τα μεράκια. Εμείς είμαστε οι ξένοι και αυτοί τα αφεντικά μας λένε. Υπάρχουν και οι πιο θρασείς αυτή που κατέβασαν την Ελληνική σημαία από τον ιστό της στο Κεντρικό Λιμάνι της πόλης και ανέβασαν την Βουλγάρικη . Διαλαλούν ότι τα μέρη αυτά μας τα έχουν χαρίσει οι
Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής εκείνης, αυτό πιστεύουν. Έτσι τους
διδάσκουν στα σχολεία τους και έτσι γεννιέται η ιδέα της εθνικής τους ιδιοκτησίας. Βλέπετε δεν τους μαθαίνουν τα ακριβή ιστορικά γεγονότα. Δεν τους λένε ότι τα όνειρα για την Μεγάλη Βουλγαρία τα έσβησε μια και καλή ο Ελληνικός Στρατός στα υψώματα του Κιλκίς και του Λαχανά τον Ιούνιο του 1913. Η νίκη εκείνη ήταν καθοριστική και έδειξε ποιος θα είναι το αφεντικό στην περιοχή. Παρόλα αυτά το όνειρο για την Μεγάλη Βουλγαρία τον κράτησαν και μ αυτό μεγάλωσα γενιές Βουλγάρων. Η Πατρίδα μας κινδυνεύει από έναν λαό που στην πλειοψηφία του έχει εμποτιστεί από αυτήν την πεποίθηση ότι ο τόπος αυτός του ανήκει. Η Βούλγαροι σαν Λαός είχαν πάντα στην σκέψη τους ότι τα μέρη αυτά. Ιδιαίτερα την Ανατολικής Μακεδονίας την θεωρούσαν Βουλγαρική και ήρθε η στιγμή να τα πάρουν οικονομικά. Αυτό γίνεται σήμερα οργανωμένα και μεθοδικά. Ολόκληρα χωριά αγοράζονται και οι Έλληνες που τα κατοικούσαν φεύγουν. Αυτό που δεν έγινε στις δύο προηγούμενες κατοχές του 1917 και του 1941 με τους εξανδραποδισμούς, τους λιμούς και τις εκτελέσεις ολόκληρων οικισμών, το κατορθώνουν δυστυχώς με το χρήμα τους. Υπάρχουν περιοχές που δεν ακούς πια Ελληνικά αλλά Βουλγάρικα.
Και μου έρχεται στην σκέψη σαν καυτό καρφί μέσα στην μνήμη μου το αξέχαστο προσωπικό μου βίωμα που έζησα στις 20 Νοέμβριο του 1941 ημέρα Πέμπτη και ώρες πρωινές. Είχα μόλις τρία χρόνια ζωής. Ήρθε στο σπίτι μας ένα στρατιωτικό απόσπασμα. Έψαχναν για όπλα. Είχα κρυφτεί πίσω από τα φουστάνια της μητέρας μου. Μια κυρία έσκυψε και με τράβηξε κοντά της. Με επιμονή ήθελε να με μάθει να της πω στα Βουλγάρικα καλημέρα. Πρώτα με συλλαβισμό μετά γράμμα, γράμμα. Δεν συμμετείχα στην προσπάθεια της και την κοιτούσα έντονα στα μάτια σφίγγοντας τα δόντια και τα χέρια έτοιμος να βάλω τα κλάματα. Στο τέλος μού έδωσε το πρώτο σκαμπίλι στη ζωή μου ακολουθώντας το με μια βρισιά. Μας έκλεισαν τα σχολεία, έδιωξαν δάσκαλους και παπάδες και έφεραν τους δικούς τους. Το Ελληνικό Αλφάβητο ήταν απαγορευμένο και όποιος το χρησιμοποιούσε θα επισκέπτονταν την ΟΧΡΑΝΑ τους. Τον τόπο του μαρτυρίου πολλών Καβαλιωτών με πρωτότυπα μέσα βασανισμού. Ήρθαν τότε για να μείνουν και ευτυχώς η μοίρα τους κατέταξε στους νικημένους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τους δεχθήκαμε στην ΕΕ δίχως να βάλουμε της ρήτρες εκείνες που θα άμβλυναν τις άτοπες απαιτήσεις τους και της επιστροφής των κλεμμένων κειμηλίων της Εικοσιφοίνησας του Παγγαίου και του Αγίου Πέτρου των Σερρών. Τα προβάλλουν δίχως αιδώ παρά την Συνθήκη του Νεϊγύ το 1919 επέβαλε την επιστροφή τους.
Ξένα Πανεπιστήμια και Βιβλιοθήκες που έχουν στα χέρια τους παρόμοια αντικείμενα τα επιστρέφουν στους κτήτορες τους. Η πιο ξεκάθαρη και κυνική τοποθέτηση από τους Βούλγαρους, έγινε το 2015 από τον τότε πρωθυπουργό της Βουλγαρίας, Μπόικο Μπορίσοφ. Όταν ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ζήτησε επίσημα την επιστροφή τους κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στη Σόφια, ο Μπορίσοφ δήλωσε δημόσια και κοφτά: «Σε καμία περίπτωση η Βουλγαρία δεν πρέπει να τα παραχωρήσει», κλείνοντας κάθε πόρτα διπλωματικού διαλόγου. Αυτός είναι ο Λαός αυτός και έτσι σκέφτεται για τα μέρη αυτά. Δυστυχώς αποδεικνύεται ότι τα πάντα έχουν την οικονομική τους αξία και αγοράζονται ακόμη και η έννοια της Πατρίδας. Τα κόκαλα των νεκρών παλικαριών του Κιλκίς και του Λαχανά ασφαλώς θα τρίζουν για μια Πατρίδα που θυσιάστηκαν και δεν εξασφαλίζει τα αυτονόητα. Όταν η γη αλλάζει χέρια και οι τοπικές κοινωνίες μεταβάλλονται, οφείλουμε τουλάχιστον να
προβληματιστούμε.
Παναγιώτης Φώτου

