4. Από τη διάγνωση στο πρόγραμμα: o δημοκρατικός έλεγχος της τεχνολογικής εφοδιαστικής αλυσίδας
Ωστόσο, οποιαδήποτε κριτική ανάλυση κινδυνεύει να καταστεί στείρα εάν δεν καταφέρει να μετατραπεί σε πολιτική πρόταση. Εδώ, κατά τη γνώμη μου, είναι που ο Κυβερνοφασισμός επιχειρεί να κάνει ένα επιπλέον βήμα σε σχέση με την κατά τα άλλα θεμελιώδη οικονομική ανάλυση του Libercomunismo. Ο Brancaccio καταδεικνύει την ανάγκη για δημόσια απαλλοτρίωση του μεγάλου, συγκεντρωτικού κεφαλαίου. Το βιβλίο μου διερωτάται σχετικά με το τι σημαίνει συγκεκριμένα αυτή η προοπτική σήμερα στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, γράφει ο Mario Sommella .
Η απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην εθνικοποίηση μεμονωμένων εταιρειών. Το πρόβλημα έχει γίνει πολύ πιο περίπλοκο. Οι μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες δεν είναι απλώς εταιρείες. Είναι οικοσυστήματα. Είναι υποδομές.
Είναι ενοποιημένα δίκτυα στα οποία το υλικό, το λογισμικό – hardware, software – η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, το cloud, τα γλωσσικά μοντέλα και τα δεδομένα αποτελούν έναν ενιαίο παραγωγικό οργανισμό. Για αυτόν τον λόγο, πιστεύω ότι το καθοριστικό έδαφος της πολιτικής σύγκρουσης του 21ου αιώνα είναι ο έλεγχος ολόκληρης της τεχνολογικής αλυσίδας εφοδιασμού. Δεν αρκεί να συζητάμε για αλγόριθμους. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε, πρέπει να αμφισβητήσουμε την υλική αλυσίδα που καθιστά δυνατή την ίδια την ύπαρξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Ποιος παράγει τους ημιαγωγούς; Ποιος ελέγχει τις μνήμες υψηλής απόδοσης; Ποιος σχεδιάζει τους επεξεργαστές που προορίζονται για την εκπαίδευση των μοντέλων; Ποιος κατέχει τα συστήματα cloud; Ποιος κατασκευάζει και διαχειρίζεται τα κέντρα δεδομένων;
Ποιος ελέγχει τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα; Ποιος παράγει την ενέργεια που απαιτείται για την τροφοδοσία αυτής της γιγαντιαίας υποδομής; Ποιος διέπει/κυβερνά τα δεδομένα; Ποιος αποφασίζει τα τεχνολογικά πρότυπα; Ποιος θεσπίζει τους κανόνες διαλειτουργικότητας;
Αυτά τα ερωτήματα, που πολύ συχνά θεωρούνται αποκλειστικά βιομηχανικά ζητήματα, είναι στην πραγματικότητα η καρδιά της σύγχρονης πολιτικής. Τον εικοστό αιώνα, η αριστερά κατανοούσε ότι ο έλεγχος της ενέργειας, των σιδηροδρομικών δικτύων, των μεγάλων βιομηχανιών και των τηλεπικοινωνιών συνιστούσε ένα ζήτημα δημόσιου συμφέροντος. Σήμερα, η ίδια επίγνωση πρέπει να μεταφερθεί και στις υποδομές του υπολογισμού.
Τα κέντρα δεδομένων, τα cloud, τα δίκτυα τεχνητής νοημοσύνης και τα συστήματα επεξεργασίας των δεδομένων αντιπροσωπεύουν τις νέες στρατηγικές υποδομές της κοινωνίας. Το να αφήσουμε τον πλήρη έλεγχο αυτών στα χέρια ιδιωτικών ολιγοπωλίων σημαίνει ότι παραιτείσαι/αποποιείσαι, μακροπρόθεσμα κάθε πραγματικής δημοκρατικής κυριαρχίας. Είναι σε αυτό το σημείο που θεωρώ ακόμη εξαιρετικά επίκαιρο το άρθρο 43 του ιταλικού Συντάγματος.
Πολύ συχνά αναφέρεται/ανακαλείται μόνο στα εγχειρίδια συνταγματικού δικαίου, αυτό αντιθέτως περιέχει μια από τις πιο σύγχρονες/μοντέρνες διαισθήσεις ολόκληρου του ιταλικού Συντάγματος. Το Σύνταγμα προβλέπει πράγματι ότι ορισμένες/συγκεκριμένες επιχειρήσεις, εφόσον διαθέτουν χαρακτήρα προέχοντος γενικού συμφέροντος ή αναλαμβάνουν μια μονοπωλιακή θέση, μπορούν να μεταβιβαστούν στην κοινότητα μέσω απαλλοτρίωσης με αποζημίωση.
Είναι δύσκολο να φανταστεί κάποιος σήμερα έναν πιο στρατηγικό τομέα από τις ψηφιακές υποδομές. Αν τον περασμένο αιώνα, η παραγωγή και η διανομή της ενέργειας αποτελούσαν το νευρικό σύστημα της βιομηχανικής οικονομίας, σήμερα, ο ρόλος αυτός επιτελείται από την υπολογιστική υποδομή. Για αυτόν τον λόγο, πιστεύω ότι η συνταγματική σκέψη πρέπει να εκσυγχρονιστεί, όχι να ξεπεραστεί.
Το άρθρο 43 δεν ανήκει στο παρελθόν. Απευθύνεται άμεσα/μιλά απευθείας στο μέλλον. Φυσικά, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την Ιταλία. Πράγματι, η ίδια η τεχνολογική διάσταση καθιστά σαφή την ανάγκη για μια ευρωπαϊκή απάντηση. Ούτε τα εθνικά Κράτη, θεωρούμενα μεμονωμένα, ούτε η αγορά από μόνη της είναι σήμερα ικανά να ανταγωνιστούν την κλίμακα που έχουν επιτύχει οι μεγάλες αμερικανικές ηπα και κινεζικές εταιρείες.
Εδώ, κατά την άποψή μου, η Ευρώπη έχει/διαθέτει μια ιστορική ευκαιρία. Όχι να γίνει ο τρίτος μεγαλύτερος ψηφιακός καπιταλιστής στον κόσμο, αλλά να οικοδομήσει ένα ριζικά διαφορετικό μοντέλο. Ένα μοντέλο που βασίζεται στον δημόσιο και δημοκρατικό έλεγχο των στρατηγικών υποδομών. Η Ευρώπη διαθέτει εξαιρετικά πανεπιστήμια, μεγάλα ερευνητικά κέντρα, προηγμένες βιομηχανικές δεξιότητες, μια παγιωμένη νομική παράδοση και μία από τις κορυφαίες παγκόσμιες σχολές για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων
Συνεπώς, διαθέτει όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να οικοδομήσει μια τεχνολογική αυτονομία που δεν αποτελεί απλή μίμηση του αμερικανικού ή κινεζικού μοντέλου. Όμως απαιτείται μια πολιτική επιλογή. Μια επιλογή που να θεωρεί την υπολογιστική ισχύ δημόσια υποδομή. Μία που να προωθεί ένα μεγάλο ευρωπαϊκό πόλο της τεχνητής νοημοσύνης υπό δημοκρατικό έλεγχο.
Μία που να επενδύει στην παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών. Που να αναπτύσσει δημόσια συστήματα cloud. Που να δημιουργεί κέντρα δεδομένων συλλογικής ιδιοκτησίας. Που να ευνοεί το ελεύθερο λογισμικό και τα ανοιχτά πρότυπα. Που να θεωρεί τα δεδομένα που παράγονται από την κοινότητα ως κοινά αγαθά και όχι ως απλή πρώτη ύλη προς εξόρυξη και χρηματισμοποίηση/εξαργύρωση.
Αυτή η προοπτική δεν γεννιέται από κάποια μορφή τεχνο-εθνικισμού. Πηγάζει από μια διαφορετική αντίληψη της δημοκρατίας. Διότι αν η δημοκρατία του εικοστού αιώνα βασιζόταν στον δημόσιο έλεγχο των μεγάλης κλίμακας υλικών υποδομών, η δημοκρατία του εικοστού πρώτου αιώνα θα πρέπει υποχρεωτικά να διαλεχθεί με τον έλεγχο των γνωστικών υποδομών. Σε αυτό το σημείο/πέρασμα είναι που η σκέψη του Stefano Rodotà, κατά τη γνώμη μου, διατηρεί μια εξαιρετική αξία.
Όταν ο Ροντοτά μιλάει για κοινά αγαθά, προβλέπει/προλαμβάνει έναν μετασχηματισμό που είναι πλέον σαφώς εμφανής σήμερα. Η γνώση, η πληροφορία, τα δεδομένα, οι αλγόριθμοι και τα δίκτυα δεν μπορούν να θεωρηθούν αποκλειστικά εμπορεύματα. Αποτελούν πλέον απαραίτητες/βασικές προϋποθέσεις για την άσκηση της δημοκρατικής ιδιότητας του πολίτη. Και ακριβώς αυτή η επίγνωση μας επιτρέπει να ολοκληρώσουμε το θεωρητικό ταξίδι που ξεκίνησε ο Μπρανκάτσιο.
Η απαλλοτρίωση του μεγάλου, συγκεντρωτικού κεφαλαίου δεν είναι πλέον απλώς ένα οικονομικό ζήτημα. Καθίσταται η απαραίτητη προϋπόθεση για την επιστροφή στην κοινότητα του ελέγχου των υποδομών μέσω των οποίων διαμορφώνεται, οργανώνεται και αναπαράγεται η ίδια η δημοκρατική ζωή. Από αυτή την οπτική γωνία, ο κυβερνοκομμουνισμός, που αναπτύχθηκε ως η τελική πρόταση του έργου μου, δεν αντιπροσωπεύει μια τεχνολογική ουτοπία.
Αντιπροσωπεύει την προσπάθεια να μεταφραστεί στη γλώσσα του 21ου αιώνα ένα ερώτημα τόσο παλιό όσο και το εργατικό κίνημα: ποιος πρέπει να ελέγχει τα θεμελιώδη μέσα παραγωγής; Σήμερα, αυτό το ερώτημα απλώς χρειάζεται να επικαιροποιηθεί. Επειδή τα νέα μέσα παραγωγής δεν είναι πλέον μόνο το εργοστάσιο, η τράπεζα ή η μεγάλης κλίμακας βιομηχανία. Είναι επίσης το κέντρο δεδομένων.
Το cloud. Η τεχνητή νοημοσύνη. Τα δίκτυα υπολογισμού. Οι γνωστικές υποδομές. Και είναι ακριβώς γύρω από την ιδιοκτησία τους που, πιθανότατα, θα αποφασιστεί η μοίρα της δημοκρατίας στον αιώνα μας.
Συνεχίζεται
Μιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος un blog di Rivoluzionari Ottimisti

