Διπλωμένος στα δύο, λες και κάποιο αόρατο βάρος τον αναγκάζει, περπατάει σκυφτός. Οι παλάμες σταυρωμένες πίσω στην πλάτη, τις τραβάει προς τη μέση κάθε που συναντάει γείτονα. Το μόνο που καταφέρνει να τεντώσει λίγο είναι ο λαιμός του. Τότε μοιάζει με χελώνα που τσιμπολογάει μετά τη χειμερία νάρκη. Θυμάμαι, ήμουν παιδί όταν άνοιξε το λογιστικό του γραφείο. Από τότε όλοι στον κυρ Φάνη κάνουμε τις φορολογικές μας δηλώσεις. Ποτέ δεν διέρρευσε στη γειτονιά η οικονομική κατάσταση πελάτη του.
Τα τελευταία χρόνια η ζωή του ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας εκεί μέσα στο μαγαζί πίσω από τη μεγάλη τζαμαρία όπου γράφει «Λογιστικό Γραφείο Ο Σωστός». Λουσμένος σε εκείνο το αρρωστιάρικο υποκίτρινο φως δεν σηκώνει κεφάλι ώσπου κάποιες φορές τον παίρνει ο ύπνος. Μέχρι εδώ ακούγεται ο θόρυβος που κάνει το κεφάλι του όταν συναντάει τη μελαμίνη… Μάθαμε να υπολογίζουμε την ώρα από αυτόν το θόρυβο…
Τα πρώτα χρόνια ακολουθούσε το ωράριο των καταστημάτων είχε και βοηθό. Μάλιστα κάθε λίγο τον χάναμε, πότε τριήμερο στην Πράγα, πότε στο Παρίσι, στη Βαρκελώνη… Λέγαμε πως ξέρει να ζει δεν είναι σαν εκείνους τους καρμίρηδες που νομίζουν πως θα τα πάρουν μαζί τους. Στις λιγοστές κουβέντες του όμως δεν αναφέρει ποτέ αυτά τα ταξίδια του, ίσως δεν θέλει να ξεθωριάσουν οι εικόνες που έχει κλειδωμένες στο μυαλό του. Στο κάτω κάτω μόνος τριγυρνούσε στον κόσμο και μόνος του θέλει να βουτάει στις αναμνήσεις του. Πού και πού μόνο κάνει την εμφάνισή του ο Χρόνης, συχωριανός και παιδικός του φίλος. Ναι, με αυτόν πλατσουρίζουν στο παρελθόν, θυμούνται τις παραξενιές των γεροντότερων, φέρνουν στο μυαλό τους την Κατερίνα, τη λυγερή της γειτονιάς που όλοι είχαν ερωτευτεί. Αν ξεστρατίσει η κουβέντα σε απουσίες γνωστών και φίλων αλλάζουν θέμα στα γρήγορα. Αν είσαι τυχερός και περάσεις απ’ έξω απ’ το γραφείο-στέκι την ώρα που είναι μαζί, θα τους ακούσεις να γελάνε με την καρδιά τους λες και δεν τους βαραίνει το παρόν. Μόνο τα άσπρα τους μαλλιά προδίδουν το χρόνο που πέρασε. Κάποτε, λένε, ο Χρόνης του πρότεινε να παρατήσει πια τα λογιστικά και να αναλάβουν μαζί τον καφενέ στο χωριό, «Να πίνουμε το καφεδάκι μας σωστό και να λέμε καμιά κουβέντα με τους περαστικούς…» Ο κυρ Φάνης μόνο χαμογέλασε, δεν απάντησε.
Έτσι κυλάει η ζωή του ήρεμη σχεδόν ακίνητη. Μοναδικό ρολόι το κεφάλι του που χτυπάει στο γραφείο, μοναδικός συνοδοιπόρος η σκόνη πάνω στους φακέλους. Όμως, όποιος τον γνωρίζει καλά ξέρει ότι πίσω από την ήσυχη μορφή υπάρχει ένας άνθρωπος που έζησε πολύ. Τώρα διαλέγει τη σιωπή, που την κέρδισε δικαιωματικά. Και εμείς οι γείτονες περνάμε μπροστά από τη βιτρίνα, τον κοιτάμε και λέμε από μέσα μας «Ζήσε και άλλο κυρ Φάνη για να θυμόμαστε πως είναι να ζει κανείς με αξιοπρέπεια…»
Προχθές, όταν ακούστηκε πάλι ο γνωστός θόρυβος ασυναίσθητα κοίταξα το ρολόι μου. Κάτι πιο νωρίς, κυρ Φάνη, σκέφτηκα. Το ίδιο και όλη η γειτονιά, που μαζεύτηκε έξω από τη τζαμαρία του. Κανένας δεν θέλησε να μπει μέσα.
Εκτός που σίγησε η μελαμίνη, τίποτα δεν άλλαξε από τότε. Ακόμη εκεί είναι ο κυρ Φάνης, πίσω από την τζαμαρία, κι εμείς ακόμη κοιτάμε τα ρολόγια μας στις δέκα κάθε βράδυ, ξέροντας πως η σιωπή κάποιων ανθρώπων έχει περισσότερο βάρος από το θόρυβο όλου του κόσμου.
Κλείνω το παράθυρο.

