• 1 Απριλίου 2020,

Σαν το νερό

 Σαν το νερό

Γράφει ο Άγγελος Τσανάκας

 

Έριχνε πίσω μου νερό σαν έφευγα από το πατρικό μου σπίτι στο χωριό, να πάω στη δεύτερη πατρίδα μου, στο τόπο που φοιτούσα. Κι αργότερα, πάντα το ίδιο έκανε όταν οι δρόμοι της ζωής μου για μέρες πολλές, ταξίδι με καλούσαν για να πάω. Με σταύρωνε κιόλας τρις και:

“Σαν το νερό….”, την άκουγα μερικές φορές να λέει. Και λέω μερικές φορές, γιατί τις περισσότερες δεν έφτανε ο ήχος της φωνής της στα αυτιά μου, τι σιγανά πολύ μιλούσε. Μα ήξερα, ήξερα πως πάντα έλεγε εκείνη την ευχή, την έβλεπα στα χείλη της. Σχεδόν ψιθυριστά μιλούσε και πώς να την ακούσω. Έτσι μιλούσε, σαν να ντρέπονταν μη και την ακούσουν οι άλλοι και της αντιγυρίσουν καμιά κουβέντα. Και τί να απαντήσει εκείνη τότε που ήταν και αγράμματη. Έτσι ήταν εκείνη, είχε μια συστολή, μια ντροπή, θαρρώ και ένα φόβο. Φόβο ανεξήγητο. Μπορεί όμως ίσως και νάταν έτσι, γιατί δεν ήξερε να μιλά με λόγια σαν των γραμματιζούμενων κι όλων των άλλων που είχαν θάρρετα πολλά, κι αυτό στο λόγο της, πίσω την ετραβούσε. Τί να πει, που δεν ήξερε γράμματα πολλά. Πώς να μιλήσει. Δεν είχε το θάρρος σαν κι “εκείνον” και σαν όλες τις γυναίκες που έλεγαν λόγια πολλά με λέξεις θαυμαστές. Ολιγόλογη και μετρημένη ήταν, μα όταν μιλούσε μαζί μου τη θαύμασα, ρουφούσα τις κουβέντες της. Σοφή ήταν η σκέψη της για μένα κι ας μην ήξερε λόγια πολλά να λέει. Λόγια να λέει φανταχτερά δεν έμαθε, απ’αυτά τα λόγια που άκουγα κι εγώ τριγύρω μου να λένε μερικοί, που έλεγαν πως ήταν οι πρώτοι στο χωριό. Λόγια, που σαν κούφιες ψεύτικες κουβέντες έφταναν στα αυτιά μου κι ας ήμουνα μικρός. Λόγια παχιά στρογγυλεμένα.

Και ήταν κι έξυπνη πολύ κι ας μην ήξερε διαίρεση να κάνει. Και από μικρός, ήθελα πολύ σε εκείνην για να μοιάσω. Θαρρώ δεν τα κατάφερα όπως επιθυμούσα. Ας είναι.

Εικόνα την έχω πάντα ζωντανή μπροστά μου. Τη βλέπω και την ακούω κιόλας. Θυμάμαι….θυμάμαι την κάθε φορά που έριχνε στο δρόμο τού φευγιού μου νερό με το κανάτι και ακούω την εικόνα της να μου μιλά. Την ακούω:

“Σαν το νερό….”.

Πάντα περίμενα τούτη την ευχή. Σαν ευλογία ήταν. Και ήξερα πως θα με ακολουθούσε όπου και να πήγαινα. Και κάθε φορά γυρνούσα λίγο πίσω το κεφάλι μου για να τη δω για τελευταία φορά, για λίγο ακόμα, κι ήταν τα μάτια της κόκκινα, βουρκωμένα. Και ήξερα ακόμα ότι ύστερα θα πήγαινε να προσευχηθεί κάτω από το μαυρισμένο κόνισμα και με την ησυχία της να κλάψει. Λάδι για το φυτίλι τα δάκρυά της.

Η μάνα μου.

Ήξερα ότι πάντα έτσι έκανε όταν φεύγαμε, γιατί την είχα δει μια φορά στα δεκατέσσερά μου, όταν έφυγε η αδελφή μου για το δικό της σε ξένους τόπους μακρινούς, ταξίδι. Γονατιστή την είδα μπροστά στο κόνισμα να προσεύχεται και να παρακαλά με δάκρυα στα μάτια, να έχει η Παναγιά καλά την κόρη της. Να την προσέχει.

“Παναγιά μου…..”

“Να φύγετε από εδώ. Να φύγετε, να σπουδάσετε, άνθρωποι σωστοί να γίνετε και να γλιτώσετε από το κάμπο, τα καπνά, τα καλαμπόκια. Από τη μαύρη βάλτα να γλυτώσετε και από τη τυράννια. Δεν έχει η αγροτιά χαΐρι”, έλεγε ο πατέρας μου.

Το φευγιό μας, το κανάτι με το νερό, το δάκρυ της, η προσευχή της και του πατέρα μου τα λόγια. Εικόνες και μνήμες ανεξίτηλες και πώς να τις διαγράψει ο νους.

“Να φύγετε…στο καλό να πάτε.”

“Μη φεύγετε!”

“Πότε θα φύγετε;”

“Τόσο νωρίς θα φύγεις;”

Ένα φευγιό η ζωή μας όλη.

Και φύγαμε, μα εγώ πίσω συνέχεια γυρνώ.

“Σαν το νερό να φύγεις, σαν το νερό πίσω γιε μου να γυρίσεις.”

Σαν το νερό μάνα έφευγα και σαν το νερό πίσω γυρνούσα. Γυρνούσα μάνα. Και τότε μάνα μου…. τότε, σαν πίσω γυρνούσα τότε…. ήσουνα πάντα εκεί και με καρτερούσες. Και εκείνος ήταν εκεί. Κι έφτιαχνες το φαγιά που μου άρεσαν και που πολύ επιθυμούσα όσον καιρό φευγάτος ήμουν. Μοσχοβολούσε όλο το σπίτι από τα μαγειρέματά σου, κι ήταν η πόρτα κι όλα τα παραθυρόφυλλα ανοιχτά να μπαίνει μέσα ο ήλιος και η δροσιά του πλάτανου που ήταν στη ρεματιά, και της καστανιάς το άρωμα που ήταν λίγο πιο κει απ’την όχθη.

Σαν το νερό μάνα γυρνώ και τώρα πίσω, και συ δεν είσαι πια εκεί…..

Δεν έχει μυρωδιές το σπίτι και είναι άστρωτο και άδειο το τραπέζι.

Λείπει και εκείνος…. άδειο το σπίτι…όλα κλειστά….

Δεν είναι πια κανείς εκεί, την πόρτα για να ανοίξει….

Τρεις Φεβρουαρίου του είκοσι είκοσι

Παλαιοχώρι Παγγαίου

Διαβάστε επίσης