04/08/2025
“La justicia del enemigo es parte del campo de batalla” — Jacques Vergès, Ζακ Βερζέ – »Η δικαιοσύνη του εχθρού είναι μέρος του πεδίου της μάχης»
Στο πολιτικό θέατρο της ιστορίας, υπάρχουν στιγμές όπου το δικαστήριο της εξουσίας παύει να είναι μια απλή νομική περίπτωση και μεταμορφώνεται σε σκηνικό όπου αποκαλύπτεται – ή ξεσκεπάζεται – η φύση, ο χαρακτήρας ενός αγώνα. Σε αυτό το κατώφλι, εμφανίζεται η έννοια της «δίκης της ρήξης», την οποία διατύπωσε ο Ζακ Βερζέ, Jacques Vergès, δικηγόρος του αλγερινού Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, υπερασπιστής των ανακυκλωμένων ναζί και επαναστατών από όλο τον κόσμο, αλλά πάνω απ’ όλα, στοχαστής μιας κατηγορίας που υπερβαίνει το δίκαιο και μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τι σημαίνει για έναν κατηγορούμενο να αρνείται να ζητήσει συγγνώμη, να αρνείται να υποταχθεί, να κατηγορεί αντί να υπερασπίζεται τον εαυτό του, γράφει ο Gustavo Burgos, Γκουστάβο Μπούργκος.
Η «δίκη ρήξης» δεν είναι απλώς μια νομική στρατηγική. Είναι μια ολοκληρωτική πολιτική παρέμβαση, η οποία εννοεί, αναλαμβάνει το δικαστήριο ως χώρο μάχης και αμφισβητεί την ίδια τη νομιμότητα της εξουσίας που κρίνει. Δεν επιδιώκει να απαλλάξει τους κατηγορούμενους σύμφωνα με τα πρότυπα του εχθρού, αλλά μάλλον να απελευθερώσει την αντίφαση μεταξύ δικαιοσύνης και νομιμότητας, μεταξύ καταπιεστών και καταπιεσμένων.
Στα δικαστήρια του τσαρισμού, ο Τρότσκι μετέτρεψε τη δίκη του σε βήμα για να καταγγείλει την αυταρχική βαρβαρότητα. Ο Φιντέλ Κάστρο, στην ομιλία του «Η Ιστορία θα με απαλλάξει», αρνήθηκε να αποδεχτεί τον ρόλο του ως κοινού εγκληματία και αυτοανακηρύχθηκε κατήγορος μιας δικτατορίας που είχε παραδοθεί στον ιμπεριαλισμό. Ο Αχμέντ Μπεν Μπελά του FLN αντιμετώπισε τους γάλλους αποικιοκράτες δίχως παραίτηση, διεκδικώντας τον επαναστατικό του πόλεμο ως νόμιμο. Ο αργεντινός Ενρίκε Γκοριαράν Μέρλο -ένας από τους εκτελεστές του Σομόζα- κατά τη διάρκεια των δικών του υπό δημοκρατία, δήλωσε ότι δικαζόταν επειδή προσπάθησε να απελευθερώσει τον λαό του από τη δικτατορική γενοκτονία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η δίκη ήταν η σκηνοθεσία μιας ρήξης με την τάξη που σαν σκοπό είχε να εμφανίζεται φυσική, απαραβίαστη.
Στη σύγχρονη Χιλή, δύο ονόματα αντηχούν έντονα μέσα σε αυτήν την παράδοση: Mauricio Hernández Norambuena και Héctor Llaitul Carrillanca.
Αμφότεροι, κρατούμενοι του χιλιανού Κράτους, έχουν κατασκευαστεί ως σύμβολα του «εσωτερικού εχθρού». Αλλά αντί να υποχωρήσουν ή να διαπραγματευτούν τη μετάνοιά τους, έχουν αγκαλιάσει το καθεστώς τους ως πολιτικών κρατουμένων σαν μια μορφή συνέχειας του επαναστατικού και αντιαποικιακού αγώνα. Πρέπει να τους ορίσουμε ως πολιτικούς κρατούμενους, που, με αυστηρούς όρους, σημαίνει ένα άτομο που στερείται ελευθερίας όχι για κοινά εγκλήματα, αλλά λόγω της συμμετοχής του σε πολιτικές, κοινωνικές ή ιδεολογικές δραστηριότητες που αμφισβητούν την καθιερωμένη-καθεστηκυία τάξη. Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει όσους έχουν πραγματοποιήσει ή προωθήσει ενέργειες – νόμιμες ή παράνομες – που προκύπτουν από μια λογική πολιτικής αντιπαράθεσης με την εξουσία, και των οποίων η κράτηση επιδιώκει να τιμωρήσει τη σκέψη ή την στράτευση τους.
Ο πολιτικός κρατούμενος δεν βρίσκεται στη φυλακή για όσα «έκανε» σύμφωνα με το νόμο του καταπιεστή, αλλά για όσα αντιπροσωπεύει: μια ζωντανή απειλή για το σύστημα που τον φυλακίζει.
Ο Ερνάντες Νοραμπουένα—«Ραμίρο» του Πατριωτικού Μετώπου Μανουέλ Ροντρίγκεζ, Hernández Norambuena —“Ramiro” del Frente Patriótico Manuel Rodríguez —-ο οποίος απήχθη παράνομα από τη Βραζιλία, κρατήθηκε σε απομόνωση για χρόνια και καταδικάστηκε σε παραποιημένες δίκες, διατήρησε μια ακλόνητη γραμμή καταγγελίας κατά του πολιτικού καθεστώτος που προέκυψε από τη συμφωνία μετάβασης. Έχει απορρίψει συμβιβαστικές λύσεις και έχει καταδικάσει τόσο τη δεξιά όσο και τους μεταρρυθμιστές, τον ρεφορμισμό, επειδή διατήρησαν άθικτες τις δομές της δικτατορίας. Η απλή παρουσία του στη φυλακή αποτελεί μια υπενθύμιση της ημιτελούς εξέγερσης, μιας φιμωμένης μνήμης.
Από την πλευρά του, ο Héctor Llaitul, Χέκτορ Λαϊτούλ, ιστορικός ηγέτης της Συντονίστριας Αραούκο-Μαλέκο, de la Coordinadora Arauco-Malleco (CAM), καταδικάστηκε από το χιλιανό Κράτος για εγκλήματα γνώμης που σχετίζονται με τον Νόμο περί Κρατικής Ασφάλειας. αυτά τα στοιχεία καταδεικνύουν όχι μόνο τη δομική καταπίεση του λαού-έθνους Mαπούτσε, αλλά και τη χρήση του νομικού συστήματος ως όπλου πολέμου. Η πρόσφατη επαναταξινόμησή του ως κρατούμενου «υψηλής εγκληματικής δέσμευσης», “de alto compromiso delictual”, δεν ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις, αλλά μάλλον στην ασυμβίβαστη πολιτική του στάση. Ο Llaitul δεν αρνείται τη συμμετοχή του στις διαδικασίες αντίστασης του λαού του, αλλά μάλλον τις επικαλείται, τις διεκδικεί ως μέρος του αγώνα για την αυτοδιάθεση των Mapuche. Η φωνή του, όπως και του Ramiro, δεν ζητά επιείκεια ή συγχώρεση: κατηγορεί, καταγγέλλει και μάχεται.
Και οι δύο υποθέσεις αποτελούν σήμερα ένα ζωντανό παράδειγμα δικών ρήξεως. Όχι με την αυστηρή έννοια της αίθουσας του δικαστηρίου, αλλά στο ευρύτερο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Ο Hernández Norambuena και ο Llaitul αρνούνται να αντιμετωπιστούν ως κοινοί εγκληματίες επειδή οι πράξεις τους έχουν τις ρίζες τους σε μια συλλογική ιστορία αντίστασης. Επειδή οι πράξεις τους υποκινούνται από μια επαναστατική ηθική, όχι από την επιδίωξη προσωπικού κέρδους. Επειδή η φυλάκισή τους είναι πολιτική, και ο λόγος τους – όταν το Κράτος επιτρέπει να ακουστεί – έχει μεγαλύτερη δύναμη από χίλιες κοινοβουλευτικές ομιλίες.
Αυτό που διακυβεύεται εδώ δεν είναι μόνο η μοίρα δύο ατόμων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται η εξουσία και ενσαρκώνεται η ρήξη. Ενώ η θεσμική αριστερά προσαρμόζεται, διαπραγματεύεται και συγκαλύπτει τους μηχανισμούς, τις δομές του κεφαλαίου και του αποικιακού κράτους, αυτοί οι φυλακισμένοι αντιπροσωπεύουν μια πραγματική εναλλακτική: τη δυνατότητα να μην υποχωρούν, να μην παραμένουν σιωπηλοί, να μην νομιμοποιούνται στη γλώσσα του εχθρού. Γι’ αυτό οι υποθέσεις τους αποσιωπώνται, διαστρεβλώνονται ή παρουσιάζονται λανθασμένα στα μέσα ενημέρωσης του κεφαλαίου.
Σε μια χώρα όπου καταβάλλονται προσπάθειες να υποβαθμιστεί η κοινωνική σύγκρουση σε ζήτημα «ανασφάλειας» και «εγκληματικότητας», οι δίκες ρήξης αποτελούν μια ανοιχτή πληγή στην αστική νομιμότητα. Αποτελούν μια υπενθύμιση πως υπάρχει μια άλλη δικαιοσύνη – η δικαιοσύνη των λαών που αγωνίζονται – η οποία εξακολουθεί να αναπνέει κάτω από το τσιμέντο της κυριαρχίας. Και αυτή τη δικαιοσύνη επικαλούνται οι Hernández Norambuena και Llaitul όχι ως αφηρημένη υπόσχεση, αλλά ως ζωντανή πρακτική εξέγερσης.
Σε αυτούς, όπως και σε μορφές τόσο διαφορετικές όπως ο Τρότσκι, ο Φιντέλ, ο Μπεν Μπελά και ο Γκορριαράν, ενσαρκώνεται η πεποίθηση, το φρόνημα πως ο εχθρός δεν έχει δικαίωμα να κρίνει. Η κρίση αυτή, ετούτη η δίκη είναι το πεδίο μάχης. Ότι εκείνος που τολμά να αμφισβητεί την επιβληθείσα τάξη δεν πρέπει να αμύνεται, αλλά να επιτίθεται. Γιατί, όπως είπε ο Φιντέλ: «Καταδικάστε με, δεν πειράζει. Η ιστορία θα με απαλλάξει».
Και μαζί τους, η ιστορία των εκμεταλλευόμενων είναι αυτή που εξακολουθεί να αμφισβητεί τη δικαιοσύνη του καταπιεστή.
ΠΗΓΗ: El Porteño cl.
Μιχάλης ΄Μίκε’ Μαυρόπουλος resumenlatinoamericano


