Η συνάντησή μας τυχαία και απρόσμενη! Κοντέψαμε να πέσει ο ένας επάνω στον άλλον σε μια γρήγορη μετάβαση στη διασταύρωση της Ομονοίας μπροστά από το Καφεκοπτείο του Ανανιάδη. Διασταυρωθήκαμε στις αντίθετες διαδρομές μας, αυτή χωλαίνοντας στο δεξί πόδι και εγώ κρατώντας την πατερίτσα μου στη δεξιά μου πλευρά.
Σήκωσα τα μάτια και το οργισμένο βλέμμα που συνάντησε η ματιά μου θύμισε κάτι μακρινό, ξεχασμένο από χρόνια. Το βλοσυρό όμως πρόσωπο το σκαμμένο από το χρόνο και τις κακουχίες, μου ήταν εντελώς άγνωστο, αδιάφορο.
Στη συγνώμη μου και στην κίνησή μου προς το πλάι για να απομακρυνθώ, ένοιωσα ένα έντονο τράβηγμα στο μπράτσο και μια σφυριχτή φωνή, που η χροιά της μου θύμιζε κάτι από το παρελθόν, με σταμάτησε. «Βρε! Εσύ! Κοίτα να δεις φίλε μου!».
Ξαφνιάστηκα! Την κοίταξα έντονα και με θυμό εγώ! Το πρασινογάλαζο φόντο της θολής ματιάς της και η αυστηρότητα του βλέμματος της έφεραν στη μνήμη μου συνειρμικά το ίνδαλμα και την αγάπη της νιότης μου.
Ήταν η Αντιγόνη! Η ριζοσπαστική αρχηγός της παρέας μας, το ίνδαλμά μας, ο έρωτάς μας, η πρώτη σ’ όλα στην τάξη. Στα μαθήματα, στις κόντρες με τους καθηγητές σ’ όλα μπροστά και αχτύπητη. Πάντα ενήμερη για όλα, τη θαυμάζαμε και την αποδεχόμασταν.
Άμετρος ο θαυμασμός μας για τις πρωτοβουλίες της και το θάρρος της να εκφράζει τις απόψεις της δυναμικά και τεκμηριωμένα τότε, που άφηνε άφωνους τους συντηρητικούς καθηγητές μας στα τελευταία χρόνια της γυμνασιακής μας διαδρομής.
Είχα να την δω πάνω από είκοσι χρόνια και σήμερα το πρόσωπο που συνάντησα σ εκείνη την διασταύρωση δεν είχε καμιά σχέση με την Αντιγόνη εκείνης της εποχής. Η Αντιγόνη η δικιά μας είχε τη γλυκιά ομορφιά της άγριας τελειότητας.
Ήταν ένα θαύμα της φύσης, που ό πλαστουργός της πρέπει να είχε τα κέφια του όταν την σμίλευε. Το πρόσωπό της, αρχαίας Ελληνικής θεάς με τους βοστρύχους των χρυσόξανθων μαλλιών της να στολίζουν τους σμιλεμένους ώμους της και να πέφτουν άτακτα στο μέτωπο της.
Τα μάτια της δυο πρασινογάλαζες θάλασσες σε ταξίδευαν σε ονειρεμένους προορισμούς, τα κατακόκκινα σφιγμένα χείλη έδειχναν τον αποφασιστικό και ριψοκίνδυνο χαρακτήρα της. Το κορμί της συμμετρικό, αρκετά πάνω από το κανονικό ύψος των γυναικών της εποχής, δίχως κανένα ψεγάδι.
Η περπατησιά της, με τεντωμένο το κεφάλι ψηλά και τους ώμους κάθετους, γεμάτη περηφάνια προκαλούσε το βλέμμα για να την προσέξεις. Θαυμαστές της και ερωτευμένοι με την Αντιγόνη μας όλοι εμείς, που την περιβάλλαμε.
Αυτή μας το ξέκοψε από την αρχή «Λεβέντες να ξέρετε μαζί θα είμαστε μόνο φίλοι τίποτε άλλο. Τα άλλα κρατήστε τα για τον εαυτό σας και για τις ονειρώξεις σας. Μαζί μόνο φίλοι και με την στενή έννοια της φιλίας.
Εγώ σας το δηλώνω από τώρα -ήταν δεκαεπτά χρονών τότε- δε θέλω να κάνω παιδιά, όπως όλοι εσείς για να διαιωνίσετε το είδος και τον εγωισμό των προπατόρων σας, δεν θα κάνω οικογένεια, όπως είναι το όνειρο όλων σας και δε θα συμβιβαστώ μ’ αυτήν την κοινωνία που μας επιβλήθηκε a priori.
Θα ζήσω αυτόνομα και έξω από τα καθιερωμένα. Η ζωή είναι δική μου και θα την ζήσω όπως θέλω εγώ, με τους δικούς μου ηθικούς κανόνες και τη δική μου λογική, και όχι με αυτή που μας παραμυθιάζουν, με τους θεόπνευστους δηλαδή κανόνες και τις άγιες ανοησίες, με τις οποίες μας έχουν γανώσει τα μυαλά τόσα χρόνια στα θρανία.
Αυτή είμαι εγώ και έτσι θα ζήσω αντισυμβατικά και σε όποιον αρέσει». Αυτά είπε και τα εφάρμοσε! Η πρώτη μεγάλη της ρήξη έγινε με την οικογένεια της, με το σπίτι της. Κατήγγειλε στην αστυνομία τον πατέρα της, έναν ευγενή και μετρημένο άνθρωπο, πρώην υψηλόβαθμο στρατιωτικό, για ενδοοικογενειακή βία και όλοι στην πόλη ξαφνιάστηκαν και απόρησαν.
Παρόλα αυτά προσπαθούσε η οικογένειά της να είναι κοντά της παρακολουθώντας διακριτικά και από μακριά. Μετά την αποφοίτησή μας στα δεκαοκτώ μας, μια ζεστή καλοκαιρινή βραδιά του Ιούλη, μας κάλεσε απρόσμενα στην αμμουδιά της Καλαμίτσας για μια σπουδαία ανακοίνωση, όπως μας πληροφόρησε.
Έκανε συχνά τέτοιες συνάξεις που είχαν ευχάριστα επακόλουθα με πολύ χορό και τραγούδι. Ο καιρός καλός, η εποχή δίχως σκοτούρες, η ψυχολογία μας στο φόρτε και η παρέα όλη παρούσα, πάνω από είκοσι νέα άτομα εκεί.
Η βραδιά φεγγαρόφωτη γλυκιά, όλοι παρόντες εκτός της Αντιγόνης. Άργησε αλλά η εμφάνιση της εντυπωσιακή. Φορούσε ένα ολόσωμο ημιδιαφανές γαλάζιο φόρεμα, που άφηναν στα μάτια πολλά περιθώρια για να θαυμάσουν το όμορφο κορμί που σκέπαζε εκείνο το φόρεμα.
Την ακολουθούσε η Νικολέτα η κολλητή της, η οποία μας έκανε νεύματα ότι αυτά που θα ακολουθήσουν θα μας αιφνιδιάσουν και θα μας ξαφνιάσουν. Μας κοίταξε όλους έναν-έναν, μ’ ένα παράξενο βλέμμα όλο μυστήριο και μας έκανε σήμα να καθίσουμε κάτω στην αμμουδιά.
Στάθηκε στην μέση του κύκλου που σχηματίσαμε με το φως του φεγγαριού να τη λούζει και να της δίνει μια εξωπραγματική εικόνα. Έμεινε για λίγο σιωπηλή, σήκωσε τα χέρια στο πλάι και φώναξε δυνατά μέσα στη νύχτα, τρομάζοντας του γλάρους που είχαν σταλιάσει πάνω στο κύμα.
«Λευτερώθηκα, σήμερα είναι μεγάλη μέρα για μένα, πέταξα την παρθενιά μου στα σκουπίδια» και σήκωσε σαν λάβαρο το ματωμένο της εσώρουχο. Το δικό μας ξάφνιασμα πελώριο! Σοκαρισμένη και βουβοί από το πρωτόγνωρο θάρρος της Αντιγόνης, κοίταζε ό ένας τον άλλον για να μαντέψουμε τον θύτη.
Η Αντιγόνη γέλασε και είπε «Καλά βρε βλέπετε κανέναν σκουπιδοτενεκέ μεταξύ σας, εσείς είστε οι αγαπημένοι μου φίλοι, εσάς σας αγαπώ. Αυτά τα θέματα μαζί τα έχουμε ξεκαθαρίσει προ πολλού. Από ότι μάθαμε αργότερα συνευρέθηκε μ’ ένα χαρακτηριστικό τύπο καθυστερημένο, που έκανε διάφορα θελήματα στην πόλη.
Η συνέχεια της ζωής της γεμάτη περιπέτεια. Σπούδασε νομική και δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα του δικηγόρου. Ένα χρόνο μετά την αποφοίτησή της από το πανεπιστήμιο, τη ξεπροβοδίσαμε στην αναχώρησή της για την Αμερική και ο αποχαιρετισμός μας ήταν θριαμβευτικός, γιατί πιστεύαμε στην αρχηγό μας και ότι εκεί που πήγαινε την περίμενε πεδίο λαμπρό λόγω του χαρακτήρα της.
Την είδα ξανά μετά από αρκετά χρόνια όταν επέστρεψε από την Κούβα μαυρισμένη και ταλαιπωρημένη. Η ταλαιπωρία που είχε υποστεί στις εξερευνήσεις της εκεί, είχαν αφήσει τα πρώτα σημάδια στο ωραίο πρόσωπο και στο κορμί της.
Είχε έρθει από την Κούβα. Την τριετή παραμονή της εκεί την έκανε μετά την περιπλάνησή της στους τόπους της φωτιάς στη Νότια Αμερική, στους τόπους των επαναστάσεων και των αλλαγών και μετά ακολούθησε η Κούβα.
Σήμερα, εκεί στην μέση του δρόμου. αλληλοκοιταζόμαστε φορτισμένοι από υπέρμετρη συγκίνηση και γελάγαμε για να μη μας πάρουν τα δάκρυα, είχαμε σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την τελευταία μας συνάντηση και οι αλλαγές που έφερε ο χρόνος καταλυτικές. Με τράβηξε από το μπράτσο και καταλήξαμε στο παρακείμενο καφέ και καθίσαμε η μια απέναντι στον άλλον, δυο ναυάγια του χρόνου και της ζωής.
Παναγιώτης Φώτου

