Η θεία μου η Σοφία έχασε τις πέντε αδελφές της στο μεγάλο διωγμό του 1922. Τη μητέρα μου την βρήκε τυχαία μετά από τριάντα χρόνια. Παρακάτω ακολουθεί η διήγηση της στην μητέρα μου για την μεγάλη πορεία του θανάτου που οργάνωσαν οι Νεότουρκοι για τους Έλληνες του Πόντου, στην οποία συμμετείχε στην ηλικία των οκτώ ετών. Αιτία όλων των κακών που ακολούθησαν για την οικογένεια των Ευθυμιάντων ήταν εκείνο το μεγάλο βαρέλι. Το βαρέλι είχε έρθει από τη Ρωσία και το μετέφεραν με κάρο στο μαγαζί του θείου Νικόλα με τα κρασιά.
Κάποια στιγμή ξέφυγε, κύλησε στον δρόμο και έσκασε. Μόνο που μέσα δεν είχε κρασί. Είχε όπλα. Όπλα για τους Πόντιους αντάρτες που είχαν αρχίσει να βγαίνουν στα βουνά μετά την επανάσταση των Νεότουρκων. Οι άνθρωποι τότε προσπαθούσαν πρώτα να προφυλαχθούν από τους Τσέτες και ύστερα να κρατήσουν την πίστη τους, την γλώσσα τους και τη ψυχή τους. Το σπασμένο βαρέλι πρόδωσε τους πάντες. Σκότωσαν όσους βρήκαν από την οικογένειά μας. Έκαψαν σπίτια και υποστατικά. Διέλυσαν ολόκληρο το σόι των Ευθυμιάντων. Εγώ σώθηκα, γιατί εκείνο το βράδυ είχα κοιμηθεί στο σπίτι της φίλης μου της Τασίας, διακόσια μέτρα πιο πέρα από το δικό μας. Πέντε μέρες μετά το κάψιμο του χωριού μας, ήρθαν οι Τζανταρμάδες. Ήταν Σάββατο, το θυμάμαι ακόμη. Γέμισε ο τόπος καβαλάρηδες.Απλώθηκαν παντού. Μαζί τους είχαν και τον ντελάλη του χωριού, τον Αχμέτ, με το νταούλι του.
Άλλες φορές, όταν περνούσε από τις γειτονιές, τρέχαμε από πίσω του και γελούσαμε. Τον κοροϊδεύαμε σαν παιδιά. Εκείνη την μέρα κανείς δεν γελούσε. Στο χωριό είχε πέσει βουβαμάρα. Ακουγόταν μόνο το νταούλι. Ντουπ… ντουπ… ντουπ… Και ύστερα η φωνή του Αχμέτ -«Ακούσατε! Ακούσατε! Όλοι οι Χριστιανοί μέσα σε μία ώρα να συγκεντρωθούν στον δρόμο προς τα Κοτύωρα. Να πάρει ο καθένας ό,τι μπορεί να κουβαλήσει μαζί του. Όποιος δεν υπακούσει θα εκτελεστεί επί τόπου και το σπίτι του θα πυρποληθεί.» Τα λόγια εκείνα δεν έφυγαν ποτέ από μέσα μου. Καμιά φορά ακόμη τα ακούω στον ύπνο μου. Και ξυπνώ ιδρωμένη. Το παράξενο ήταν πως μέχρι τότε ζούσαμε ειρηνικά με τους μουσουλμάνους του χωριού. Με την οικογένεια του Ορχάν είχαμε τις καλύτερες σχέσεις.
Η μητέρα μου μάλιστα είπε κάποια στιγμή διακόπτοντάς την: — Με την κόρη του, την Αϊσέ, ήμουν φίλη. Κάθε Πασχαλιά έβαφαν και αυτοί κόκκινα αυγά μαζί μας… Και σώπασε. Σαν να κατάλαβε εκείνη την στιγμή πως ένας ολόκληρος κόσμος τελείωνε. Η θεία Σοφία συνέχισε την διήγηση και εμείς ακούγαμε εκστασιασμένοι Η κυρία Ευτέρπη και ο κυρ Κώστας άρχισαν βιαστικά να ετοιμάζουν μπόγους με λίγα ρούχα και τρόφιμα. Πίστευαν πως το ταξίδι θα κρατούσε λίγες μόνο μέρες. Ο κυρ Κώστας ήρθε κοντά μου και με έπιασε από τους ώμους. — Εσένα Σοφάκι μου δεν θα σε πάρουμε μαζί μας, μου είπε. Μπορεί να σε ψάχνει η μάνα σου όταν γυρίσει. Όμως δεν με κοιτούσε στα μάτια. Κοιτούσε κάτω. Τότε κατάλαβα πως δεν μου έλεγε την αλήθεια. Το κατάλαβα, το ένοιωσα από το σπάραγμα της ψυχής μου. Η μητέρα μας δεν ζούσε .Απανθρακώθηκε μέσα στο καμένο μας σπίτι.
Άρχισα να κλαίω με λυγμούς. Η Τασία με αγκάλιασε άρχισε να κλαίει και αυτή. Φώναζε στον πατέρα της: — Όπου πάει η Σοφίτσα θα πάω και εγώ! Έτσι ετοίμασαν και για μας δύο μικρούς μπόγους. Η κυρία Ευτέρπη μας έδεσε τους μπόγους στην πλάτη και μέσα περιείχαν λίγο ψωμί, τυρί και λουκάνικα. Μας έδωσε κι από ένα μικρό δερμάτινο φλασκί με νερό. Εμείς όμως νομίζαμε πως πηγαίναμε εκδρομή. Ψάχναμε μάλιστα και άλλα παιδιά για παρέα. Κανένα όμως δεν ξεκολλούσε από την μάνα του. Όταν κατεβήκαμε στον δρόμο, είδα για πρώτη φορά τόσο κόσμο μαζεμένο. Άνθρωποι με μπόγους, παιδιά αγκαλιασμένα, γέροι σκυφτοί, γυναίκες που έκλαιγαν σιωπηλά. Μόνο ο Μαργαρίτης, ο τρελός του χωριού, γελούσε ακόμη. Τον είχαν φέρει κι αυτόν. Σε ποιον να τον αφήσουν;
Ο παπά Χριστόφορος είπε πως το χωριό μας, οι Δύο Μούσες, ήταν το αρχαιότερο της περιοχής, θα ξαναγυρίσουμε δεν μπορεί . Το χωρίο μας όπως ξέρεις ήταν πολύ όμορφο από εκεί φαινόταν πρώτη φορά η θάλασσα του Εύξεινου Πόντου σε όποιον κατέβαινε από τον Νότο .Και τώρα εμείς φεύγαμε μακριά από την θάλασσα. Μακριά από τον γενέθλιο τόπο. Αυτό φόβιζε τους πάντες. Οι προεστοί ζήτησαν από τον επικεφαλής των Τζανταρμάδων να πάνε πρώτα στα νεκροταφεία, να κάνουν ένα τρισάγιο στους πατεράδες τους. Δεν τους άφησαν. Η διαταγή ήταν να ξεκινήσουμε αμέσως .Εγώ φορούσα τα άσπρα καινούργια μου παπουτσάκια. Ο κυρ Κώστας μου έδωσε ένα ζευγάρι τσαρουχάκια να φορέσω για τον δρόμο, μα εγώ δεν τα ήθελα.
Ήθελα τα δικά μου. Τα αγαπημένα μου .Εκείνος πήρε τα τσαρούχια αθόρυβα και τα έχωσε μέσα στον μπόγο μου — Θα τα χρειαστείς σύντομα, μικρούλα μου. Ο Τούρκος αρχηγός σήκωσε το ξίφος του ψηλά. Ο ήλιος έπεσε πάνω στην λάμα και άστραψε. Ύστερα χτύπησε μπροστά τον αέρα. Και ξεκινήσαμε. Στην αρχή ο δρόμος ήταν γεμάτος φωνές και ανακατωσούρα. Από άλλα χωριά έρχονταν κι άλλοι Έλληνες και ενώνονταν μαζί μας. Η ανθρώπινη γραμμή όλο μεγάλωνε. Όταν ανεβήκαμε στον πρώτο λόφο και γύρισα πίσω να κοιτάξω, τρόμαξα. Ο δρόμος είχε γεμίσει ανθρώπους. Μια ατέλειωτη σειρά. Οι τελευταίοι από εκεί ψηλά που τους βλέπαμε, έμοιαζαν σαν μικρά μαύρα σημαδάκια που σέρνονταν πάνω στην γη. Όλη εκείνη η πορεία έμοιαζε με τεράστιο φίδι. Και από μέσα του έβγαινε ένας βόμβος.
Σαν θρήνος. Το βράδυ σταματήσαμε σε ένα πλάτωμα πάνω στο βουνό. Ήταν η πρώτη νύχτα της ζωής μου που θα κοιμόμουν έξω. Στην αρχή το χάρηκα λίγο. Ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια. Έμοιαζαν τόσο κοντά που νόμιζες πως άμα άπλωνες το χέρι θα τα άγγιζες .Η κυρία Ευτέρπη μας σκέπασε με τις κάπες. Εγώ και η Τασία κοιτούσαμε τον ουρανό και διαλέγαμε ποιο αστέρι θα είναι δικό μας. Ύστερα όμως θυμήθηκα την μάνα μου .Κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ, ερχόταν και με φιλούσε στο μέτωπο. Εκείνο το βράδυ δεν ήταν εκεί. Σηκώθηκα αργά, αγκάλιασα την κυρία Ευτέρπη και της είπα: — Σ’ αγαπώ πολύ… Και αφού δεν μπορώ να σε λέω μαμά… θα σε λέω θεία. Εσένα και τον θείο Κώστα. Η γυναίκα με έσφιξε πάνω της. — Για μας, Σοφία μου, θα είσαι παιδί μας. Ένα δάκρυ ανέβηκε στον λαιμό μου. Μα δεν το άφησα να βγει.
Την άλλη μέρα άρχισε η αληθινή πορεία. Πριν ακόμη βγει ο ήλιος, οι Τζανταρμάδες όρμησαν μέσα στο πλήθος με μαστίγια και υποκόπανους. Χτυπούσαν όπου έβρισκαν. Σε γέρους. Σε γυναίκες. Σε παιδιά. Ένας ηλικιωμένος σωριάστηκε αιμόφυρτος. Ο γιος του αντέδρασε. Άρπαξε το όπλο του Τζανταρμά. Ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Ο άνδρας έπεσε ανάσκελα με τα μάτια ανοιχτά προς τον ουρανό. Στο μέτωπό του φάνηκε μόνο μια μικρή μαύρη τρύπα. Τίποτε άλλο. Μα κάτω από το κεφάλι του άρχισε να απλώνεται αίμα. Ο θείος Κώστας με τράβηξε κοντά του. Δεν είπε τίποτε. Όταν αργότερα ανεβήκαμε σε μια κορυφή, γύρισα πίσω προς το μέρος όπου είχαμε κοιμηθεί. Είδα μικρά σκοτεινά σχήματα ακίνητα στο χώμα. Τράβηξα τον θείο από το μανίκι. — Κοίτα, θείε… πόσους ξέχασαν να ξυπνήσουν… Από το πλήθος των δύο χιλιάδων Ποντίων που ξεκίνησε από την Οινόη κατέληξαν στο Χαλέπι της Συρίας 129 άτομα. Μέσα σ’ αυτούς και η θεία μου η Σοφία. Ήλθε στην Ελλάδα κουβαλώντας μέσα της μνήμες μιας αλησμόνητης ζωής της αγαπημένης οικογένειας της.Ύστερα ακολούθησαν τα άσχημα. Ήρθε μόνη μέσα σε αγνώστους να ψάχνει για τις πέντε αδελφές της. Δεν ήξερε αν ζουν ή αν πέθαναν. Κουβαλούσε μέσα της έναν ολόκληρο χαμένο κόσμο.
Παναγιώτης Φώτου

