Ο Γιωργάκης όταν πρωτοήρθε στην πολυκατοικία μας με την πενταμελή οικογένεια του, θα πρέπει να ήταν στα δεκαέξι του.
Σου τραβούσε την προσοχή το λεβέντικο παρουσιαστικό του και η ενασχόληση του με τις μηχανές.Όποιο μηχανάκι χαλούσε από την συντροφιά του στα χέρια του Γιωργάκη κατέληγε, δυστυχώς κάτω από το δικό μου παράθυρο, όμως που τα μαρσαρίσματα τους μου έκαναν την ζωή δύσκολη.
Το ευγενικό συγνώμη του με το σχετικό περίλυπο ύφος του μου έκαναν να τα καταπιώ όλα για χάρη του. Μου ήταν πολύ συμπαθής και το ήξερε. Μεγαλώνοντας ο Γιώργος δεν διάλεξε να γίνει επιστήμονας, εξάλλου δεν είχε η οικογένειά του την δυνατότητα να τον σπουδάσει.
Έγινε μηχανικός αυτοκινήτων και πρέπει να ήταν πολύ καλός όταν είδα το πελατολόγιο του. Στον στρατό που πήγε τον επέλεξαν για καταδρομέα και ήταν χάρμα ιδέσθαι και τον καμάρωνα για την λεβεντιά του.
Θαύμαζα τον Γιωργάκη ένα όμορφο παιδί, δυο μέτρα παλικάρι μέσα στην τιμημένη στολή του Έλληνα Καταδρομέα στεφανωμένο με τον πράσινο μπερέ. Τότε ήταν που μου έφερε να γνωρίσω την αγαπημένη του.
Προσχηματικά βέβαια έγινε η συνάντηση από αυτόν, γιατί πάντα του έλεγα ότι πρέπει να κάνει οικογένεια και να μην αφήσει τον χρόνο να κυλίσει. Εξυμνούσα πάντα την οικογένεια και για τον λόγο αυτό πιστεύω ο Γιωργάκης έφερε να μου γνωρίσει την Λίτσα.
Με αρκετή ντροπή και από τους δύο μου είπε ο Γιωργάκης κοιτάζοντας με στα μάτια με σταθερή φωνή, «Κύριε Παναγιώτη αυτή είναι η Λίτσα αυτή θα είναι η γυναίκα μου για να ξέρεις».
Χάρηκα πάρα πολύ για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε το παλικάρι και συνέχισε λέγοντας με έμφαση «Θα κάνουμε πολλά παιδιά, έτσι δεν είναι Λίτσα!». Εκείνη έσκυψε το κεφάλι και κατένευσε θετικά.
Στον γάμο τους που έγινε μετά από δύο χρόνια δεν μπόρεσα να παρευρεθώ -έλειπα- η μπουμπουνίερα όμως του γάμου τους ήρθε και με βρήκε εκεί που ήμουν και με γέμισε χαρά, γιατί το συνοδευτικό σημείωμα της ήταν γεμάτο σεβασμό για το πρόσωπό μου και εκτίμηση.
Μετά τον γάμο τους τα δύο παιδιά νοίκιασαν το δικό τους διαμέρισμα και έτσι έχασα την άμεση επαφή που είχα με τον Γιώργο στο παρελθόν. Πήγαινα και ψώνιζα από το σούπερ μάρκετ που δούλευε η Λίτσα μήπως την συναντήσω και μάθω νέα τους.
Η Λίτσα δεν ήταν πολύ εκδηλωτική και τελείωνε πάντα με την έκφραση «Όλα καλά κύριε Παναγιώτη μια χαρά είμαστε». Το ύφος της όμως και η χροιά της φωνής της δεν ταυτίζονταν με τα λόγια της.
Την τελευταία φορά που την συνάντησα την Λίτσα σ’ εκείνο το σούπερ μάρκετ μου είπε ότι να την περιμένω έξω σε λίγο… Είχε ρεπό και ήθελε να μιλήσουμε. Πίστεψα ότι είχε κάτι σημαντικό να μου ανακοινώσει και το μυαλό μου πήγε σε μια πιθανή εγκυμοσύνη.
Ήξερε ότι αγαπούσα τα παιδιά και πάντα τους έλεγα πόση χαρά θα πάρουν από τα παιδιά που θα φέρουν στον κόσμο. Η Λίτσα δεν άργησε να έρθει και το ύφος της δεν έδειχνε ότι θα μου μεταφέρει όμορφα πράγματα.
«Κύριε Παναγιώτη με τον Γιώργο δεν τα πάμε καλά!». «Γιατί βρε κοπέλα μου εσείς αγαπιόσασταν τόσο πολύ… Τι συμβαίνει!». «Πάλι τον αγαπώ και ο Γιώργος είναι ο άνδρας της ζωής μου, αλλά δεν πάει άλλο.
Δεν αντέχω, θέλει να κάνουμε παιδί και του εξηγώ ότι δεν είναι η στιγμή. Πρώτα τα οικονομικά μας κύριε Παναγιώτη. Εγώ δουλεύω με τετράωρη σύμβαση εδώ και επτά χρόνια και με τις υπερωρίες και τα έξτρα συμπληρώνω το οκτάωρο και παίρνω μετά βίας πέντε κατοστάρικα.
Καταβάλω κάθε προσπάθεια για να κρατήσω πρώτα τη θέση μου και μετά μήπως μου δώσουν κάποια υπερωρία παραπάνω. Δεν κάνω διάκριση, ούτε διαλέγω θέση, όπου με στείλουν ακόμη και στα αποχωρητήρια!
«Αυτά που μου λες βρε Λίτσα δεν είναι εργασία αλλά μια μορφή δουλείας, νομίζω ότι υπερβάλεις, ο επιχειρηματίας αυτού του σούπερ μάρκετ φημίζεται σαν εργατοπατέρας».
«Διαφημίζεται κύριε Παναγιώτη, δεν είναι! Δείτε τη δική μου περίπτωση: δουλεύω επτά χρόνια στην επιχείρηση αυτή, οι ώρες που πληρώνομαι είναι πέντε, δουλεύω όμως τόσες ώρες που μπορούν να ξεπεράσουν τις οκτώ.
Η καθαρή αμοιβή μου για τη δουλειά που προσφέρω πέντε κατοστάρικα αυτά είναι!». Οι δουλειές του Γιώργου περιορίστηκαν και αυτές, γιατί τα νέας τεχνολογίας αυτοκίνητα έχουν περιορίσει τις βλάβες μηχανικού και μόλις βγάζει τα δικά του έξοδα.
Έχουμε το νοίκι για το διαμέρισμα, τα έξοδα του σπιτιού καμιά βοήθεια από κανέναν. Ένα παιδί για να μεγαλώσει έχει το δικό του κόστος και εμείς δεν τα έχουμε τα λεφτά. Αυτό δεν μπορεί να καταλάβει ο Γιώργος.
Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε δυστυχώς. Δεν πάει άλλο, θα τον χωρίσω και πίστεψέ κύριε Παναγιώτη πονάω γι’ αυτό, σε παρακαλώ ξέρω σε εκτιμά και σε ακούει πες του κάτι!».
Ακούγοντας όλα αυτά ξαφνιάστηκα! Το σοκ ήταν μεγάλο, δεν το περίμενα! Προσπάθησα να βρω τα λόγια εκείνα που θα βοηθούσαν την κοπέλα που είχα μπροστά μου να προσπαθήσει να κάνει υπομονή ότι θα έρθουν οι καλές ημέρες που όλα αυτά που με περιέγραψε θα είναι μια κακιά ανάμνηση…
Γύρισε, με είδε, κούνησε το κεφάλι δεξιά-αριστερά, μου έπιασε τα χέρια και ξέσπασε σ’ ένα λυγμό, ένα σπάραγμα «Είναι ήδη οδυνηρή ανάμνηση για μένα κύριε Παναγιώτη, τρείς εκτρώσεις έχω κάνει μέχρι σήμερα παρά τις προφυλάξεις μου.
Δεν αντέχω άλλο και φταίει ο Γιώργος… Σήμερα μετά που θα σκολάσω θα πάω για την τέταρτη, είμαι έγκυος πάλι». Την αγκάλιασα και τη φίλησα στο μέτωπο. Λόγο δεν μπόρεσα να εκφέρω στην κοπέλα που είχα μπροστά μου από την υπέρμετρη συγκίνηση και τον πόλεμο που είχε ξεσπάσει στη δική μου ψυχή.
Την άφησα γιατί θα κατέρρεα. Απομακρύνθηκα με μικρά βήματα προς τα πίσω, βρήκα μια γωνιά λίγο παρακάτω, γονάτισα και ξέσπασα, φώναξα, έβρισα, έκλαψα για το μεγάλο έγκλημα που έγινε και εξακολουθεί να γίνεται γι’ αυτά τα παιδιά.
Αναλογίστηκα τις δικές μου ευθύνες που η γενιά μου άφησε ένα τέτοιο μέλλον για τα παιδιά αυτά. Είμαστε μόνο εμείς υπεύθυνοι για τις συνθήκες που αφήσαμε στη νεολαία μας για να ζήσει, να γεννήσει να δημιουργήσει.
Εμείς είμαστε υπεύθυνοι για αυτά που διαβιούν οι νέοι μας και για τους θανάτους των αγέννητων Ελλήνων. Εμείς φτιάξαμε και ανεχόμαστε αυτήν την απάνθρωπη κοινωνία των μνημονίων και της απαξίωσης που έχτισε η ανάξια πολιτική μας ηγεσία.
Μια πολιτική ηγεσία που σκοπό έχει και επιδιώκει να κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους καταδυναστεύοντας τη νεολαία μας, τα νιάτα της φυλής το μέλλον της. Η νεολαία μας δε γεννά και πώς να το κάνει άλλωστε.
Σε ποιο κόσμο να φέρει τα παιδιά της, γιατί η φύση τους έδωσε το χάρισμα να γεννούν και η κοινωνία που φτιάξαμε τους ευνούχισε, τους στειρώνει! Η κοινωνία των εκατό οικογενειών που καρπώνονται τον πλούτο αυτής της χώρα δε νοιάζεται, δεν την ενδιαφέρει.
Το κράτος φροντίζει να αυγατίσουν τα πλούτη των ολίγων, ο λαός και η νεολαία του έχει αφεθεί στην τύχη του, οι θάνατοι στατιστικά περισσότεροι κατά πολύ από τις γεννήσεις, η Ελλάδα γερνά, το έθνος μας πεθαίνει! Ζευγάρια σαν του Γιώργου και της Λίτσας πολλά. Το κράτος επειγόντως να στραφεί και να τα βοηθήσει είναι άμεση εθνική ανάγκη. Ξυπνήστε, χανόμαστε!
Παναγιώτης Φώτου

