Οι καθημερινές κοινωνικές και πολιτικές αποτυχίες ή ανεπάρκειες, εκτός από εναύσματα απογοήτευσης και γκρίνιας για πολλούς από εμάς, συνιστούν και πολύτιμους ενδείκτες των βαθύτερων παθογενειών που κατατρύχουν κάθε τόπο που τις αναδεικνύει. Συνεπώς, μπορούμε να αντλήσουμε πολύ χρήσιμα συμπεράσματα από τρία χαρακτηριστικά παρεδειγματα ανεπαρκούς πολιτικού σχεδιασμού, αλλά και κοινωνικής αναλγησίας ως προς αυτά, των τελευταίων ετών.
Πάμε να τα δούμε ένα προς ένα λοιπόν: Πρώτον, η καθυστέρηση ανάληψης μιας απόφασης για το μέλλον και την τύχη του μέρους εμπρός του παλιού νοσοκομείου στο καρνάγιο, και κατ’ επέκταση η συνοδευόμενη γραφειοκρατική κωλυσιεργεία για την κατεδαφισμένη γέφυρα, είναι ένα πρώτο δείγμα πολιτικής και διοικητικής ανεπάρκειας στον τόπο μας, που πηγάζει από μία βαθιά θεσμική συνέχεια που χαρακτηρίζει το κράτος συλλήβδην, ειδικότερα, μία διαρρηγμένη σχέση μεταξύ των κοινωνικών αναγκών και της δημόσιας διοίκησης εν γένει που διασχίζει κάθετα και οριζόντια την χώρα μας. Δεύτερον, η πρόχειρη και αδέξια επιδιόρθωση των ζημιών στην ακτή της Καλαμίτσας που προκλήθηκαν προ μηνών από τους νοτιάδες, αναδεικνύει την απροθυμία μας να αναλάβουμε προληπτικά μέτρα για την επερχόμενη τουριστική περίοδο, μεταβάλλοντας τις αποφάσεις για την έσχατη στιγμή, με το αναμενόμενο αποτέλεσμα της αναγωγής της προχειρότητας και της τσαπατσουλιάς σε εθνικό σπορ. Τρίτον, η άρνηση, και η επακόλουθη μετάθεση της εις στο διηνεκές, της συλλογικής ενόρασης του προβλήματος κυκλοφοριακής συμφόρησης και καθημερινής συμβίωσης των πολιτών της Καβάλας που προκαλείται από την αθρόα προσέλευση τουριστών την περίοδο στην πόλη μας. Και εδώ θα ήθελα να σταθώ ένα λεπτό διότι είναι ένα θέμα που δεν έχει λάβει την αξία που του πρέπει κατά την γνώμη μου. Είναι μία περίοδος που διαπιστώνουμε πως εξαιρετικά τουριστικές πόλεις, όπως η Βαρκελώνη, που η ανάπτυξη τους βασίστηκε εν πολλοίς στο τουριστικό τους μοντέλο, αναθεωρούν πλήρως, και οδηγούνται πλέον ανοιχτά σε δημόσιες διαβουλεύσεις, αλλά και γενναία μέτρα καταπολέμησης του υπερ-τουρισμού, με πρώτο και καίριο, το φρένο στην μάστιγα της βραχυχρόνιας μίσθωσης (AirBNB). Γιατί το κάνουν αυτό; Μα διότι ο τουρισμός σαν οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης διαθέτη εγγενώς πολλά ελαττώματα, το σημαντικότερο όμως, ένα συγκεκριμένο στρατηγικό ταβάνι. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως από έναν αριθμό τουριστών και πάνω, το κέρδος της οικονομικής εισφοράς δεν ξεπερνά την καθημερινή ταλαιπωρία των ανθρώπων στους δρόμους, στις παραλίες και στην εύρεση σπιτιού. Έτσι, διαπιστώνουμε πως πόλεις με τόσο σπουδαία τουριστική φήμη δεν φοβούνται να αντιτάξουν την ποιότητα της καθημερινής ζωής των κατοίκων της, έναντι του πρόσκαιρου κέρδους από τον τουρισμό. Είναι καιρός λοιπόν σαν κοινωνία να προάγουμε μία γόνιμη δημόσια διαβούλευση για το μοντέλο που θέλουμε να ακολουθήσουμε τα επόμενα χρόνια στον τουριστικό τομέα. Οι συζητήσεις φυσικά οφείλουν να γίνουν με δυτικά πρότυπα, όπως γίνεται στην Ιρλανδία, την Ελβετία, την Ολλανδία και την Σκανδιναβία, δηλαδή πληθώρα συζητήσεων και αντιπαραθέσεων (και αυτό θεμιτό είναι) μεταξύ εκπροσώπων των επαγγελματιών της πόλης, των τοπικών συμβουλίων του Δήμου, και της επίσημης Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Οι συζητήσεις επίσης μπορούν να γίνονται είτε σε δημόσια θέα, είτε να μαγνητοσκοπούνται ζωντανά σε κάποιο κανάλι ή διαδικτυακή σελίδα, ώστε να υπάρχει και η κατάλληλη ανάδραση από τους πολίτες. Να σημειωθεί δε, πως τέτοιου είδους λύσεις δεν απαιτούν υψηλά ποσά δημόσιας δαπάνης, προϋποθέτουν όμως κάτι ακόμα πιο δυσεύρετο στην χώρα μας, πολιτική βούληση, συναίνεση και άψογη οργάνωση.
Τα τρία αυτά παραδείγματα που ανέλυσα, αναδεικνύουν με απόλυτα ενάργεια, την κυριότερη ελληνική παθογένεια διαχρονικά. Μία κουλτούρα παθητική, που δεν έχει υγιή σχέση με τον χρόνο, και άρα με το “τώρα”. Η μετάθεση μίας σημαντικής υποχρέωσης στο αόριστο μέλλον, ψυχαναλυτικά δείχνει την φοβία ανάληψης ευθύνης στο “τώρα”, και άρα την επ’ αορίστου μεταφορά της, εν είδη παιδικής ανωριμότητας, δηλαδή, μίας βαθιάς αδυναμίας ως προς την ανοχή της δυσφορίας που προκαλούν οι δύσκολες αποφάσεις. Όμως, οι δύσκολες αποφάσεις που προϋποθέτουν δυσφορία είναι που φέρουν και το μεγαλύτερο κεφάλαιο κοινωνικής ωφέλειας.
Σαφώς βέβαια, αυτό δεν είναι κάτι που χαρακτηρίζει τον πολιτικό κόσμο της χώρας ή της πόλης μας, αλλά ολόκληρο το κοινωνικό μας φάσμα. Στο χέρι μας είναι να διαμορφώσουμε τέτοια κριτήρια που συζητούνται εδώ, ώστε να έχουμε και τις αντίστοιχες απαιτήσεις από τους πολιτικούς μας. Και αν στο εθνικό επίπεδο η δικαιολογία μας είναι η θεσμική απόσταση εξουσίας και λαού, στο τοπικό επίπεδο δεν έχουμε δικαιολογία. Οι κοινωνικές αλλαγές δεν έρχονται από τους δικαστές και του διανοητές των πληκτρολογίων, αλλά στον πραγματικό κόσμο και στην καθημερινή απαίτηση που έχουμε από τα πράγματα γύρω μας, και κυρίως, από τον εαυτό μας.
Είθε να κοιταχτούμε στον καθρέφτη λοιπόν, και ας συζητήσουμε για το τι είδαμε και τι θέλουμε να βλέπουμε στο εγγύς μέλλον, έτσι, είμαι βέβαιος πως όλα τα όμορφα θα έρθουν.
Γιώργος Τσικνάκης
Πολιτικός Επιστήμονας, Χάγη, Ολλανδία

