Dark Mode Light Mode

Από το παράθυρό μου: Η ρωγμή, του Τάσου Βιζικίδη

Ζει μόνος στο διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου, δεν είναι μεγάλο, είναι όμως αρκετό. Τα έπιπλα στέκονται χρόνια στις ίδιες θέσεις, σαν να συμφώνησαν να μη μετακινηθούν ξανά. Το πρωί ξυπνάει χωρίς ξυπνητήρι. Το φως βρίσκει πρώτα το τραπέζι της κουζίνας και μετά εκείνον.

Ο καφές βράζει αργά. Η κουζίνα μυρίζει χαρμάνι και κάτι ελαφρώς ξινό. Πίνει την πρώτη γουλιά όρθιος, κοιτάζοντας έξω, και μόνο μετά κάθεται. Υπήρξε καιρός που φοβόταν τις ώρες χωρίς φωνές. Γυρνούσε το κουμπί του ραδιοφώνου, άφηνε την τηλεόραση ανοιχτή για συντροφιά. Οι λέξεις περνούσαν δίπλα του όπως ο αέρας από χαραμάδα. Κάποια στιγμή, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, έκλεισε τα πάντα. Τότε άκουσε για πρώτη φορά τον εαυτό του να ανασαίνει. Δεν θα έλεγε ότι διάλεξε τη μοναξιά. Τα μεσημέρια, ακούει το γείτονα από πάνω να μετακινεί έπιπλα. Σύρσιμο, βήματα, μετά σιωπή. Αναρωτιέται τι αλλάζει εκεί πάνω τόσο συχνά. Ποτέ δεν τον έχει δει.

Μια μέρα, οι ήχοι σταμάτησαν. Εβδομάδα ολόκληρη, τίποτα. Το βράδυ της έβδομης μέρας σηκώθηκε, ανέβηκε τις σκάλες. Στάθηκε μπροστά στην πόρτα του τρίτου ορόφου. Σήκωσε το χέρι να χτυπήσει. Το χέρι έμεινε εκεί, αιωρούμενο. Κατέβηκε στο διαμέρισμά του. Τα βράδια βγαίνει για περπάτημα. Η πόλη αλλάζει πρόσωπο μόλις αδειάσουν οι δρόμοι. Τα φανάρια αργούν να αλλάξουν, τα βήματα ακούγονται πιο καθαρά. Κοιτάζει τα φωτισμένα παράθυρα. Αναρωτιέται πώς είναι οι ζωές πίσω από τις κουρτίνες. Κάποτε, κάποια είχε χορέψει μαζί του στην κουζίνα. Χωρίς μουσική, στο φως του ψυγείου. Του είχε πει «είσαι παράξενος». Εκείνος χαμογέλασε. Στο γραφείο του, σε ένα συρτάρι που δεν ανοίγει συχνά, υπάρχει ένα μικρό μεταλλικό κουτί. Μέσα του φυλάει ένα εισιτήριο, μια φωτογραφία, λίγες λέξεις γραμμένες πρόχειρα σε κιτρινισμένο χαρτί.

Μια μέρα σκέφτηκε να το πετάξει. Το κουτί ήταν τόσο ελαφρύ που σχεδόν τον ξάφνιασε. Στάθηκε δίπλα στον κάδο. Το μετάνιωσε. Το ξανάκλεισε στο συρτάρι. Όταν τελικά το άνοιξε, βρήκε μέσα μόνο το εισιτήριο. Η φωτογραφία έλειπε. Το χαρτί με τις λέξεις έλειπε. Έψαξε το συρτάρι, τα άλλα συρτάρια, το πάτωμα κάτω από το γραφείο. Τίποτα. Προσπάθησε να θυμηθεί πότε τα είχε βγάλει. Δεν κατάφερε να θυμηθεί. Κάθισε με το σχεδόν άδειο κουτί στα χέρια. Έκλεισε το κουτί. Το έβαλε πάλι στη θέση του. Καμιά φορά, στο σούπερ μάρκετ, η ταμίας του χαμογελά. Το χαμόγελό της κρατάει περισσότερο από όσο πρέπει. Εκείνος κοιτάζει τις σακούλες, τα ψιλά στο χέρι του, το όνομά της στην κονκάρδα, Βάλια. «Καλή σας μέρα…» του λέει. Εκείνος σηκώνει το βλέμμα για μια στιγμή. «Και σε εσάς επίσης…» λέει και παίρνει τις σακούλες. Στην πόρτα σταματάει. Γυρίζει. Διαβάζει δυνατά το όνομα στην κονκάρδα, Βάλια.

«Συγγνώμη…», «θα ήθελα…» «τίποτα…» λέει τελικά. «Καλή συνέχεια…». Πριν κοιμηθεί, καμιά φορά, ακούει μουσική χαμηλά. Όχι για να γεμίσει το δωμάτιο, αλλά για να μετρήσει τον χώρο που υπάρχει ανάμεσα στους ήχους. Μετά, κοιτάζει το ταβάνι. Η ρωγμή στο σοβά στην αριστερή γωνία μεγαλώνει κάθε χρόνο, αργά, όπως όλα εδώ. Πασχίζει να θυμηθεί πότε ξεκίνησε…

Προηγούμενο άρθρο

Μυστηριώδη φωτεινά κομμάτια στον ουρανό της Καβάλας γέννησαν απορίες...

Επόμενο άρθρο

Κάλεσμα της ΠΑΕ ΑΟΚ για δυναμικό «παρών» στον κρίσιμο αγώνα κόντρα στον ΠΑΟΚ Β'