Dark Mode Light Mode

Tα αφεντικά των μηχανών και των μυαλών –  Μέρος 1ο

Δύο βιβλία που εκδόθηκαν το 2026, το Libercomunismo, Ελευθεροκομμουνισμός του Emiliano Brancaccio και το Cyberfascismo, Κυβερνοφασισμός του Mario Sommella, κατονομάζουν τη δύναμη που συγκεντρώνουν κεφάλαια, υπολογιστές και συνειδήσεις. Το πρώτο καταδεικνύει την τάση με τα εργαλεία της οικονομίας. το δεύτερο, ένα εξ ολοκλήρου αυτοεκδοθέν έργο, συνεχίζει το ταξίδι εκεί που σταματάει αυτός ο φακός, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της ιστορίας, της πολιτικής, των επιστημών επικοινωνίας και της άμεσης γνώσης των τεχνολογιών. Από τα δύο σκέλη της ίδιας διαδρομής αναδύεται το πολιτικό πρόγραμμα του 21ου αιώνα: η επαναφορά των μηχανών και των γνωστικών υποδομών υπό δημοκρατικό έλεγχο.

Υπάρχουν χρονιές κατά τις οποίες τα βιβλία έρχονται σε ζεύγη, σαν ο χρόνος να χρειαζόταν δύο φωνές για να εκφράσει, να πει ένα μόνο πράγμα. Το 2026 είναι ένα από αυτά τα χρόνια. Τον φεβρουάριο του 2026, ο Feltrinelli δημοσίευσε το Libercomunismo. Scienza dell’utopia, Επιστήμη της ουτοπίας του οικονομολόγου Emiliano Brancaccio. Λίγους μήνες αργότερα βγήκε το Cyberfascismo. Anatomia di un dominio invisibile (Κυβερφασισμός. Ανατομία ενός Αόρατου Τομέα), ένα βιβλίο που εκδόθηκε εξ ολοκλήρου από αυτόν που γράφει, καρπός εκτεταμένης διεπιστημονικής έρευνας που συνυφαίνει την ιστορία του φασισμού, την πολιτική οικονομία, τις επιστήμες της επικοινωνίας, τις γνωστικές διαδικασίες και την ανάλυση των ψηφιακών υποδομών, γράφει ο Mario Sommella.

Δεν πρόκειται απλώς για δύο βιβλία που εκδόθηκαν την ίδια χρονιά. Η ταυτοχρονικότητά τους είναι μόνο το χρονολογικό στοιχείο/δεδομένο μιας πολύ βαθύτερης σύγκλισης. Προέρχονται/γεννιούνται από διαφορετικούς κλάδους, διατρέχουν αυτόνομους δρόμους και χρησιμοποιούν διαφορετικά αναλυτικά εργαλεία, αλλά προσορμίζονται στην ίδια ιστορική διάγνωση: η συγκέντρωση του κεφαλαίου δεν είναι πλέον μόνο ένα οικονομικό ή βιομηχανικό φαινόμενο. Έχει καταστεί συγκέντρωση του υπολογισμού, των ψηφιακών υποδομών, των δεδομένων, της γνώσης και της ικανότητας να προσανατολίζονται οι συνειδήσεις.

Το βιβλίο του Brancaccio καταδεικνύει επιστημονικά αυτή την τάση μέσω των εργαλείων της πολιτικής οικονομίας και της οικονομετρικής ανάλυσης. Το Cyberfascismo ξεκινά ακριβώς εκεί που τελειώνει αυτή η επίδειξη, επιχειρώντας να δώσει ένα συγκεκριμένο/πραγματικό πρόσωπο σε αυτή τη δύναμη: τα κέντρα δεδομένων, το cloud, οι ημιαγωγοί, οι αλγόριθμοι, τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, οι ψηφιακές πλατφόρμες, οι ενεργειακές υποδομές που τροφοδοτούν τον νέο καπιταλισμό του υπολογισμού.

Τα δύο βιβλία, επομένως, δεν αλληλοεπικαλύπτονται. Συμπληρώνονται μεταξύ τους. Το πρώτο καταδεικνύει έναν νόμο της τάσης. Το δεύτερο ανακατασκευάζει την ανατομία του. Το πρώτο παρατηρεί την κίνηση του κεφαλαίου.

Το δεύτερο προσδιορίζει/ταυτοποιεί τα εργαλεία μέσω των οποίων εκείνο το κεφάλαιο σήμερα οργανώνει την οικονομική, γνωστική και πολιτική κυριαρχία. Από αυτή τη συμπληρωματικότητα γεννιέται το νόημα αυτού του άρθρου. Δεν πρόκειται για μια ανασκόπηση, ούτε για ακαδημαϊκή ανταλλαγή απόψεων ως αυτοσκοπό, αλλά μάλλον για την ανακατασκευή μιας πραγματικής πνευματικής σκυταλοδρομίας. Εκεί που τελειώνει ο φακός της πολιτικής οικονομίας ξεκινούν η ιστορία, η θεωρία της επικοινωνίας και η ανάλυση των τεχνολογιών. Είναι κατά μήκος αυτής της συνέχειας που καθίσταται δυνατό να κατανοήσουμε τη φύση της νέας εξουσίας.

Ο στόχος είναι να επαληθευτούν και οι δύο θέσεις στην πράξη: η συγκέντρωση του κεφαλαίου, η κούρσα των κολοσσών της τεχνολογίας/delle big tech προς την πυρηνική ενέργεια, ο έλεγχος των υποδομών του υπολογισμού, ο αλγοριθμικός πόλεμος, η τεχνολογική υποταγή της Ευρώπης και η προοδευτική ιδιωτικοποίηση των γνωστικών υποδομών της ανθρωπότητας. Διότι ακριβώς από τη σύγκλιση της επιστήμης του οικονομολόγου και της ανατομίας του ιστορικού της επικοινωνίας προκύπτει, τελικά, ένα πολιτικό πρόγραμμα που συνάδει με τους μετασχηματισμούς της εποχής μας.

1. Η θέση του Brancaccio: ο συγκεντρωτισμός ως νόμος

Το Libercomunismo είναι ένα βιβλίο 176 σελίδων, διαρθρωμένο σε δεκατρία κεφάλαια, ένα μεθοδολογικό παράρτημα αλτουσεριανής έμπνευσης και τις Σημειώσεις για ένα μανιφέστο/gli Appunti per un manifesto, το οποίο δηλώνει ανοιχτά τη φιλοδοξία του: να ξαναγράψει τη θεωρητική χειρονομία του 1848 για τον εικοστό πρώτο αιώνα. Ο συγγραφέας, καθηγητής πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Federico II της Νάπολης, μετά από μια μακρά διδακτική θητεία στο Πανεπιστήμιο του Σάννιο/ Sannio, είναι σήμερα μια από τις κορυφαίες/κυριότερες φωνές του σύγχρονου επιστημονικού μαρξισμού. Έχει αναπτύξει έναν έντονο διεθνή διάλογο με οικονομολόγους βεληνεκούς Olivier Blanchard, Daron Acemoglu και Vernon Smith, και, μαζί με τον Robert Skidelsky, ήταν πρωτεργάτης της έκκλησης σχετικά με τις οικονομικές συνθήκες για την ειρήνη που δημοσιεύθηκε ταυτόχρονα από τους Financial Times και τη Le Monde.

Η κεντρική του θέση ανακτά έναν νόμο τάσης που έχει ήδη εντοπίσει ο Μαρξ και τον υποβάλλει σε μια οικονομετρική επαλήθευση: την συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Η αγορά, αφημένη να λειτουργεί χωρίς όρια, δεν πολλαπλασιάζει τους οικονομικούς παράγοντες/υποκείμενα. Τους εξαλείφει προοδευτικά. Ο ανταγωνισμός δεν παράγει διασπορά της οικονομικής δύναμης. Οδηγεί στη συγκέντρωσή της, τη συγχώνευση. Από αυτή τη δυναμική, ο Μπρανκάτσιο αντλεί τα κύρια χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού: τη συστημική αναποτελεσματικότητα μιας αγοράς που κυριαρχείται πλέον από λίγες μεγάλες ομάδες, την σύλληψη της επιστημονικής έρευνας από το ιδιωτικό κέρδος, την ψευδαίσθηση μιας οικολογικής μετάβασης που παραδόθηκε στην αγορά, τη μετατροπή των ανθρώπων σε εξατομικευμένα και χρεωμένα ανθρώπινα κεφάλαια και, τέλος, δύο πολιτικές συνέπειες τεράστιας σημασίας και έκτασης: την επιστροφή του πολέμου και το προοδευτικό άδειασμα/υποβάθμιση της δημοκρατίας.

Δύο νεολογισμοί υποστηρίζουν ολόκληρη τη θεωρητική κατασκευή. Ο πρώτος είναι το εξωκεφάλαιο, το δίκτυο ελεγκτών που κυβερνά το παγκόσμιο κεφάλαιο πάνω από τα Κράτη, σαν μια σκοτεινή ύλη της οποίας τις επιπτώσεις μπορούμε να παρατηρήσουμε χωρίς να προσδιορίζουμε αμέσως τη δομή της. Ο δεύτερος είναι ο διεθνικός/διακρατικός ολτρεφασισμός – l’oltrefascismo transnazionale, η ιστορική μορφή στην οποία η απόλυτη ελευθερία του κεφαλαίου καταλήγει να καταβροχθίζει όλες τις άλλες ελευθερίες.

Από αυτήν την ανάλυση, ο Μπρανκάτσιο αντλεί ένα συμπέρασμα που καταρρίπτει ένα από τα πιο βαθιά ριζωμένα ταμπού της πολιτικής νεωτερικότητας: την δημόσια απαλλοτρίωση του μεγάλου συγκεντρωτικού κεφαλαίου ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ανοικοδόμηση ενός δημοκρατικού συστήματος σχεδιασμού ικανού να συμβιβάσει την ατομική ελευθερία και το συλλογικό συμφέρον. Τα γεγονότα, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, φαίνεται να επιβεβαιώνουν αυτόν τον επικρατούντα νόμο/αυτό το νόμο της τάσης με εκπληκτική ακρίβεια.

Τον ιούνιο του 2026, οι τέσσερις κορυφαίες αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας είχαν συνολική κεφαλαιοποίηση αγοράς περίπου 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, περισσότερο από πέντε φορές το ακαθάριστο εγχώριο ιταλικό προϊόν. Μόνο η Nvidia έχει ξεπεράσει τα 5,2 τρισεκατομμύρια δολάρια σε κεφαλαιοποίηση αγοράς, μια τιμή μεγαλύτερη από το ΑΕΠ της Ιαπωνίας. Ακόμη και οι αναλυτές της Morningstar αναγνωρίζουν ότι η συγκέντρωση της χρηματιστηριακής αγοράς των Ηπα γύρω από τους λεγόμενους Magnificent Seven/Υπέροχους Επτά έχει πλέον ξεπεράσει τα καταγεγραμμένα επίπεδα κατά τη διάρκεια της φούσκας των dot-com. [Μια εταιρεία dot-com, ή απλά μια dot-com, είναι μια εταιρεία που διεξάγει το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων της στο Διαδίκτυο, σ.τ.μ.].

Η δυναμική των επενδύσεων συμπληρώνει την εικόνα. Οι Alphabet, Amazon, Microsoft και Meta έχουν αυξήσει τις κεφαλαιουχικές δαπάνες από περίπου 410 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025 σε πάνω από 700 δισεκατομμύρια δολάρια που έχουν προγραμματιστεί μόνο για το 2026, ενώ η Goldman Sachs εκτιμά σωρευτικές επενδύσεις άνω των 5,3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων έως το 2030. Αυτό αντιστοιχεί σε περισσότερα από τρία Σχέδια Μάρσαλ ετησίως.

Αποφασίζονται όχι από δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, αλλά από τέσσερα διοικητικά συμβούλια. Εδώ κορυφώνεται η οικονομική επίδειξη του Brancaccio. Και ακριβώς εδώ ο Κυβερνοφασισμός παίρνει τη σκυτάλη, θέτοντας ένα περαιτέρω ερώτημα. Εάν η συγκέντρωση κεφαλαίου έχει ήδη αποδειχθεί, πού βρίσκεται στην πραγματικότητα αυτή η ισχύς σήμερα;

Ποιες υποδομές την καθιστούν δυνατή; Ποια υλικά εργαλεία οργανώνουν αυτή τη νέα μορφή κυριαρχίας; Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει σε κίνηση το δεύτερο σκέλος της σκυταλοδρομίας.

2. Από το κεφάλαιο στις υποδομές: πού κατοικεί η σήμερα η εξουσία

Ακριβώς σε αυτό το σημείο, το βιβλίο Κυβερνοφασισμός: Ανατομία μιας αόρατης κυριαρχίας παραλαμβάνει τη σκυτάλη από τον Libercomunismo. Αν ο Brancaccio καταδεικνύει ότι το κεφάλαιο αναπόφευκτα τείνει αναπόφευκτα να συγκεντρώνεται, το επόμενο ερώτημα καθίσταται αναπόφευκτο: πού υλοποιείται αυτή η συγκέντρωση σήμερα; Ποια είναι η φυσική του βάση; Μέσω ποιων υποδομών ασκεί την κυριαρχία του;

Η απάντηση που προτείνω στο βιβλίο μου είναι μόνο φαινομενικά απλή. Το κεφάλαιο του εικοστού πρώτου αιώνα δεν ελέγχει πλέον μόνο εργοστάσια, τράπεζες και χρηματοπιστωτικές αγορές. Ελέγχει τον υπολογισμό. Ελέγχει την ικανότητα επεξεργασίας πληροφοριών. Ελέγχει την τεχνητή νοημοσύνη.

Ελέγχει την παραγωγή και την κυκλοφορία της γνώσης. Ελέγχει τα δίκτυα μέσω των οποίων δισεκατομμύρια άνθρωποι εργάζονται, επικοινωνούν, μελετούν, αγοράζουν, ψηφίζουν, χτίζουν τις κοινωνικές τους σχέσεις και διαμορφώνουν τις πεποιθήσεις τους. Με άλλα λόγια, η συγκέντρωση που περιγράφει ο Μπρανκάτσιο σήμερα αναλαμβάνει μια νέα μορφή: τη συγκέντρωση των γνωστικών υποδομών.

Αυτό είναι πιθανότατα το πιο πρωτότυπο/αυθεντικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου καπιταλισμού. Για πάνω από δύο αιώνες, η οικονομική δύναμη βασιζόταν κυρίως στον έλεγχο των υλικών μέσων παραγωγής. Σήμερα, σίγουρα συνεχίζει να βασίζεται στην υλική παραγωγή, αλλά ενσωματώνει μια νέα διάσταση: τον έλεγχο της γνωστικής υποδομής μέσω της οποίας ρέει η κοινωνική ζωή.

Οι μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες δεν πωλούν μόνο υπηρεσίες. Οργανώνουν την πρόσβαση στη γνώση. Φιλτράρουν την πληροφόρηση. Προσανατολίζουν την προσοχή. Κατηγοριοποιούν τα άτομα.

Προβλέπουν/κηρύττουν τη συμπεριφορά. Επηρεάζουν την κατανάλωση. Επηρεάζουν ακόμη και τη γλώσσα με την οποία ερμηνεύουμε την πραγματικότητα. Είναι η διαδικασία που η Shoshana Zuboff έχει ονομάσει καπιταλισμό επιτήρησης: η ανθρώπινη εμπειρία μετασχηματισμένη σε δεδομένα συμπεριφοράς και εμπορεύσιμες προβλέψεις. Και είναι το ενοίκιο που ο Nick Srnicek και ο Yanis Varoufakis έχουν περιγράψει, αντίστοιχα, ως καπιταλισμό των πλατφορμών και τεχνοφεουδαρχία: ένα μόνιμο διόδιο/τέλος που εισπράττεται πάνω στην ίδια την πρόσβαση στην κοινωνική ζωή.

Αυτή είναι η μετάβαση που, κατά τη γνώμη μου, ολοκληρώνει την οικονομική ανάλυση του Brancaccio. Το εξωκεφάλαιο/L’esocapitale δεν είναι απλώς/μόνο ένα δυσδιάκριτο χρηματοοικονομικό πλέγμα/δύσκολα ανιχνεύσιμο οικονομικό δίκτυο. Πλέον έχει ένα υλικό σώμα. Αυτό το σώμα αποτελείται από μια γιγαντιαία τεχνολογική αλυσίδα, της οποίας συνήθως, κανονικά, αντιλαμβανόμαστε μόνο τον τελευταίο κρίκο: την εφαρμογή που χρησιμοποιούμε στο smartphone μας ή το μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης με το οποίο συνομιλούμε, αλληλεπιδρούμε.

Πίσω από αυτή την φαινομενική απλότητα υπάρχει μια από τις πιο σύνθετες βιομηχανικές υποδομές που έχουν κατασκευαστεί ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία. Ξεκινάμε με την εξόρυξη σπάνιων γαιών και στρατηγικών ορυκτών. Περνάμε μέσα από τον σχεδιασμό και την παραγωγή των πιο προηγμένων ημιαγωγών. Ακολουθούν οι μνήμες υψηλής απόδοσης, τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, τα συστήματα cloud, τα κέντρα δεδομένων, τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, οι ψηφιακές πλατφόρμες και οι αλγόριθμοι που ρυθμίζουν την ορατότητα των πληροφοριών.

Είναι μια ενιαία αλυσίδα εφοδιασμού. Και είναι ακριβώς ο ολοκληρωμένος έλεγχος αυτής της αλυσίδας εφοδιασμού που αποτελεί σήμερα τον κύριο παράγοντα συσσώρευσης ισχύος. Για αυτόν τον λόγο, πιστεύω ότι δεν αρκεί να μιλάμε γενικά περί ψηφιακής οικονομίας. Βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι πολύ πιο βαθύ. Αντιμετωπίζουμε την κατασκευή των νέων στρατηγικών υποδομών της ανθρωπότητας.

Όπως ακριβώς στον εικοστό αιώνα, ο έλεγχος των σιδηροδρομικών δικτύων, του χάλυβα, της ηλεκτρικής ενέργειας και των τηλεπικοινωνιών καθόριζε την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των Kρατών, σήμερα, ο έλεγχος των τσιπ, του cloud, των κέντρων δεδομένων, των γλωσσικών μοντέλων και των δικτύων υπολογιστών καθορίζει τη νέα παγκόσμια γεωπολιτική ισορροπία. Δεν είναι τυχαίο ότι οι κύριοι διεθνείς ανταγωνισμοί επικεντρώνονται ακριβώς σε αυτούς τους τομείς.

Ο λεγόμενος πόλεμος των τσιπ μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας δεν αφορά απλώς μια μόνο ένα βιομηχανικό τομέα. Αφορά τον έλεγχο της μελλοντικής υπολογιστικής ικανότητας ολόκληρου του πλανήτη. Ομοίως, η κατασκευή γιγαντιαίων κέντρων δεδομένων που τροφοδοτούνται από ειδικούς/αποκλειστικούς πυρηνικούς σταθμούς παραγωγής ενέργειας, η επέκταση των υποδομών cloud και η κούρσα στην τεχνητή νοημοσύνη δεν αντιπροσωπεύουν ξεχωριστά φαινόμενα.

Είναι διαφορετικές πτυχές του ίδιου ιστορικού μετασχηματισμού. Εδώ είναι που η έννοια του κυβερνοφασισμού αποκτά την πιο ακριβή της σημασία. Δεν υποδηλώνει απλώς μια επιστροφή στον ιστορικό φασισμό. Δεν περιγράφει μια ιδεολογική νοσταλγία για τον εικοστό αιώνα. Περισσότερο υποδεικνύει μια νέα μορφή οργάνωσης της εξουσίας στην οποία η συγκέντρωση κεφαλαίου ενώνεται σταθερά με τη συγκέντρωση του υπολογισμού, της πληροφορίας και της ικανότητας να προσανατολίζουμε τις συλλογικές συμπεριφορές.

Η κυριαρχία δεν περνά πλέον μόνο μέσω του ελέγχου του παραγωγικού μηχανισμού. Συντελείται επίσης/περνά και μέσω του ελέγχου της γνωστικής υποδομής. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θεωρώ τα κέντρα δεδομένων, τα cloud, τους αλγόριθμους και τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης τα νέα στρατηγικά μέσα της σύγχρονης παραγωγής. Όσοι ελέγχουν αυτές τις υποδομές δεν ελέγχουν μόνο μια αγορά.

Ελέγχουν ένα αυξανόμενο μέρος του σχηματισμού της κοινωνικής συνείδησης. Η βιβλιοθήκη της ανθρωπότητας, για να χρησιμοποιήσω μια εικόνα που αναπτύσσεται στο βιβλίο μου, κινδυνεύει να μετατραπεί προοδευτικά σε μια ατομική ιδιοκτησία. Και μαζί με τη βιβλιοθήκη, κινδυνεύει να ιδιωτικοποιηθεί η ίδια η συλλογική ικανότητα επεξεργασίας της γνώσης. Είναι σε αυτό το έδαφος/πεδίο που η διάγνωση του Brancaccio βρίσκει την φυσική της ολοκλήρωση.

Η πολιτική οικονομία καταδεικνύει την τάση προς τη συγκεντροποίηση. Η ανάλυση των υποδομών δείχνει πού διαμορφώνεται/λαμβάνει σώμα αυτή η συγκεντροποίηση. Η συγκέντρωση του κεφαλαίου καθίσταται συγκέντρωση του υπολογισμού. Η συγκεντροποίηση του πλούτου γίνεται η συγκεντροποίηση της τεχνητής νοημοσύνης. Η οικονομική συσσώρευση καθίσταται συσσώρευση της γνωστικής δύναμης.

Και είναι ακριβώς αυτή η συγχώνευση κεφαλαίου, τεχνολογίας και ελέγχου της γνώσης, που κατά την άποψή μου, αποτελεί την πραγματική ιστορική καινοτομία/εξέλιξη της εποχής μας.

Συνεχίζεται

Μιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος   Un blog di Rivoluzionari Ottimisti

Προηγούμενο άρθρο

MeteoKav: Η χθεσινή ημέρα η πιο θερμή για το φετινό καλοκαίρι

Επόμενο άρθρο

Τουρισμός Καβάλα 2026: Τα επίσημα στοιχεία για αεροδρόμιο και λιμάνι δείχνουν τη δυναμική και τις προκλήσεις της σεζόν