Κατά την διάρκεια των καλοκαιρινών μου διακοπών στην γενέτειρα, την όμορφη Καβάλα, με απασχόλησε εντόνως ένα αμιγώς πολιτικό ζήτημα. Όσο επίμονα και αν επιχειρούσα να απωλέσω το συσσωρευμένο ακαδημαϊκό και εργασιακό φορτίο ––που αποκόμισα τον τελευταίο έτος στην Ολλανδία–– λιώνοντας στο ελληνικό καταμεσήμερο, πίνοντας ατελείωτους ελληνικούς καφέδες, και συνομιλώντας για ώρες με φίλους και αγαπημένους που είχα να δω καιρό, αδυνατούσα να βγάλω από το μυαλό μου τις επίμονες αυτές εσωτερικές διαμαρτυρίες που αναπηδούσαν κάθε τόσο.
Αναρωτιόμουν πραγματικά πως είναι δυνατόν, έπειτα από πολλά έτη προετοιμασίας, μελέτης, κωλυσιεργίας, ανατροφοδότησης αλλά και αναμφισβήτητης ταλαιπωρίας, να καταφέραμε να χτίσουμε μία τόσο μη-λειτουργική Πλατεία Καπνεργάτη. Καθήμενος λοιπόν σε ένα από τα μαγαζιά πέριξ της πλατείας, αγνάντευα, απελπισμένος και απορημένος, τις κόκκινες κορδέλες και τις μπάρες απαγόρευσης πάνω σε σπασμένα κομμάτια του δαπέδου, αλλά και την απέλπιδα προσπάθεια των παιδιών να ευχαριστηθούν το παιχνίδι τους, το ιερό τους καθήκον, αδυνατώντας φυσικά, ένεκα της απουσίας επαρκούς πρασίνου ––δέντρων ή γρασιδιού–– σε συνδυασμό με τον υπερ τω δέον ζωηρό ήλιο του καλοκαιριού. Η απάντηση σε αυτές τις εσωτερικές μου στιχομυθίες δόθηκε από την μονοετή εμπειρία της μετανάστευσης μου στην Ολλανδία. Η ακαδημαϊκή και η εργασιακή μου εμπειρία, μου είχε προσφέρει το απαραίτητο οπλοστάσιο για να καταφέρω να λύσω αυτόν τον γρίφο στο μυαλό μου. Ο λόγος είναι απλός λοιπόν: η Πλατεία Καπνεργάτη συστάθηκε υπό τις πιο αγνές πολιτικές προθέσεις, και σχεδιάστηκε βάσει των ευνομούμενων ευρωπαϊκών κρατών τα πρότυπα. Εντούτοις, δεν διέθεσε ποτέ στις καταστατικές συνθήκες του σχεδιασμού της, την απαραίτητη κρίση και γνώμη των νέων ανθρώπων της πόλης. Μου είναι πρακτικώς αδύνατο να διανοηθώ πως εάν υπήρχε ένας νέος άνθρωπος (κάτω των 35) σε θέση ευθύνης, ότι δεν θα είχε εγείρει το θέμα πρασίνου ως υψίστης σημασίας για τον σχεδιασμό αυτής της πλατείας, και αυτό φυσικά διότι τον ενδιαφέρει άμεσα να έχει τέτοιες ευκαιρίες αστικής βιωσιμότητας στην πόλη του, ή επειδή μπορεί να έχει εμπνευστεί (και λογικώς) από τέτοιου βεληνεκούς έργα σε ευρωπαϊκές προηγμένες πόλεις.
Αυτή η λογική αλληλουχία φυσικά μας οδηγεί με μία αναγωγή, στην σκέψη δηλαδή ότι σε καμία ελληνική πόλη δεν υπάρχει υψηλή συμμετοχή των νέων στην τοπική αυτοδιοίκηση. Ωστόσο, ξέρετε που υπάρχει μία από τις μεγαλύτερες συμμετοχές νέων στις εκλογές τοπικής αυτοδιοίκησης (και όχι μόνο), στην Ολλανδία φυσικά, και ίσως μπορούμε να αντλήσουμε πολλαπλά χρήσιμα μαθήματα. Καθώς μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση η αθρόα προσέλευση των νέων Ολλανδών στις εθνικές αλλά και τις τοπικές κάλπες τον περασμένο χειμώνα, σκέφτηκα να κάνω μία οιονεί δημοσκόπηση, ρωτώντας όποιον Ολλανδό γνωρίζω από το πανεπιστήμιο ή την δουλειά. Στο ερώτημα “Γιατί μετέχετε τόσοι πολλοί νέοι στην πολιτική;”, η απάντηση ήταν σχεδόν ομόφωνη: “Γιατί θέλουμε να αλλάξουμε την πόλη μας (ή την χώρα) και γιατί μας δίνεται αυτή η ευκαιρία”.
Από αυτήν την απάντηση και μόνο μπορούμε εναργώς να εντοπίσουμε τις βασικές διαφορές στην πολιτική μας κουλτούρα, σε σχέση με την ολλανδική, που μας κρατάει πίσω και δεν μας αφήνει να δούμε προκοπή με όρους συνέπειας και συνέχειας. Αυτό που περιγράφουν οι “συνεντευξιαζόμενοι” μου ονομάζεται στην πολιτική επιστήμη “Political Efficacy”, που σημαίνει την αίσθηση κάποιου ατόμου ότι μπορεί να συμβάλει αποτελεσματικά στην πολιτική αλλαγή του τόπου του. Ερευνητικά δε, στις χώρες που αυτός ο δείκτης είναι υψηλός, συνοδεύεται από διάφορους άλλους ελπιδοφόρους και παραγωγικούς δείκτες, όπως η πολιτική εμπιστοσύνη, η πολιτική συμμετοχή και η πολιτική λογοδοσία.
Για ποιόν λόγο λοιπόν οι Ολλανδοί νέοι αισθάνονται ότι μπορούν να φέρουν αλλαγές στον τόπο τους ενώ εμείς όχι; Εδώ η απάντηση είναι πιο περίπλοκη, και κατά την γνώμη μου κρύβεται σε 3 κρίσιμους παράγοντες: Πρώτον, την κουλτούρα, δεύτερον την επίσημη παιδεία και τρίτον την αποκέντρωση. Αναφορικά με τον πρώτο παράγοντα, η ελληνική κουλτούρα είναι βαθιά κολεκτιβιστική, σε αντίθεση με την ολλανδική που είναι αμιγώς ατομική. Σε μία κολεκτιβιστική κουλτούρα έθνους η αξιοσύνη δεν αναδεικνύεται μέσω των εχέγγυων ατομικής αξίας, προσφοράς και αξιοπρέπειας που φέρει το κάθε άτομο από μόνο του, αλλά εν πολλοίς από την σοφία που συνοδεύει την ηλικία του, τις γνωριμίες του, την δικτύωση της οικογένειάς του και την πρόθεση του να αφομοιώσει την ατομικότητα του σε ένα μαζικό πλαίσιο ενώ ταυτόχρονα αποδεικνύει συνεχώς την απόλυτη αφοσίωση του σε αυτό. Εν αντιθέσει στις ατομικές κουλτούρες, όπως η ολλανδική, το μόνο που αναζητείται αδιαλείπτως είναι η ατομική αξία, προσφορά και διαφορετικότητα στον τρόπο σκέψης που φέρει ο καθένας. Δεν είναι τυχαίο πως στην Ελλάδα πρέπει να έχεις γκρίζους κροτάφους για να θεωρείσαι αν μη τι άλλο άξιος γνώμης, κάτι που ενσαρκώνεται φυσικά σε αμέτρητες λαϊκές παροιμίες, όπως η ειρωνική και υποτιμητική ” η αλεπού εκατό και το αλεπουδάκι εκατό ένα ;”. Σε μία τέτοια κουλτούρα, δεν καλλιεργείται έφορο έδαφος για τους φέρελπις νέους.
Αναφορικά με τον δεύτερο παράγοντα, την παιδεία, καθίσταται σαφές πως η ολλανδική εκπαιδευτική λογική, δομημένη γύρω από την δημιουργική και κριτική σκέψη και τον γόνιμο διάλογο και αντίλογο (σε όλα τα στάδια της επίσημης παιδείας, μέχρι και στα πανεπιστήμια), έρχεται σε άμεση αντίθεση με την “απομνημονευτική εμμονή” των ελληνικών σχολείων, τους επιφανειακά άριστους βαθμούς, και το φαινόμενου το γονέα-τύραννου που κατακρεουργεί τον εκάστοτε δάσκαλο όταν νιώσει πως αδικείται το παιδί του. Η πρώτη παράγει ανθρώπους έτοιμους να σκεφτούν, να συζητήσουν και να αντιπαρατεθούν, ενώ η δεύτερη παράγει ανθρώπους που ανάγουν την ίδια την γνώση, και όχι την κρίση της, σε αυταξία, και οδηγούνται αργά ή γρήγορα είτε σε κρίση ταυτότητας ή ατομική ακρισία. Τέλος, και αναφορικά με τον τρίτο παράγοντα, η αποκέντρωση της εξουσίας είναι ένα ζήτημα το οποίο αφορά την εκάστοτε κυβέρνηση, και δεν είναι καταρχήν ευθύνη των Δήμων. Εδώ η Ολλανδία έχει επιλέξει ένα αγγλογενές μοντέλο, του λεγόμενου “devolution”, όπου ο κάθε Δήμος έχει τον δικό του προϋπολογισμό και αυξημένες δυνατότητες πολιτικών δικαιοδοσιών στα πλαίσια της πόλης του, σε σύγκριση με την Ελλάδα. Ακριβώς επειδή η τοπική αυτοδιοίκηση ενέχει το χαρακτηριστικό της άμεσης έκθεσης των ανθρώπων στις πράξεις τους, σε αυτό που ονόμαζε ο Καβάφης ως “έπαινο του δήμου και των σοφιστών”, έχει και μεγαλύτερο κίνητρο να είναι πιο αποτελεσματικός και διαφανής. Ενώ είναι πιθανότερο κάποιος να έχει πολύ πιο αγαθές προθέσεις για έναν τόπο που διαμένει και διαβιώνει, παρά για έναν που βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά, όπως π.χ. ένας βουλευτής από την Κρήτη, που καλείται να ψηφίσει για κάτι που αφορά στον Δήμο Καβάλας. Συνεπώς, η παραχώρηση σημαντικών εξουσιών από την κεντρική ελληνική κυβέρνηση, στις τοπικές αυτοδιοικήσεις, θεωρώ πως είναι το επόμενο φυσικό βήμα του “εξευρωπαϊσμού” μας, δηλαδή της πολιτικής μας ενηλικίωσης.
Όπως πολύ αιχμηρά διατυπώνει ο κ. Πέτρος Καψάσκης στο ΒΗΜΑ ” Η δυσκολία αποχωρισμού του συλλογικού υποκειμένου από την πατρική αρχή (κράτος) καθηλώνει τους πολίτες σε μια κατάσταση θεσμικής ανηλικότητας, αφ΄ης στιγμής αναζητά διαρκώς προστασία και ανταμοιβή από μια εξωτερική αρχή η οποία καλείται να επιλύει διαρκώς κάθε πρόβλημα της συλλογικής ζωής. Μια ώριμη δημοκρατία δεν οικοδομείται όταν το κράτος αναλαμβάνει συγκεντρωτικά όλες τις λειτουργίες, αλλά όταν οι πολίτες, οι κοινότητες και οι θεσμοί αποκτούν την ικανότητα να αυτοδιοικούνται και να λογοδοτούν.” Η πολιτική ενηλικίωση είναι λοιπόν η έννοια που μου τριβέλιζε το μυαλό όσο απολάμβανα τις διακοπές μου στην αγαπημένη μου γενέτειρα, αυτό οφείλει να είναι το επόμενο βήμα μας, πρώτα σε ατομικό, έπειτα σε τοπικό, και τέλος σε εθνικό επίπεδο. Και είμαι σίγουρος πως θα εκπλαγούμε ευχάριστα από το πόσο αλλάζει τον άνθρωπο το βάρος της ευθύνης. Τον μεταμορφώνει…
Γιώργος Τσικνάκης
Πολιτικός Επιστήμονας, Χάγη, Ολλανδία

