Προπαγάνδα και πραγματικότητα, στον πόλεμο, βρίσκονται συστηματικά στους αντίποδες. Ωστόσο, όλα τα εμπλεκόμενα μέρη συνεχίζουν να παράγουν μια «κατασκευασμένη πραγματικότητα, επινοημένη», ανεξάρτητα από την αξιοπιστία της.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα όριο, όπως ανακάλυψε ο «κωμικός Άλι», “Alì il comico”, ο υπουργός πληροφοριών του Σαντάμ Χουσεΐν, ο οποίος συνέχιζε να καυχιέται μεγάλες ιρακινές επιτυχίες, ακόμη και όταν ο αμερικανικός στρατός βρισκόταν φυσικά πολύ κοντά, πίσω από την γωνία από όπου μιλούσε.
Ποτέ όμως δεν είχε συμβεί, ωστόσο, όπως θυμόμαστε, ο ίδιος παραγωγός προπαγάνδας να έχει ξεφουρνίσει ταυτόχρονα δύο «κατασκευασμένες πραγματικότητες», »επινοημένες» που να παίζουν μπουνιές μεταξύ τους. Ο Τραμπ και η κυβέρνησή του έχουν σημειώσει αυτό το νέο ρεκόρ.
Την 17η ημέρα του πολέμου, χωρίς άλλα ηχηρά αποτελέσματα πέρα από τη δολοφονία του Ιμάμη Αλί Χαμενεΐ, ο μεγιστάνας διαβεβαίωσε αρχικά ότι η νίκη είχε πρακτικά ήδη επιτευχθεί – «Ουσιαστικά έχουμε αποδεκατίσει το Ιράν… Δεν έχουν ναυτικό, αντιαεροπορικά όπλα, αεροπορία, όλα έχουν εξαφανιστεί. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να δημιουργήσουν λίγο πρόβλημα φυτεύοντας μια νάρκη στο νερό. Μια ενόχληση…» – και ταυτόχρονα ζήτησε έναν διεθνή «συνασπισμό» για την εξάλειψη της «ενόχλησης» και τη διασφάλιση της πλοήγησης μέσω του Στενού του Ορμούζ.
Αν η πρώτη δήλωση ήταν αληθινή, θα ήταν αρκετό να δεσμευτούν μερικά ναρκαλιευτικά, τα οποία είναι και φθηνά… Πέρα από την ειρωνεία, το στρατηγικό αδιέξοδο είναι σαφές. Τρεις δυνάμεις με διαφορετικούς στρατηγικούς στόχους εμπλέκονται επίσημα στον πόλεμο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες του Τραμπ ήθελαν μια ακόμη γρήγορη και ανώδυνη νίκη για να εδραιώσουν την εικόνα τους ως απαράμιλλης υπερδύναμης, ικανής και δικαιούμενης να κυβερνά τον κόσμο μόνο με τη βία, είτε πρόκειται για δασμούς ή για πετρέλαιο.
Το Ισραήλ, όπως πάντα, θέλει την καταστροφή του Ιράν, του μόνου σημαντικού εμποδίου στη Μέση Ανατολή (ενώ περιμένει να αντιμετωπίσει την Τουρκία), επειδή στο στρατηγικό όραμα του σιωνιστικού υπερεθνικισμού, οποιαδήποτε άλλη οντότητα, διαφορετική, μπορεί να επιλέξει μόνο μεταξύ υποταγής και γενοκτονίας.
Το Ιράν, με το ιδιαίτερο κοινωνικό-πολιτικό-θρησκευτικό του σύστημα, θέλει να επιβιώσει και να δει στον εαυτό του να αναγνωρίζεται οριστικά το δικαίωμα στην ύπαρξη.
Τέταρτος βασικός παράγοντας/πρωταγωνιστής είναι η παγκόσμια οικονομία, η οποία εξαρτάται και από τη ροή πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω του Πορθμού του Ορμούζ και σαφώς υποφέρει από τις αυξήσεις τιμών που έχουν ήδη σημειωθεί/ωριμάσει, και από εκείνη που διαφαίνεται καθώς η σύγκρουση συνεχίζεται.
Πέμπτος πρωταγωνιστής, αλλά όχι λιγότερο σημαντικός, όχι τελευταίος, ο αμερικανικός λαός, σε πλήρη αναταραχή, σε αναβρασμό από τότε που ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, σε σημείο που ακόμη και ένας Φεντερίκο Ραμπίνι αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι «η μισή Αμερική υποστηρίζει/επευφημεί την ήττα σε αυτόν τον πόλεμο». Κάνει μια σύγκριση με το Βιετνάμ, όταν ακριβώς η εσωτερική διαφωνία -που εκρήγνυται με τις υψηλές απώλειες ενός στρατού κληρωτών- είχε καταστρέψει την ίδια τη δυνατότητα συνέχισης της μάχης.
Με τόσους πολλούς και διαφορετικούς παράγοντες/υποκείμενα/παίκτες στο πεδίο, η μόνη πραγματική νικηφόρα ευκαιρία ήταν εκείνη μιας γρήγορης νίκης, λίγο δαπανηρή από οικονομικής και ανθρώπινης άποψης. Και ετούτη δεν υπάρχει.
Κερδίζει έτσι έδαφος η ιδέα ότι, εκτός από την έλλειψη στρατηγικής και ορθολογικής αιτιολόγησης (γιατί δέχτηκε επίθεση το Ιράν ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι πυρηνικές διαπραγματεύσεις;), από πλευράς Ηνωμένων Πολιτειών δεν ήταν πραγματικά κατανοητό – ούτε μελετημένο – με ποιον είχαν να κάνουν, [δεν κατάλαβαν ποτέ οι Ηπα με ποιον έχουν να κάνουν].
Το Ιράν των τελευταίων 50 ετών είναι ένα πολύ διαφορετικό σύστημα από το δυτικό. Οι ισορροπίες μεταξύ του κλήρου, του Κράτους, του πληθυσμού, του στρατού, των πολιτοφυλακών (Φρουρών της Επανάστασης, Basiji/an Iranian paramilitary militia, μια ιρανική παραστρατιωτική πολιτοφυλακή) υπακούουν σε λογικές και έναν πολιτισμό που «δεν είναι ο δικός μας».
Η ιδέα ενός blitzkrieg που θα αποκεφαλίσει την ηγεσία και έτσι θα βυθίσει «το καθεστώς» σε σύγχυση, εσωτερικές διαμάχες εξουσίας, ακόμη και υποθετικές λαϊκές εξεγέρσεις και «αλλαγές καθεστώτος» σχεδιάστηκε σύμφωνα με τις «δικές μας» δυτικές παραμέτρους. Αλλά αποδεικνύεται αναποτελεσματική όταν αντιμετωπίζει έναν «άλλο κόσμο».
Προκαλεί ζημιές, θανάτους και πόνο – σίγουρα – αλλά δεν κλονίζει ένα σύνολο που έχει 4.000 χρόνια περσικής Ιστορίας και το σιιτικό Ισλάμ ως δύο πυλώνες οι οποίοι όχι μόνο βγαίνουν επιβεβαιωμένοι, επικυρώνονται από την εχθρότητα της ιμπεριαλιστικής Δύσης, η οποία διαρκεί πάνω από έναν αιώνα, αλλά περιλαμβάνουν και τα βάσανα ως «απόδειξη» ότι έχει δίκιο, πως βρίσκεται στο σωστό.
Δεν είμαστε θρησκευτικοί ειδικοί, αλλά πολλοί αναλυτές της Μέσης Ανατολής εξηγούν με σαφήνεια αυτή τη ριζική διαφορά στο σύστημα και τις αξίες.
Σχετικά με αυτό, ο Tahar Lamri γράφει: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έχουν κάνει το μεγαλύτερο δώρο: έχουν δημιουργήσει το πάνθεον. Σουλεϊμανί, Νασράλα, Χαμενεΐ: κάθε στοχευμένη εξόντωση που νόμιζαν ότι θα έλυνε ένα στρατηγικό πρόβλημα έχει παράγει έναν μάρτυρα που αυξάνει τη συνοχή του δικτύου. Στη σιιτική θεολογία, ο θάνατος του δίκαιου ηγέτη από τα χέρια του καταπιεστή δεν είναι ήττα: είναι η επιβεβαίωση της δικαιοσύνης του. Είναι η αφηγηματική δομή της Καρμπάλα. Ένας ζωντανός στρατηγός μπορεί να κάνει λάθη, μπορεί να απογοητεύσει, μπορεί να γεράσει. Ένας μάρτυρας είναι αιώνιος και τέλειος. Έχουν ξαναγράψει, με τους πυραύλους τους, το σενάριο που περίμενε η άλλη πλευρά».
Με αυτή την κοσμική-αιώνια-αρχαία δυναμική στις πλάτες, «έχει δημιουργηθεί ένας θρησκευτικός διεθνισμός που δεν είναι μια συμμαχία μεταξύ κρατών, ούτε μια λενινιστική διεθνής, αλλά ένα διεθνικό δίκτυο το οποίο συνενώνεται από μια κοινή υπαρξιακή γραμματική που δεν χρειάζεται ένα σαφές κέντρο διοίκησης για να συντονίζεται».
Ο πόλεμος στον οποίο βαλτώνει/βουλιάζει αυτή τη στιγμή ο Τραμπ μοιάζει διά τούτο με το Βιετνάμ, καθώς αντιπαραθέτει, βλέπει στο αντίθετο πεδίο τόσο έναν τακτικό στρατό όσο και «αντάρτικα κινήματα», στο Ιράν όπως και αλλού (Ιράκ, Συρία, Λίβανο, Υεμένη, με σημαντικές δυνητικές παρουσίες και στα αραβικά κράτη του Κόλπου).
Παραδόξως, αλλά όχι και πολύ, είναι ευκολότερο να ανατραπεί ή να ακρωτηριαστεί ένα Κράτος δυτικού τύπου παρά μια αποκεντρωμένη και περαιτέρω «αποκεντρώσιμη» οντότητα, ιδανικά ενωμένη από ένα κοινό δόγμα/πιστεύω και μια προσωπικότητα αναφοράς – τον ιμάμη, τον κλήρο γενικότερα – που λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος πολιτισμού και ταυτότητας, παρά ως στρατιωτική ή διοικητική κυβέρνηση.
Δεν έχουν καταλάβει με τι είχαν να κάνουν, επειδή το δυτικό αίσθημα υπεροχής -ειδικά με την ανοιχτά ρατσιστική και σιωνιστική του μορφή- βλέπει όλα τα άλλα συστήματα ως «ατελή αντίγραφα» των δικών του. Επομένως, είναι επιδεκτικά επίθεσης, όπως ακριβώς θα επιτίθετο κανείς στον συνάνθρωπό του, σε κάποιον σαν κι αυτόν, που ευθυγραμμίζεται με τα ίδια πρότυπα και αξίες. Αλλά αυτό το αίσθημα λευκής υπεροχής τυφλώνει, δεν βλέπει ούτε προβλέπει διαφορές που είναι και εμπόδια.
Δεν γνωρίζουμε αν ο Τραμπ και οι δικοί του, σε αυτό το σημείο, αρχίσουν να αισθάνονται την «τύψη του επενδυτή», τους κινδύνους της επένδυσης τους – τη λύπη για το γεγονός ότι αγόρασαν μια μετοχή που πέφτει αντί να ανεβαίνει- αλλά σίγουρα υπάρχει μια αυξανόμενη υποψία/βασιλεύει πλέον η αμφιβολία πως έχουν μπει σε μια γιγάντια φωλιά σφηκών. Μπορείς να σκοτώσεις πολλές από αυτές, αλλά δεν μπορείς πραγματικά να κερδίσεις, εκτός αν φύγεις. Και γρήγορα, τρέχοντας.
17 Mαρτίου 2026 – Francesco Piccioni
Το Blitzkrieg, ή «αστραπιαίος πόλεμος», είναι μια στρατιωτική τακτική συνδυασμένων όπλων που έχει σχεδιαστεί για την επίτευξη γρήγορων, αποφασιστικών νικών χρησιμοποιώντας ταχύτητα, αιφνιδιασμό και συντριπτική δύναμη για την αποδιοργάνωση του εχθρού.
Η Καρμπάλα είναι περισσότερο γνωστή ως η τοποθεσία όπου έλαβε χώρα η μάχη της Καρμπάλα το 680 μ.Χ. και είναι μια από τις ιερότερες πόλεις για τους Σιίτες μετά τη Μέκκα και τη Μεδίνα.[2] Στη Καρμπάλα μαρτύρησε ο Χουσεΐν ιμπν Αλί (Ιμάμης Χουσεΐν) και στη πόλη βρίσκεται το ιερό του Ιμάμη Χουσεΐν, ενώ κάθε χρόνο εκατομμύρια Σιίτες έρχονται στη πόλη για το γιορτάσουν. Στο κέντρο της παλαιάς πόλης βρίσκεται το Μασίντ αλ-Χουσεΐν, ο τάφος του Αλ-Χουσεΐν ιμπν Αλί, εγγονού του Μωάμεθ από τη κόρη του Φατιμά και του Αλή. Ο τάφος αποτελεί τόπο προσκυνήματος για πολλούς Σιίτες, ειδικά κατά την επέτειο της μάχης, την ημέρα της Ασούρα.
Mιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος contropiano.org

