του Τάσου Βιζικίδη
Οι λεκέδες από το αίμα έχουν ξεραθεί στο πεζοδρόμιο. Η σκόνη και η βρομιά της πόλης τους έχουν καλύψει, λες και προσπαθούν να τους σβήσουν από τη μνήμη. Η ηλικιωμένη γυναίκα που σέρνει με κόπο το καρότσι της λαϊκής όταν πλησιάζει στο σημείο κάνει έναν περίεργο κύκλο και το αποφεύγει, χωρίς καν να το κοιτάξει. Λίγα μέτρα πίσω της ακολουθεί νεαρός με ακουστικά κουνώντας ρυθμικά το κεφάλι του. Τη στιγμή που περνάει από το σημείο κοκαλώνει. Μένει ακίνητος για κάποια δευτερόλεπτα και μετά, χωρίς να κοιτάξει κάτω, δρασκελίζει το σημείο σαν αθλητής που περνάει εμπόδιο. Λογικό. Όλοι ξέρουμε τι έγινε εκεί αλλά κανείς μας δεν μιλά. Το Κτήνος δεν είναι μύθος. Είναι υπαρκτό σαν τα σκουπίδια που μάθαμε να μην βλέπουμε. Σαν την ασχήμια που φώλιασε στη γειτονιά και ρίζωσε.
Δεν έχει πολλές μέρες που ακούστηκαν φωνές για βοήθεια. Τα φώτα στα διαμερίσματα άναψαν διστακτικά. Κουρτίνες τρεμόπαιξαν χωρίς να τραβηχτούν, σαν όποιοι ήταν από πίσω τους να μην ήθελαν να δουν. Αυτοί που «τόλμησαν» και βγήκαν στα μπαλκόνια είπαν: «Κάποια τηλεόραση θα είναι…» και τρύπωσαν ξανά στην ασφάλεια των σπιτιών τους. Και η ησυχία επέστρεψε και σκέπασε σαν σεντόνι την αλήθεια.
Μια αρρωστημένη περιέργεια με κρατάει έξω σήμερα το βράδυ. Θέλω να δω, όπως τότε. Ήμουν παιδί όταν είδα στην αυλή του γείτονα ένα χτυπημένο σκυλί. Το σώμα του έτρεμε. Τα μάτια του μισάνοιχτα. Πλησίασα. Γονάτισα. Ήθελα να δω. Δεν ήθελα να βοηθήσω, ούτε να κλάψω. Μόνο να παρακολουθήσω. Το βλέμμα του ήταν κάπου αλλού, ήδη σβησμένο… Η μητέρα μου με τράβηξε μακριά έντρομη «Μην κοιτάς παιδί μου…» Όμως εγώ πρόλαβα να δω τη στιγμή εκείνη που κάτι φεύγει ή κάτι έρχεται… Από τότε αναζητώ αυτή τη ματιά. Και απόψε νιώθω πως θα τη βρω…
Μέσα στη νύχτα ένας άντρας, μάλλον μεθυσμένος, πλησιάζει παραπατώντας το φωτεινό μπάλωμα του στύλου που περισσότερο τονίζει παρά διαλύει το σκοτάδι. Κάτι σαν σκιά, ένα πύκνωμα του σκοταδιού αρπάζει, τραβάει και καταπίνει τον άντρα. Ουρλιαχτά, βογγητά… Σιωπή. Μια φιγούρα μπαίνει για μια στιγμή στο μπάλωμα. Ο ένοικος του τρίτου ορόφου. Κοντοστέκεται. Ανασαίνει βαριά. Ρίχνει ματιές τριγύρω. Προκλητικές, θυμωμένες… Τον αποκαλούμε το Κτήνος. Ποτέ δυνατά. Ποτέ μπροστά του… κι ας φαίνεται σαν ένας από εμάς στο φως της μέρας. Δεν είναι. Το ξέρουμε. Κινείται ανάμεσά μας, κάνει πως γελάει, κάνει πως ακούει. Όμως, στην πραγματικότητα, μυρίζει τον αέρα. Ίδιος λαγωνικό ψάχνει για τη μυρωδιά του φόβου. Όσοι έτυχε να βρίσκονται δίπλα του τέτοιες στιγμές είναι σίγουροι πως τον άκουσαν να γρυλίζει.
Το επόμενο πρωί, από το ανοιχτό παράθυρό μου τρυπώνουν οι κουβέντες απ’ το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς: «Ήταν ο τρίτος όροφος, λένε…», «Πάλι;…», «Και η αστυνομία;» Κανείς δεν τολμάει να πει το όνομα ούτε καν να κοιτάξει ψηλά…
Σκύβω έξω. Μητέρα με το παιδί της περνάνε από κάτω. Το παιδί με δείχνει με το δάχτυλο. Εκείνη το τραβάει κοντά της βιαστικά και το μαλώνει «Μη δείχνεις, δεν είναι ευγενικό…» Η καρδιά μου χτυπάει περίεργα.
Μπαίνω μέσα.
Στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη.
Για μια στιγμή κενό, ύστερα εγώ απέναντί μου.
Στα ρούχα μου σκούρες κηλίδες.
Κλείνω το παράθυρο.

