
Με τον θάνατο του Εντγκάρ Μορέν, ο οποίος έφυγε την παρασκευή [29μ μαίου] σε ηλικία 104 ετών, μια από τις σημαντικότερες πνευματικές παραβολές του εικοστού αιώνα και του πρώτου τετάρτου του εικοστού πρώτου αιώνα φτάνει στο τέλος της, γράφει ο Vincenzo Morvillo.
Κοινωνιολόγος, φιλόσοφος και επιστημολόγος, ο Μορέν ήταν ένας από τους τελευταίους στοχαστές που υπήρξαν ικανοί να αντιμετωπίσουν την ολότητα του πραγματικού, του είναι, σε μια ιστορική εποχή που αντίθετα έκανε τον κατακερματισμό της γνώσης, την τεχνοκρατική εξειδίκευση και την οικονομιστική υποβάθμιση της ύπαρξης σε δικά της κυρίαρχα δόγματα.
Όποια και αν είναι η γνώμη μας για ορισμένες από τις πολιτικές του επιλογές ή τις επακόλουθες θεωρητικές του επεξεργασίες, εγκατέλειψε το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, διαφωνώντας με μια ηγεσία που εφάρμοζε μηχανικά τις οδηγίες της Διεθνούς.
Δεν είναι τυχαίο ότι, μερικές δεκαετίες αργότερα, το PCF δεν μπόρεσε να εντοπίσει και να αξιοποιήσει το αντιαποικιακό απελευθερωτικό κίνημα που αναδύθηκε/γεννήθηκε στην κατεχόμενη από τη Γαλλία Αλγερία. – όπως και αν το σκεπτόμαστε λέγαμε, παραμένει δύσκολο να αρνηθεί κάποιος ότι ο Μορέν αντιπροσώπευε μια από τις υψηλότερες εκφράσεις αυτής της ευρωπαϊκής κριτικής παράδοσης η οποία, παρά τις κρίσεις που διέσχισε, τις ήττες και τις αναθεωρήσεις, δεν έπαψε ποτέ να αμφισβητεί/εξετάζει/αξιολογεί ριζικά τον καπιταλισμό, την αποικιοκρατία, τον ιμπεριαλισμό και την εργαλειακή ορθολογικότητα που τα υποστήριζε.
Γεννημένος ως Έντγκαρ Ναχούμ, Edgar Nahoum το 1921 σε μια σεφαραδίτικη εβραϊκή οικογένεια, αντιφασίστας, μέλος της Αντίστασης κατά τη ναζιστική κατοχή και αργότερα κομμουνιστής αγωνιστής, ο Μορέν εντάχθηκε στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα μετά τον πόλεμο. Ωστόσο βγήκε το 1951, μπαίνοντας σε πορεία σύγκρουσης με μια ντετερμινιστική αντίληψη της ιστορίας και της πολιτικής.
Μια ρήξη που προανήγγειλε πολλές από τις αντιφάσεις που αργότερα θα διέσχιζαν το ευρωπαϊκό κομμουνιστικό κίνημα, συμπεριλαμβανομένης της αδυναμίας να κατανοήσει πλήρως τις τροχιές των νέων υποκειμενοτήτων που αναδύονταν στον μετα-αποικιακό κόσμο.
Ωστόσο, σε αντίθεση με πολλούς πρώην κομμουνιστές που αποβιβάστηκαν στον φιλελευθερισμό ή τη δυτική μονοδιάστατη σκέψη, ο Μορέν δεν εγκατέλειψε ποτέ μια ριζικά κριτική προοπτική απέναντι στην καπιταλιστική τάξη. Αντιθέτως, προσπάθησε να αναδιατυπώσει τα θεωρητικά εργαλεία της χειραφέτησης μέσα σε μια ιστορική περίοδο που σημαδεύτηκε από την αυξανόμενη πολυπλοκότητα των κοινωνικών, οικονομικών, επιστημονικών και πολιτιστικών διαδικασιών.
Η καρδιά της θεωρητικής του έρευνας είναι ο μνημειώδης κύκλος «La Méthode» (Η Μέθοδος), έξι τόμοι που δημοσιεύθηκαν μεταξύ 1977 και 2004, στους οποίους ο Μορέν αναπτύσσει αυτό που ονόμασε θεωρία της «σύνθετης/πολύπλοκης σκέψης».
Ένα εγκυκλοπαιδικό έργο που διασχίζει τη βιολογία, τη φυσική, την ανθρωπολογία, την κοινωνιολογία, την ιστορία, τη θεωρία των συστημάτων και τη φιλοσοφία της γνώσης, σε μια προσπάθεια να κατασκευάσει μια νέα επιστημολογία ικανή να ξεπεράσει τόσο τον θετικισμό όσο και τον μεταμοντέρνο σχετικισμό.
Η κριτική του Morin, μέσα σε αυτό το μνημειώδες έργο, ξεκινούσε με μια θεμελιώδη παρατήρηση: η καπιταλιστική νεωτερικότητα παράγει μια ολοένα και πιο λεπτομερή γνώση, αλλά ολοένα λιγότερο ικανή να συμπεριλαμβάνει το σύνολο, την ολότητα.
Οι κλάδοι/επιστημονικά αντικείμενα διαχωρίζονται, τα πεδία της γνώσης αυτονομούνται, η τεχνολογία προχωρά χωρίς να αμφισβητεί/να αναρωτιέται σχετικά με τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες των εφαρμογών της. Με άλλα λόγια, η ποσότητα των διαθέσιμων πληροφοριών αυξάνεται, ενώ η συλλογική ικανότητα κατανόησης του κόσμου μειώνεται.
Είναι ακριβώς εδώ που η σκέψη της πολυπλοκότητας αποκτά μια δυνητικά υλιστική βαρύτητα, αξία. Για τον Morin, η πραγματικότητα δεν αποτελείται από απομονωμένα στοιχεία αλλά από συστήματα σχέσεων, αντιφάσεων, αναδράσεων και αλληλεξαρτήσεων. Το σύνολο/το όλον δεν συμπίπτει ποτέ απλώς με το άθροισμα των μερών.
Κάθε φαινόμενο είναι ταυτόχρονα οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό, βιολογικό, ψυχολογικό και ιστορικό. Ο αναλυτικός διαχωρισμός μπορεί να είναι χρήσιμος μεθοδολογικά, αλλά καθίσταται ιδεολογία όταν ισχυρίζεται/αξιώνει πως εξαντλεί την κατανόηση της πραγματικότητας.
Με αυτή την έννοια, η κριτική του Μορέν στον αναγωγισμό παρουσιάζει σημεία επαφής με την καλύτερη διαλεκτική παράδοση.
Διατηρώντας μια απόσταση από κάθε μαρξιστική ορθοδοξία, ο Μορέν πράγματι ανακτά μια διαδικαστική αντίληψη της πραγματικότητας που βασίζεται στην αντίφαση, την αμοιβαία αλληλεπίδραση των αντιθέτων και την αδυναμία κατανόησης ενός φαινομένου δίχως να λαμβάνεται υπόψη το ιστορικό και συστημικό πλαίσιο/περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι πολλές από τις σκέψεις, τους στοχασμούς του έχουν υιοθετηθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στους τομείς της κριτικής θεωρίας, της πολιτικής οικολογίας και των σύγχρονων οικοσοσιαλιστικών επεξεργασιών.
Από εδώ γεννιόταν και η πρότασή του για μια «μεταρρύθμιση της σκέψης» με όρους μιας πραγματικής αλλαγής παραδείγματος. Ο Μορέν υποστήριζε ότι η πειθαρχική διαίρεση της γνώσης αναπαρήγαγε, σε πολιτισμικό επίπεδο, τον ίδιο κατακερματισμό που παράγει ο καπιταλισμός στο κοινωνικό επίπεδο μέσω του καταμερισμού της εργασίας.
Η ακραία εξειδίκευση δημιουργεί ολοένα και πιο εξελιγμένες τεχνικές δεξιότητες, αλλά τα άτομα γίνονται ολοένα και λιγότερο ικανά να κατανοήσουν τις γενικές συνδέσεις, να συλλάβουν τη γενική εικόνα.
Ο ειδικός, έγραφε, χάνει προοδευτικά την ικανότητα να σκέφτεται το σύνολο, το όλο. ο πολίτης, με τη σειρά του, χάνει την αίσθηση ότι ανήκει σε μια ευρύτερη ανθρώπινη κοινότητα και καταλήγει να ταυτίζεται αποκλειστικά με τον δικό του άμεσο χώρο.
Αυτό παράγει μια κρίση αλληλεγγύης, μια διάλυση της συλλογικής συνείδησης που αποτελεί μια από τις πιο βαθιές πτυχές της σύγχρονης κρίσης.
Πολύ πριν τα θέματα της οικολογικής κρίσης, της παγκοσμιοποίησης ή της τεχνητής νοημοσύνης καταστούν κοινή λογική, ο Morin είχε εντοπίσει τη συστημική φύση των μεγάλων αντιφάσεων της εποχής μας.
Η περιβαλλοντική καταστροφή, η ανεξέλεγκτη επέκταση της τεχνολογίας, οι μόνιμοι πόλεμοι, οι κοινωνικές ανισότητες και η κρίση της δημοκρατίας δεν είναι ξεχωριστά προβλήματα, αλλά διαφορετικές εκδηλώσεις της ίδιας πολιτισμικής κρίσης.
Γι’ αυτό και ο στοχασμός του διατηρεί μια εξαιρετική επικαιρότητα. Σε ένα παρόν που κυριαρχείται από την μετα-αλήθεια, την αλγοριθμική πόλωση και την επικοινωνία που περιορίζεται σε συνθήματα, η σύνθετη σκέψη αντιπροσωπεύει μια μορφή πολιτισμικής αντίστασης ενάντια στη μόνιμη απλοποίηση που επιβάλλεται από την αγορά και τα ιδεολογικά μέσα- τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του ψηφιακού καπιταλισμού.
Υπάρχει όμως μια άλλη πτυχή της κληρονομιάς του που αξίζει να θυμόμαστε. Ο Μορέν δεν δίστασε ποτέ να πάρει θέση απέναντι στις ιστορικές τραγωδίες της εποχής του. Το έκανε κατά τη διάρκεια των αποικιακών πολέμων, το έκανε ενάντια στις νεοφιλελεύθερες παρεκκλίσεις/εκτροπές και το έκανε επίσης απέναντι στο παλαιστινιακό ζήτημα.
Ως εβραίος, σαν παιδί της ευρωπαϊκής ιστορίας και των αντισημιτικών διώξεων, κατήγγειλε έντονα τις αποικιακές πολιτικές του Κράτους του Ισραήλ και τη χρήση της μνήμης του Ολοκαυτώματος ως μέσου για τη νομιμοποίηση πρακτικών κατοχής και κυριαρχίας.
Πρόσφατα δήλωσε: «Είμαι εξοργισμένος για το γεγονός πως όσοι εκπροσωπούν τους απογόνους ενός λαού που καταδιώχτηκε στους αιώνες για θρησκευτικούς ή φυλετικούς λόγους, που τώρα είναι οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων του Κράτους του Ισραήλ, μπορούν όχι μόνο να αποικίσουν έναν ολόκληρο λαό, εκδιώκοντας ένα μέρος του από τη γη του —θέλοντας να τον εκδιώξουν μια για πάντα— αλλά και, μετά τη σφαγή της 7ης οκτωβρίου, να διαπράξουν μια πραγματική, μαζική σφαγή του πληθυσμού της Γάζας, συνεχίζοντας δίχως σταματημό […]
Το μόνο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε, αν δεν μπορούμε να αντισταθούμε συγκεκριμένα/πραγματικά σε αυτή την φρικτή τραγωδία, είναι να καταθέτουμε. Να αντισταθούμε με το μυαλό μας, χωρίς παραποίηση της αλήθειας, δίχως δόλο, αλλά έχοντας το θάρρος να αντιμετωπίσουμε, να κοιτάξουμε την πραγματικότητα και να συνεχίσουμε να μαρτυρούμε, να καταθέτουμε, να αποκαλύπτουμε».
Αυτές οι θέσεις του στοίχισαν κατηγορίες για αντισημιτισμό και εκστρατείες δυσφήμισης, αλλά αυτός συνέχισε να τις υποστηρίζει, διακρίνοντας πάντα την κριτική σε ένα Κράτος από τις διακρίσεις σε βάρος ενός λαού.
Μια διάκριση που σε αυτό το ιστορικό σημείο καμπής μας φαίνεται ολοένα και πιο απαραίτητη, καθώς η Γάζα συνεχίζει να αντιπροσωπεύει μια από τις πιο δραματικές ανοιχτές πληγές της εποχής μας.
Το δυτικό πολιτιστικό τοπίο/πανόραμα, επιπλέον, φαίνεται να κυριαρχείται από ολοένα και πιο άσχετες προσωπικότητες, φιγούρες δίχως σημασία: φιλοσόφους της αλγοριθμικής διακυβέρνησης, θεωρητικούς της μόνιμης καινοτομίας, απολογητές της φιλελεύθερης Δύσης ή ερμηνευτές της κρίσης που περιορίζεται σε φαινόμενο αποκλειστικά βασισμένο στην ταυτότητα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο θάνατος του Εντγκάρ Μορέν αποκτά ακόμη πιο σημαντική σημασία. Μαζί του φεύγει ένας από τους τελευταίους διανοούμενους που συνέχιζαν να σκέφτονται τον κόσμο ως ένα πλέγμα αχώριστων ιστορικών, υλικών και πολιτισμικών σχέσεων.
Και ίσως αυτό ακριβώς είναι το πιο πολύτιμο μάθημά του σήμερα. Ενάντια σε κάθε αναγωγισμό, σε κάθε δογματισμό, σε κάθε κατακερματισμό της γνώσης, να συνεχίσουμε να αναζητούμε το νήμα που ενώνει τις ιστορικές, οικονομικές και πολιτισμικές διαδικασίες μέσα σε ένα ολοκληρωμένο όραμα της ανθρώπινης χειραφέτησης.
Ευχαριστούμε Edgar. Για όλα.
31 Mαίου 2026 –
Μιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος contropiano.org

