Η πληροφορία που μεταδόθηκε στα πρωινά δελτία των τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών ήταν συγκλονιστική και αναπάντεχη για μένα. Το άκουσμά της με σόκαρε. Βρήκαν τη Ρέα νεκρή στο διαμέρισμά της, ύστερα από τρεις ημέρες! Έμενε μόνη εδώ και πολύ καιρό, σε μια πολυκατοικία σχεδόν στο κέντρο της πόλης. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε επί τρεις ημέρες αν ζει ή πέθανε η κοπέλα. Κανείς; Στην κηδεία της δεν πρόλαβα να πάω για το τελευταίο αντίο. Την έθαψαν αμέσως, λόγω της κατάστασης του πτώματος.
Ήταν συνάδελφός μου και, όπως φαίνεται, το τελευταίο της αποκούμπι στις μοναξιές της. Με έπαιρνε, συνεσταλμένα στην αρχή, στο τηλέφωνο. Αυτό γινόταν κυρίως όταν την πλάκωνε η κατάθλιψη της μοναξιάς, όπως υποψιαζόμουν. Ήθελε να συζητήσει μαζί μου κάποιο θέμα που την βασάνιζε, συνήθως κοινωνικοπολιτικό. Τη Ρέα τη γνώρισα για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη. Είχαμε στήσει εκεί, μαζί με τον φίλο μου τον Κώστα, ένα εκτυπωτηπάδικο, με ένα εκτυπωτικό μηχάνημα που δούλευε με οινόπνευμα τότε. Το μηχάνημα το είχαμε τοποθετήσει σε μια γωνιά ενός βιβλιοπωλείου, επί της οδού Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη. Διαλέξαμε το σημείο εκείνο γιατί ήταν κοντά στο Πανεπιστήμιο, απέναντι σχεδόν από την κύρια είσοδο της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ. Είχαμε τότε εκτυπώσει κάποια θέματα για τους πρωτοετείς της Νομικής, που μας έφερε ένας φίλος, και είχαν ειδοποιηθεί μερικοί φοιτητές να έρθουν να τα αγοράσουν. Τότε δεν υπήρχε η δωρεάν παιδεία όπως σήμερα και τα βιβλία που εξέδιδαν οι καθηγητές ήταν πανάκριβα. Η Ρέα ήταν πρωτοετής της Νομικής και ήρθε να αγοράσει τα έντυπα που προσφέραμε. Την ημέρα εκείνη φυσούσε ένας φοβερός Βαρδάρης και η κοπέλα έπρεπε να περιμένει έξω μέχρι να τυπώσουμε το απόκομμα που χρειαζόταν. Ο χώρος μας ήταν μικρός για να έρθει μέσα και εμείς με το ζόρι βολευόμασταν. Η μάλλινη κόκκινη ζακέτα που φορούσε έφτανε λίγο πιο κάτω από τη μέση και της προσέφερε ελάχιστη προστασία από εκείνο το διαβολόκρυο που είχε εκείνη την ημέρα.
Είχε ακουμπήσει την πλάτη της στην ακακία που ήταν στο πεζοδρόμιο και προσπαθούσε να συμμαζευτεί μέσα στη ζακέτα της, όσο μπορούσε. Ο Κώστας την είδε, κατάλαβε και μου έδωσε το στρατιωτικό του αμπέχονο, που είχε κρεμασμένο στην πλάτη της καρέκλας του. Βγήκα έξω και της το πρόσφερα με δισταγμό. Το δέχτηκε ευχαρίστως. Τότε πρόσεξα την κοπέλα. Ήταν μια εντυπωσιακή νέα γυναίκα, με ωραίο παράστημα και συμμετρικό σώμα, αρκετά ψηλή για γυναίκα. Εκείνο όμως που μου έκανε εντύπωση ήταν η θλιμμένη ματιά της και το φοβισμένο ύφος της. Ήρθε μερικές φορές ακόμη και την τελευταία φορά που μας επισκέφτηκε το έκανε για να μας καταβάλει κάτι που μας χρωστούσε. Εκείνη τη φορά με ενημέρωσε, αρκετά χαρούμενη, ότι παρατάει τις σπουδές στη Νομική. Είχε δώσει εξετάσεις στον ΟΤΕ και πέρασε ως χειρίστρια τηλεπικοινωνιακών μέσων. Στις παροτρύνσεις μου να μην παρατήσει τη σχολή της δεν δέχτηκε. Είχε αποφασίσει. Εκείνη την εποχή προκηρύχθηκαν εξετάσεις για την εισαγωγή σπουδαστών σε μια σχολή του ΟΤΕ στη Θεσσαλονίκη. Γνωρίζοντας το προηγούμενο της Ρέας, πήρα μέρος σε εκείνον τον διαγωνισμό, όχι, είναι αλήθεια, με μεγάλο ενδιαφέρον. Στις εξετάσεις εκείνες πέτυχα. Μετά από σχετική μου αίτηση, που έγινε δεκτή από τη Σχολή του ΟΤΕ, ζήτησα και έγινε δεκτό να παρακολουθώ ταυτόχρονα και τα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο. Τα κατάφερα και τα δύο και έτσι βρέθηκα, απρόσμενα, μετά από εννέα μήνες υπάλληλος του ΟΤΕ και συνάδελφος της Ρέας. Η πρώτη μου τοποθέτηση έγινε στην Καβάλα και έτσι συνυπήρχαμε στο ίδιο γραφείο.
Οι σχέσεις μου με τη Ρέα, σαν συνάδελφοι, ήταν αρμονικές στην αρχή. Τη Ρέα όμως που βρήκα στην Καβάλα δεν είχε καμία σχέση με τη Ρέα της πρώτης μας συνάντησης στη Θεσσαλονίκη. Στο Τηλεγραφείο της Καβάλας η Ρέα ήταν η βασίλισσα! Είχε επιβληθεί με την προσωπικότητά της και την καλή επαγγελματική της κατάρτιση. Ήταν άριστη χειρίστρια του Μορς και σχεδόν η μόνη που χειριζόταν τα νέα μηχανήματα των τηλετύπων τότε. Μαζί δεν είχαμε πολλές επαφές, γιατί άλλο ήταν το δικό μου αντικείμενο στην υπηρεσία. Όταν τύχαινε όμως να βρεθούμε μαζί στο Τηλεγραφείο, υπήρχε μεταξύ μας αλληλοσεβασμός και αλληλοεκτίμηση. Αυτά με τη Ρέα τότε. Η Καβάλα είναι μικρή πόλη. Εύκολα μαθαίνει κανείς από πού κρατά η σκούφια του καθενός. Δεν ξέρω αν αιτία της σταδιακής απομάκρυνσής της από εμένα ήταν η γνώση της για την ταπεινή καταγωγή μου. Τότε την περιστοίχιζαν πολλοί γαμπροί από ονομαστά τζάκια της πόλης. Αραίωσε τις επισκέψεις της και τις συζητήσεις μας. Όταν αργότερα η υπηρεσία, μετρώντας τα αντικειμενικά και εργασιακά μου προσόντα, με έκανε προϊστάμενο, ήταν άκρως αρνητική και πολλές φορές επιθετική απέναντί μου. Με κακολογούσε σχεδόν φανερά και φράσεις όπως: «Δέστε το κωλόπαιδο, έπαρση! Βλέπετε, χόρτασε η ψείρα και βγήκε στον γιακά».
Αυτά τα έλεγε φανερά, δυνατά, για να τα ακούσω. Άμεσα δεν αντέδρασα. Τη σεβάστηκα. Καταλάβαινα την κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Είχαν αλλάξει τα δεδομένα στην υπηρεσία του Τηλεγραφείου. Το σύστημα μετάδοσης του Μορς, που κυριαρχούσε, καταργήθηκε από την εκμετάλλευση. Το σύστημα Μορς που υπηρέτησε την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων για πάνω από 150 χρόνια, καταργήθηκε από την εκμετάλλευση, πέρασε στην ιστορία. Η χρήση, πάλι, των τηλετύπων έγινε προσιτή από τους νέους υπαλλήλους που μας είχαν έρθει και έχασε τη μοναδικότητά της. Καταλάβαινα τη θέση της. Την κάλεσα για να της δηλώσω ότι θα εξακολουθήσω να τη βλέπω όπως πρώτα, ότι δεν θα αλλάξει τίποτα μεταξύ μας. Ήθελα, μάλιστα, να της τονίσω ότι θα εξακολουθούσε να προΐσταται στο Τηλεγραφείο, που ήταν ο χώρος της. Δεν ήρθε. Δεν θέλησε να μιλήσει μαζί μου. Τα πράγματα όμως άλλαζαν ραγδαία στις Τηλεπικοινωνίες. Η τηλεγραφική κίνηση μειωνόταν ταχύτατα. Τα 1.200 τηλεγραφήματα που περνούσαν από το Τηλεγραφείο την ημέρα μειώθηκαν δραματικά στα 200, με συνεχή πτώση και τελικά εκμηδενισμό. Έτσι, το Τηλεγραφείο, ως υπηρεσία, δεν είχε πλέον αντικείμενο και έκλεισε. Προσπαθούσαμε να βολέψουμε το επιπλέον προσωπικό σε παρεμφερές έργο.
Η Ρέα δεν το δέχτηκε. Παραιτήθηκε από την υπηρεσία, συνοδεύοντας τον αποχαιρετισμό της με ένα υβρεολόγιο, θεωρώντας με υπαίτιο για όλα αυτά. Δυστυχώς όμως η ραγδαία εξέλιξη στις Τηλεπικοινωνίες μάς έβγαλε όλους εκτός τόσο σύντομα, που δεν το καταλάβαμε. Γνώσεις τεχνικές, διοικητικές, οικονομικές, που αποκτήθηκαν στα θρανία και στην πράξη επί χρόνια, εκμηδενίστηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη. Άνθρωποι που έζησαν και προσέφεραν τα μέγιστα με τις γνώσεις τους στον τομέα αυτόν βρέθηκαν άσχετοι με τα καινούργια, σχεδόν αγράμματοι μπροστά στη νέα πραγματικότητα. Το σοκ ήταν τρομερό και η κατάθλιψη παρούσα. Δυστυχώς, αυτά φέρνουν τα καινούργια. Και στις τηλεπικοινωνίες άλλαξαν όλα αστραπιαία, δίχως να δοθεί ο χρόνος της προσαρμογής στην αλλαγή με τα καινούργια. Αυτή ήταν η αιτία που απαξιώθηκε και η Ρέα και όχι ο προϊστάμενός της. Το «συγγνώμη» της ήρθε αργά και η προσπάθειά της για αποκατάσταση των σχέσεων στο αρχικό τους επίπεδο επίπονη και συνεχής. Εγώ ανταποκρίθηκα. Εκείνη είχε το σύνδρομο ότι με αδίκησε. Στο μνημόσυνό της ήμουν παρών. Τρομερή απογοήτευση. Η εκκλησία σχεδόν άδεια. Οι φίλοι, οι συνάδελφοι, οι γείτονες της όλοι απόντες. Στεναχωρήθηκα. Δεν άντεξα βγήκα έξω από την εκκλησία, χρειαζόμουν αέρα και φως. Στην σκέψη μου ήρθε η μορφή της. Τα μάτια τα γεμάτα θλίψη και το γλυκό χαμόγελο στα χείλη. Αυτή την εικόνα πήρα μαζί μου. Έφυγα…
Παναγιώτης Φώτου

