Η Μαρία ζούσε εκεί που τελείωνε η άσφαλτος και άρχιζαν τα χωράφια. Στο χωριό όλοι την ήξεραν για το ίδιο πράγμα: κάθε φορά που ακουγόταν αεροπλάνο, σταματούσε ό,τι έκανε και έβγαινε έξω. Άφηνε το φαγητό στη φωτιά, ποτήρια και πιάτα μισοπλυμένα, μαλλιά μισολουσμένα. Έβγαινε στην αυλή, σήκωνε το πρόσωπο ψηλά, μέχρι που τα μάτια της δάκρυζαν.
Κάποιοι που έτυχε να βρίσκονται κοντά της τέτοιες στιγμές έλεγαν πως κάτι ψιθύριζε καθώς χαιρετούσε το αεροπλάνο. Κανείς δεν ήξερε τι. Κάποιοι υπέθεταν ένα όνομα. Ο άντρας της ήταν πιλότος. Το αεροπλάνο του χάθηκε πάνω από τη θάλασσα. Δεν βρέθηκαν συντρίμμια ούτε σώμα. Μια επίσημη ανακοίνωση μόνο, και συγχωριανοί που απέφευγαν να την κοιτάξουν στα μάτια. Τα βράδια κοιμόταν με το παράθυρο ανοιχτό, ακόμα και τον χειμώνα. Άκουγε αεροπλάνο να πλησιάζει και πεταγόταν όρθια μέσα στη νύχτα. Φορούσε βιαστικά ό,τι έβρισκε και έβγαινε στην αυλή κρατώντας έναν φακό.
Ο φακός κρεμόταν αναμμένος μέρα-νύχτα δίπλα στην πόρτα, σαν φως εισόδου για κάποιον που αργούσε χρόνια να γυρίσει. Την επόμενη μέρα, πίνοντας καφέ με τη γειτόνισσα, έλεγε ήρεμα, σχεδόν αδιάφορα: «Χθες πέρασε ο Θέμης από το σπίτι…». Μια αυγουστιάτικη μέρα, ένα αεροπλάνο πέρασε χαμηλά πάνω από τα σπίτια. Τα τζάμια έτριξαν. Τα σκυλιά άρχισαν να γαβγίζουν. Η Μαρία βγήκε έξω. Σήκωσε το χέρι. Στο άλλο κρατούσε τον κόκκινο φακό αναμμένο μέσα στο δυνατό φως. Το αεροπλάνο έγειρε τα φτερά λίγο δεξιά, λίγο αριστερά, ακριβώς πάνω από το σπίτι της Μαρίας. Μετά πήρε ύψος, έγινε κουκίδα, χάθηκε. Η ησυχία σκέπασε το χωριό. Η Μαρία μπήκε στο σπίτι. Ο κόκκινος φακός έμεινε στην αυλή, σβηστός, πεσμένος στο χώμα σαν κάτι που δεν είχε πια λόγο να περιμένει.

