Dark Mode Light Mode

Από το παράθυρό μου: Το λιβάδι της ελπίδας

του Τάσου Βιζικίδη

Η Δίωξη Ονείρων και πάλι στην πόρτα του Στέλιου. Μακροχρόνιος ονειροχρήστης βλέπεις, σεσημασμένος για διακίνηση χρωμάτων. Λένε πως «έπεσε» στα όνειρα εξαιτίας ενός παλιού βιβλίου. Το βρήκε στο υπόγειό του κρυμμένο πίσω από μουχλιασμένες κούτες. Εξώφυλλο σκισμένο, πολυκαιρισμένο, σελίδες που σχεδόν διαλύονταν στο ξεφύλλισμα, πρωτόγνωρα χρώματα… Ο τίτλος, «Όνειρα και χρώματα», γραμμένος παραδόξως εκεί που στα βιβλία συνήθως γράφει «Τέλος», τον έκανε να συνειδητοποιήσει τι κρατούσε! Το απαγορευμένο βιβλίο από την εποχή της επιβολής του Γκρι. Στην αρχή σκέφτηκε να το καταστρέψει. Δίστασε. Μετά δοκίμασε μια ματιά, και μετά χάθηκε στις σελίδες… Οι λέξεις περιέγραφαν πράγματα που δεν είχε δει ούτε καν φανταστεί ποτέ. Εκείνο το βράδυ όταν έκλεισε τα μάτια δεν βυθίστηκε στο συνηθισμένο κενό. Ονειρεύτηκε.

Την επόμενη μέρα μας είπε τι είδε. Ήθελε να το μοιραστεί δεν το βάσταγε μόνος του. Από τότε μας μιλάει συχνά γι’ αυτά που βλέπει στον ύπνο του αν και ούτε αυτός ούτε κανείς μας δεν μπορεί να τα εξηγήσει. Στο τελευταίο του όνειρο μας έλεγε πως βρέθηκε ξαπλωμένος σε κάτι που έμοιαζε χώμα μόνο που ήταν απαλό σαν ανάσα. Γύρω του απλωνόταν λιβάδι χωρίς σύνορα. Δεν υπήρχαν κάμερες, ούτε πινακίδες με «Απαγορεύεται». Μονάχα πράσινο που κυλούσε ίδιο κύμα σε κάθε ριπή του ανέμου. Ο ουρανός φορούσε χρώματα που δεν ήξερε ότι υπάρχουν. Μοβ που έλιωνε σε κίτρινο, πορτοκαλί που χανόταν στο μπλε. Δεν υπήρχαν δρόμοι, αυτοκίνητα, τσιμέντο. Μόνο σιωπή «από εκείνες τις σιωπές που σε ξεκουφαίνουν…»

Πολλοί τον ακούνε με φόβο, δεν χωράει στο μυαλό τους κάτι  άλλο πέρα από το Γκρι. Κάποιοι τον ακούνε με λαχτάρα. Πασχίζουν να δουν στο ξύπνιο τους όσα ο Στέλιος στον ύπνο του κι ας ξέρουν το ρίσκο… Όσο για το «λιβάδι χωρίς σύνορα»; Αυτό μας βρίσκει όλους δύσπιστους. Όσο απίθανο  είναι ένα βλέμμα χωρίς ορίζοντα τόσο κι άλλο τόσο απίθανο είναι ένα λιβάδι χωρίς ορίζοντα.

Σήμερα όμως το πράγμα ξέφυγε. Κάποιοι γονείς κατήγγειλαν πως ο Στέλιος παρέσυρε το παιδί τους, το μύησε στα όνειρα. Άρχισε λέει το παιδί να βλέπει στον ύπνο του «λιβάδια χωρίς σύνορα». Κι αυτοί, τρέμοντας στην ιδέα ότι το παιδί τους μπορεί να καταντήσει χρήστης όπως εκείνος, έδρασαν χωρίς δεύτερη σκέψη… Η Υπηρεσία έπιασε τον Στέλιο κυριολεχτικά στον ύπνο. Τον πήραν σηκωτό για ανάκριση.

Δωμάτιο μικρό, χωρίς παράθυρα. Στο κέντρο του μια μεταλλική καρέκλα με τα πόδια της βιδωμένα στο πάτωμα. Κατάφατσα στην καρέκλα η αφίσα «Τα όνειρα σκοτώνουν», με τις λέξεις να αιμορραγούν μαύρη μπογιά. Μυρωδιά ιδρώτα και φόβου. Στην καρέκλα ο Στέλιος. Στην αρχή οι ανακριτές δεν μιλούσαν, μόνο έκαναν κύκλους γύρω του σίγουροι πως τον είχαν στο χέρι… Τον πήραν με το καλό: «Έλα, το παιδί μίλησε, τα είπε χαρτί και καλαμάρι. Πώς του είπες για το λιβάδι, πώς το έψησες να ονειρευτεί, πώς του έδωσες δωρεάν «χρώμα»… τα ‘χουμε όλα γραμμένα… Πιάσ’ το απ’ την αρχή για να πέσεις στα μαλακά : πώς βρίσκεις χρώμα, ποιος σε προμηθεύει, πού το κρύβεις;…» Ο Στέλιος δεν απαντούσε. Το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα. Οι λέξεις του φυλαγμένες σε άλλον κόσμο. Ξαφνικά ένας από τους ανακριτές του ψιθύρισε: «Πες μου, πώς είναι το κόκκινο, σαν βελούδο ή σαν φωτιά;…» Τον Στέλιο τον πήρε η αμφιβολία. Ήταν χοντροκομμένο ανακριτικό κόλπο ή ο ανακριτής προσπαθούσε να «χτυπήσει δυο τρυγόνια»: να παγιδεύσει τον Στέλιο και να μάθει την αλήθεια αποσπώντας και τον έπαινο των συναδέλφων του. Κι αν ήταν έτσι ή αλλιώς ήταν κι οι άλλοι στο κόλπο; Είχε δει κάποιος τους, κάπου κάπως έστω και μια υποψία χρώματος. Φρονίμως ποιών, κράτησε σιωπή. Οι τύποι εξαγριώθηκαν και πιο πολύ ο ερωτήσας…

ΦΩΝΕΣ-ΞΥΛΟ, ΟΥΡΛΙΑΧΤΑ-ΞΥΛΟ, ΞΥΛΟ-ΞΥΛΟ-ΞΥΛΟ… Τρεις, οκτώ, είκοσι τέσσερις ώρες… Στο τέλος η σιωπή του κέρδισε… Βγαίνοντας τράβηξε γραμμή για το παρκάκι της γειτονιάς. Αυτοί τον ακολουθούσαν φανερά. Τα γκρίζα γκράφιτι στο δρόμο αυτή τη φορά του φάνηκαν πιο γκρίζα. Το ίδιο και τα δέντρα, τα πουλιά τα παγκάκια… Τα παιδιά έπαιζαν σιωπηλά χωρίς τρέξιμο, χωρίς φωνές, χωρίς γέλιο. Τότε είδε το παιδί της καταγγελίας. Καθόταν μόνο του σ’ ένα παγκάκι κοιτώντας τον ουρανό. Αυτό δεν τον πρόσεξε. Ο Στέλιος ήθελε να πάει κοντά του, να του πει «Συγγνώμη», να του πει «Δεν ήθελα να σε βάλω σε μπελάδες…» Δεν το έκανε. Αν και ήταν αναγκασμένος από το δρόμο του να περάσει μπροστά από το παιδί, λοξοδρόμησε και πέρασε πίσω του. Εκείνο δεν κουνήθηκε, δεν έδωσε κανένα σημάδι ότι ένιωσε τη φευγαλέα παρουσία του.

Πλησιάζοντας στο σπίτι του ο Στέλιος είδε κάτι που του έκοψε την ανάσα. Στον τοίχο του σχολείου, ζωγραφισμένο από χέρι παιδικό, ένα μικρό λουλούδι. Κόκκινο. Φαινόταν να πάλλεται, να καίει μες τη καταχνιά. Από κάτω με τα ίδια παλλόμενα γράμματα: «Το λιβάδι είναι παντού».

Από τότε είναι φορές που κι εγώ προσπαθώ να το δω απ’ το ανοιχτό μου παράθυρο.

Προηγούμενο άρθρο

Κάηκε σπίτι στη Νέα Καρβάλη (video)

Επόμενο άρθρο

«Οι τοπικοί βουλευτές της ΝΔ σε σταυροδρόμι ευθυνών για το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ!»