Το Παγκόσμιο Κύπελλο Αμερικής, η παράνοια που ανυψώνεται σε σύστημα διακυβέρνησης και η κατασκευή του εχθρού, γράφει ο Mario Sommella.
Υπάρχει ένας άνθρωπος που, αυτές τις ώρες, αντιπροσωπεύει το πραγματικό πρόσωπο του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2026 καλύτερα από οποιαδήποτε επίσημη ομιλία. Το όνομά του είναι Ομάρ Αμπντουλκαντίρ Αρτάν/ Omar Abdulkadir Artan, είναι σομαλός και εξελέγη ο καλύτερος αφρικανός διαιτητής της χρονιάς. Θα έπρεπε να είχε εισέλθει στην ιστορία ως ο πρώτος σομαλός που διαιτήτευσε αγώνα στον τελικό του Μουντιάλ. Αντίθετα τον σταμάτησαν στο αεροδρόμιο του Μαϊάμι, τον κράτησαν, τον χαρακτήρισαν «απαράδεκτο για λόγους εξακρίβωσης» και τον έστειλαν πίσω στην Κωνσταντινούπολη, από όπου είχε αναχωρήσει. Είχε κανονικά έγγραφα. Δεν είχε διαπράξει κανένα αδίκημα. Η μόνη του ενοχή/το μοναδικό του λάθος, στα μάτια των αμερικανικών συνόρων, ήταν το διαβατήριο που κουβαλούσε στην τσέπη του.
Αυτό είναι το σημείο εκκίνησης, αλλά δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Είναι το σύμπτωμα μιας ασθένειας της εξουσίας. Ενώ ο πλανήτης προσκαλείται στη μεγαλύτερη αθλητική γιορτή στην ιστορία – σαράντα οκτώ ομάδες, εκατόν τέσσερις αγώνες, τρία έθνη φιλοξενίας, η ανθρωπότητα καλείται να αναγνωρίσει τον εαυτό της σε μια συλλογική τελετουργία – αυτή η ίδια ανθρωπότητα αντιμετωπίζεται ως απειλή, φακελώνεται, διερευνάται, ταπεινώνεται και στέλνεται πίσω στον αποστολέα. Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 δεν είναι απλώς ένας διαγωνισμός/συναγωνισμός. Αντανακλά, είναι ο καθρέπτης μιας εποχής στην οποία ο φόβος καθίσταται μέθοδος διακυβέρνησης, η υποψία καθίσταται κουλτούρα και η δυσπιστία προς τον ξένο ανυψώνεται σε οργανωτική αρχή του Κράτους.
1. Ένας διαιτητής που απορρίφθηκε και το πραγματικό πρόσωπο της γιορτής
Τα γεγονότα, πριν από οποιαδήποτε ερμηνεία, μιλούν από μόνα τους. Ο Αρτάν έφτασε στο Μαϊάμι λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του τουρνουά. Η συνοριακή αστυνομία τον υπέβαλε σε «επιπλέον έλεγχο» και τον απέρριψε, επικαλούμενη γενικούς «λόγους επαλήθευσης/διακρίβωσης». Η FIFA επιβεβαίωσε ότι δεν θα μπορεί να προπονηθεί ούτε να διαιτητεύσει, δηλώνοντας ότι είναι άσχετη και ανίσχυρη: εναπόκειται στη Χώρα υποδοχής, ανέφερε, να αποφασίσει ποιος μπορεί να διασχίσει τα σύνορά της. Η Σομαλία βρίσκεται στη λίστα των Χωρών που επηρεάζονται από την πλήρη απαγόρευση εισόδου που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ. Αυτό ήταν αρκετό για να σβήσει την καριέρα στο παγκόσμιο κύπελλο ενός ανθρώπου που το αφρικανικό ποδόσφαιρο είχε χαιρετίσει/βραβεύσει ως τον καλύτερο.
Δεν είναι o μόνος. Η εθνική ομάδα του Ιράκ, που επιστρέφει στο Παγκόσμιο Κύπελλο μετά από σαράντα χρόνια απουσίας χάρη στο καθοριστικό γκολ του επιθετικού της Αϊμέν Χουσεΐν/Aymen Hussein στoν αγώνα μπαράζ εναντίον της Βολιβίας, υπέστη/έζησε μια εφιαλτική άφιξη. Κατά την προσγείωση στο Σικάγο, ο Χουσεΐν χωρίστηκε από την υπόλοιπη ομάδα από τελωνειακούς υπαλλήλους, κρατήθηκε και ανακρίθηκε για περίπου επτά ώρες, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου του προσωπικού του τηλεφώνου, πριν τελικά του επιτραπεί η διέλευση. Ο επίσημος φωτογράφος της εθνικής ομάδας, Ταλάλ Σαλάχ/Talal Salah, τα πήγε ακόμη χειρότερα: πάνω από δέκα ώρες ελέγχων και, τελικά, άμεση απέλαση, απλή και καθαρή.
Η εθνική ομάδα του Ιράν, από την πλευρά της, αναγκάστηκε να εγκαταστήσει την έδρα της στο Μεξικό, καθώς δεν είχε καμία βεβαιότητα ότι θα μπορούσε να πατήσει το πόδι της στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι βίζες των παικτών έφτασαν με το σταγονόμετρο, μία ή δύο ημέρες πριν από τους αγώνες. Δεκατέσσερις μεταξύ διοικητικών παραγόντων, προπονητών και μέλη του προσωπικού παρέμειναν χωρίς άδειες εισόδου. Οι όροι που επιβλήθηκαν αγγίζουν τα όρια του παραλόγου: η ομάδα θα επιτρέπεται να εισέλθει στο αμερικανικό έδαφος μόνο την ημέρα του αγώνα και θα πρέπει να εγκαταλείψει τη χώρα την ίδια ημέρα. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που μια χώρα υποδοχής καλωσορίζει την εθνική ομάδα ενός Κράτους εναντίον του οποίου διεξάγει πόλεμο. Βομβαρδίζοντας έναν πληθυσμό και στη συνέχεια απαιτώντας από τους παίκτες της να εισέρχονται και να εξέρχονται την ίδια ημέρα, υπό τη συνοδεία της υποψίας: αυτό είναι το επίπεδο κυνισμού στο οποίο έχουμε φτάσει.
Και έπειτα, υπάρχουν οι εικόνες, που διαδόθηκαν και έγιναν viral, της μεταχείρισης που επιφυλάχθηκε στους σενεγαλέζους παίκτες: άνδρες που τους κατέβασαν από το αεροπλάνο, αποσκευές ανατράπηκαν, διεξαχθέντες σωματικοί έλεγχοι με μια επίδειξη/έπαρση που έχει την ακριβή γεύση εκφοβισμού. Αν αυτό συμβαίνει σε διάσημους αθλητές, διεθνώς αναγνωρισμένους διαιτητές, επίσημες αντιπροσωπείες από κυρίαρχα Κράτη – άτομα που προστατεύονται από κάθε πιθανή διπλωματική εγγύηση – είναι φυσικό να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει, κάθε μέρα και μακριά από τις κάμερες, με τις χιλιάδες ανώνυμες ανθρώπινες υπάρξεις που χτυπούν στα αμερικανικά σύνορα. Το Μουντιάλ δεν δημιουργεί τίποτα νέο: απλώς καθιστά ορατό, κάτω από τους προβολείς όλου του κόσμου, αυτό που συνήθως παραμένει κρυμμένο.
1. Η μηχανή του υπόπτου/της υποψίας: χρονικό μιας ένοπλης φιλοξενίας
Πίσω από κάθε μεμονωμένο επεισόδιο κρύβεται ένα μοτίβο, μια αρχιτεκτονική. Τον ιούνιο του 2025, η κυβέρνηση Τραμπ εξέδωσε ένα προεδρικό διάταγμα που περιόριζε ή απαγόρευε την είσοδο σε πολίτες δεκαεννέα Χωρών, κυρίως Αφρικής και Μέσης Ανατολής. Τον δεκέμβριο του ίδιου έτους, ο κατάλογος αυτός επεκτάθηκε σε τριάντα εννέα έθνη, με ισχύ από την 1η ιανουαρίου 2026. Μεταξύ των επηρεαζόμενων Χωρών, αυτών που χτυπήθηκαν εμφανίζονται τέσσερις εθνικές ομάδες που έχουν προκριθεί για το Παγκόσμιο Κύπελλο: η Αϊτή, το Ιράν, η Σενεγάλη και η Ακτή Ελεφαντοστού. Για τους οπαδούς τους, οι πόρτες των αμερικανικών σταδίων είναι πρακτικά φραγμένες. Μια ρήτρα εξαιρεί τους αθλητές, το προσωπικό και τα άμεσα μέλη της οικογένειας, αλλά το μήνυμα παραμένει σαφές, αδιαμφισβήτητο: οι άνθρωποι/οι λαοί δεν είναι ευπρόσδεκτοι, εκτός εάν τους παραχωρηθεί άδεια.
Το μέτρο συνοδεύτηκε από μια σειρά αποφάσεων που, συνολικά, σκιαγραφούν το προφίλ ενός Κράτους σε πλήρη πολεμική ετοιμότητα ενάντια στους φιλοξενούμενους του. Αξιωματικοί μετανάστευσης αναπτύχθηκαν στα αεροδρόμια, συμπεριλαμβανομένων και των τακτικών ελέγχων. Ο Λευκός Οίκος δεν έχει αποκλείσει επιχειρήσεις της αστυνομίας μετανάστευσης ακόμη και κατά τη διάρκεια αγώνων. Εν τω μεταξύ, στην Αϊτή, το καθεστώς προσωρινής προστασίας έχει ανακληθεί, καταδικάζοντας εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στην απώλεια των αδειών παραμονής τους. Για να γλυκάνει τη διεθνή δημοσιότητα/βιτρίνα, έχει εφευρεθεί ένα «FIFA Pass», που υποτίθεται ότι παρέχει προτεραιότητα στην πρόσβαση στους κατόχους εισιτηρίων. έχουν αναπτυχθεί πάνω από τετρακόσιοι προξενικοί υπάλληλοι και έχουν αρθεί οι προκαταβολές βίζας, ύψους έως και δεκαπέντε χιλιάδων δολαρίων, για ορισμένες κατηγορίες οπαδών. Επιθέματα σε ένα αυτοπροκαλούμενο τραύμα.
Η σοβαρότητα της κατάστασης είναι τέτοια που η Διεθνής Αμνηστία, μαζί με δεκάδες οργανώσεις πολιτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εξέδωσε μια ολοκληρωμένη «ταξιδιωτική οδηγία» για το Παγκόσμιο Κύπελλο, προειδοποιώντας όποιον σκοπεύει να ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες για το κλίμα που επικρατεί, που αναπνέει ο κόσμος εκεί. Αυτό είναι ένα πρωτοφανές γεγονός: για πρώτη φορά, ο εορτασμός του παγκόσμιου ποδοσφαίρου συνοδεύεται από ένα συναγερμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα ο οποίος εκδίδεται από εκείνους που υπερασπίζονται αυτά τα δικαιώματα. Και ενώ οι διεθνείς οργανισμοί μέσων ενημέρωσης καταγγέλλουν τις αρνήσεις και τις βίζες μίας εισόδου για δημοσιογράφους από ολόκληρες περιοχές του πλανήτη, οι εκκλήσεις για μποϊκοτάζ αυξάνονται στο διαδίκτυο. Η μεγαλύτερη επιχείρηση αθλητικού μάρκετινγκ στην ιστορία κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία/να περάσει στη μνήμη ως το Παγκόσμιο Κύπελλο των συνόρων.
1. Η παράνοια ως μορφή διακυβέρνησης
Εδώ πρέπει να κοιτάξουμε ψηλά και να ονομάσουμε τα πράγματα όπως είναι. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι υπερβολικός γραφειοκρατικός ζήλος ούτε μια σειρά από τεχνικά προβλήματα/δυσλειτουργίες. Είναι η έκφραση μιας γνήσιας παράνοιας που έχει στηθεί ως μορφή διακυβέρνησης. Ας είμαι σαφής, δεν μιλάω για την ψυχολογία ενός μόνο ανθρώπου: μιλάω για τη λογική ενός συστήματος εξουσίας που έχει επιλέξει την καχυποψία ως οργανωτική αρχή της δημόσιας ζωής. Μια παρανοϊκή κοινωνία είναι αυτή που, για να συγκρατηθεί/να κρατηθεί μαζί-ενωμένη, χρειάζεται έναν μόνιμο εχθρό· που ζει υπό φανταστική πολιορκία· που προβάλλει τις δικές της ανεπίλυτες αντιφάσεις στον άλλο – τον ξένο, τον μουσουλμάνο, τον αφρικανό, τον φτωχό.
Ήδη από τη δεκαετία του 1960, ο αμερικανός ηπα ιστορικός Ρίτσαρντ Χόφσταντερ/Richard Hofstadter ονόμασε αυτό το φαινόμενο «το παρανοϊκό στυλ στην αμερικανική πολιτική»: μια νοοτροπία/πνευματική κατάσταση κοσμικής καχυποψίας, τεράστιου μεγέθους, επικείμενων συνωμοσιών, οχύρωσης των συνόρων έναντι μιας εισβολής που πάντα ανακοινώνεται αλλά ποτέ δεν αποδεικνύεται. Αυτό το στυλ, που κάποτε περιοριζόταν στα περιθώρια, έχει πλέον καταστεί επίσημη γλώσσα του Κράτους. Η μετανάστευση έχει μετατραπεί σε μια διαρκή κατάσταση έκτακτης ανάγκης· η ποικιλομορφία/διαφορετικότητα σε υπαρξιακή απειλή· η ανθρώπινη κινητικότητα σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Και επειδή η απειλή δεν υπάρχει στις αναλογίες που υποδηλώνονται, πρέπει να κατασκευάζεται, να τροφοδοτείται και να σκηνοθετείται συνεχώς. Η παράνοια δεν περιγράφει την πραγματικότητα: την παράγει.
Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο στην ιστορία, και αυτό είναι που θα έπρεπε να μας ανησυχεί. Τη δεκαετία του 1930, τα αυταρχικά δεξιά κόμματα της Ευρώπης έχτισαν την εξουσία τους κατηγορώντας τις εθνικές, θρησκευτικές και εθνικές μειονότητες ως την αιτία όλων των οικονομικών και κοινωνικών δυσκολιών. Ο μηχανισμός ήταν απλός και απίστευτα αποτελεσματικός: μπροστά σε μια κρίση που δεν ήταν πρόθυμα ή ήταν ανίκανα να αντιμετωπίσουν τις πραγματικές της αιτίες – εκμετάλλευση, ανισότητα, φτωχοποίηση της πλειοψηφίας – πρόσφεραν έναν έτοιμο αποδιοπομπαίο τράγο στη τη λαϊκή οργή, ήδη συσκευασμένο. Σήμερα, το λεξιλόγιο έχει αλλάξει. Δεν μιλάμε πλέον για φυλή αλλά για ασφάλεια, όχι για εθνική καθαρότητα αλλά για υπεράσπιση των συνόρων, όχι για βιολογική ανωτερότητα αλλά για πολιτισμική ασυμβατότητα. Οι λέξεις έχουν αλλάξει. Η ουσία παραμένει άθικτη: διαίρεση της ανθρωπότητας σε εκείνους που αξίζουν δικαιώματα και σε εκείνους που πρέπει συνεχώς να αποδεικνύουν ότι δεν αποτελούν απειλή.
Εδώ είναι που η καταγγελία πρέπει να είναι σθεναρή και κατηγορηματική. Η κρατική παράνοια δεν είναι απλώς μια ακόμη αμφισβητήσιμη/ υπό συζήτηση άποψη: είναι το μέσο/ο μηχανισμός μέσω του οποίου η εξουσία μετατρέπει την κοινωνική ανασφάλεια -που παράγεται από δεκαετίες νεοφιλελεύθερων πολιτικών, επισφάλειας και κατάργησης/αποσυναρμολόγησης των προστασιών- σε αυταρχική συναίνεση. Αντί να ανταποκριθεί στο αίτημα για προστασία με θέσεις εργασίας, πρόνοια, welfare/ευημερία και κοινωνική δικαιοσύνη, απαντά με συρματοπλέγματα και τον έλεγχο των σωμάτων των αλλοδαπών. Είναι μια κολοσσιαία πολιτική απάτη: υποδεικνύει τον μετανάστη, ενώ αφήνει άθικτους τους μηχανισμούς οικονομικού κέρδους, εκμετάλλευσης και συγκέντρωσης πλούτου. Ο εχθρός στα σύνορα χρησιμεύει ακριβώς για να αποφύγει να κοιτάξει τον εχθρό στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας.
1.Η σχιζοφρένεια της εξουσίας: Η γιορτή της ανθρωπότητας και το εργοστάσιο του εχθρού
Η παράνοια συνοδεύεται από μια δεύτερη, ακόμη πιο αποκαλυπτική, παθολογία της εξουσίας: μια αληθινή, πραγματική σχιζοφρένεια, που νοείται ως ένα βαθύ χάσμα μεταξύ αυτού που διακηρύσσει το σύστημα και αυτού που το σύστημα εφαρμόζει. Από τη μία πλευρά, η φωτεινή ρητορική του παγκόσμιου εορτασμού, η πρόσκληση σε ολόκληρο τον κόσμο, τα στάδια ως κοσμικοί/λαϊκοί καθεδρικοί ναοί συνάντησης μεταξύ λαών, τα συνθήματα της ένταξης/ενσωμάτωσης και της αθλητικής αδελφοσύνης. Από την άλλη, ο αδιαφανής μηχανισμός της επαναπροώθησης, τα στρατιωτικοποιημένα σύνορα, ο αλγόριθμος που αποφασίζει ποιος είναι ύποπτος με βάση την εθνικότητα. Το ίδιο χέρι που ανοίγει την αγκαλιά του στον πλανήτη του αναποδογυρίζει τις αποσκευές στην πίστα και ελέγχει το τηλέφωνό του.
Αυτή η διάσπαση δεν είναι τυχαία υποκρισία: είναι δομική. Ο καπιταλισμός του θεάματος χρειάζεται τη παγκόσμια γιορτή επειδή είναι μια γιγαντιαία μηχανή κέρδους – τηλεοπτικά δικαιώματα, χορηγίες, εισιτήρια, δισεκατομμύρια δολάρια σε οικονομικό παράγωγο και ανάπτυξη/αξιοποίηση ακινήτων στις πόλεις υποδοχής. Ταυτόχρονα, το αστυνομικό Κράτος χρειάζεται τον εχθρό επειδή είναι η προϋπόθεση της δικής του νομιμοποίησης. Οι δύο ανάγκες συνυπάρχουν στην ίδια εκδήλωση, και η εκδήλωση τις κρατά ενωμένες πασάροντας ως φυσιολογικό αυτό που δεν είναι φυσιολογικό. Ενώ εκατομμύρια θεατές συγκινούνται από έναν ύμνο, δίπλα τους καταναλώνονται επιλεκτικές διακρίσεις, περιορισμοί στην ελευθερία μετακίνησης και διαφορετική μεταχείριση με βάση τον τόπο γέννησης. Η εξαίρεση καθίσταται κανόνας, η κακοποίηση γίνεται διαδικασία, η ταπείνωση καθίσταται πρωτόκολλο.
Η σχιζοφρένεια της εξουσίας έγκειται στην αξίωση της να γιορτάζει την ενότητα της ανθρώπινης φυλής, ενώ παράλληλα κωδικοποιεί την ιεραρχία της. Μεταξύ πολιτών πρώτης κατηγορίας, ελεύθερων να κινούνται, και πολιτών δεύτερης κατηγορίας, αναγκασμένων να δικαιολογούν την ύπαρξή τους σε κάθε συνοριακή διέλευση. Μεταξύ εκείνων που απολαμβάνουν δικαιώματα σαν να ήταν ιδιοκτησία και εκείνων που πρέπει να τα ζητιανεύουν σαν μια παραχώρηση. Είναι μια διπροσωπία που το μεγάλο θέαμα χρησιμεύει ακριβώς για να καθιστά αποδεκτή: σου προσφέρει συλλογικό συναίσθημα, ώστε να μην βλέπεις την επιλογή που την καθιστά δυνατή. Η γιορτή δεν κρύβει τα σύνορα από απροσεξία: τα κρύβει κατά λειτουργία.
1. Η συνενοχή της FIFA και το «βραβείο για την ειρήνη» στον Τραμπ
Σε όλα αυτά, η FIFA παίζει τον πιο επαίσχυντο ρόλο. Ο οργανισμός που επί χρόνια στολίζεται με τις σημαίες της συμπερίληψης/ενσωμάτωσης, της καταπολέμησης του ρατσισμού και της ισότητας μεταξύ των λαών, επέλεξε τον ευκολότερο δρόμο απέναντι στις απορρίψεις/απωθήσεις και τις ταπεινώσεις: δηλώνοντας αμέτοχος/άσχετος, επισημαίνοντας ότι οι αποφάσεις για τις βίζες αποτελούν ευθύνη της χώρας υποδοχής και νίπτοντας τας χείρας του. Αυτή είναι μια αβάσταχτη Θέση, ανυπόφορη. Όταν αναθέτεις το πιο σημαντικό αθλητικό γεγονός στον πλανήτη σε ένα έθνος, δεν μπορείς να προσποιείσαι ότι αγνοείς το πολιτικό, νομοθετικό και κατασταλτικό πλαίσιο/περιβάλλον στο οποίο θα λάβει χώρα αυτό το γεγονός. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ουδετερότητα δεν είναι αμεροληψία: είναι μια μορφή συνενοχής.
Και η συνενοχή έχει πρόσωπο και ημερομηνία. Στην κλήρωση του τουρνουά, ο πρόεδρος της FIFA, Τζάνι Ινφαντίνο, απένειμε στον Ντόναλντ Τραμπ το πρώτο «βραβείο για την ειρήνη» του οργανισμού. Μια τραγελαφική σκηνή: ο αρχηγός Κράτους που απαγορεύει/εξορίζει ολόκληρες εθνικότητες από τα σύνορά του, που διεξάγει πόλεμο εναντίον του Ιράν, του οποίου τις ομάδες υποτίθεται ότι θα φιλοξενήσει σε αυτό το τουρνουά, στέφεται ως άνθρωπος της ειρήνης από την παγκόσμια κυβέρνηση του ποδοσφαίρου. Δεν πρόκειται για μια απλή λεπτομέρεια εθίμου. Είναι ένα στιγμιότυπο, η φωτογραφία μιας εποχής στην οποία τα μεγάλα αθλητικά ιδρύματα/θεσμοί γονατίζουν στην πολιτική και οικονομική εξουσία, ανταλλάσσοντας την τιμή με την εγγύηση της ανενόχλητης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η εγγύτητα μεταξύ Ινφαντίνο και Τραμπ – συναντήσεις, εκφράσεις αμοιβαίας εκτίμησης, φωτογραφίες – αφαιρεί κάθε εναπομένουσα αξιοπιστία από τον ισχυρισμό της FIFA περί αμεροληψίας.
1. Ο αθλητισμός δεν ήταν ποτέ ουδέτερος
Μας λένε ότι ο αθλητισμός θα πρέπει να παραμείνει εκτός πολιτικής. Αυτή είναι μια από τις μεγαλύτερες διαστρεβλώσεις της αλήθειας της εποχής μας. Ο αθλητισμός ήταν πάντα ένας πολιτικός χώρος, και οι μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις ήταν πάντα όργανα της εξουσίας. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Βερολίνου το 1936 ήταν ένας τέτοιος χώρος, που μετατράπηκε από τον ναζισμό σε βιτρίνα του καθεστώτος του. Ο αθλητισμός ήταν ένας τέτοιος χώρος καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ένα πεδίο κύρους και αντιπαράθεσης μεταξύ μπλοκ. Είναι ένας τέτοιος χώρος σήμερα, όταν καθεστώτα και κυβερνήσεις αγοράζουν διεθνή νομιμοποίηση φιλοξενώντας τουρνουά και παγκόσμια κύπελλα, σε αυτό που τώρα γνωρίζουμε με το όνομα του αθλητικού ξεπλύματος, sportswashing: απολυμαίνοντας την εικόνα τους με το σαπούνι του συλλογικού συναισθήματος.
Το Μουντιάλ του 2026 προσθέτει ένα κεφάλαιο σε αυτή τη μακρά ιστορία, και το κάνει με μια διεστραμμένη παραλλαγή. Δεν είναι απλώς ένα καθεστώς που χρησιμοποιεί τον αθλητισμό για να ομορφύνει τον εαυτό του. Είναι μια δύναμη που χρησιμοποιεί τον αθλητισμό για να ομαλοποιήσει τον μηχανισμό αποκλεισμού της. Καθώς ο πλανήτης παρακολουθεί τους αγώνες, μαθαίνει να δέχεται τους επεμβατικούς ελέγχους, τις επιλεκτικές απορρίψεις και τη διαφορετική μεταχείριση ως αυτονόητα. Η παιδαγωγική προσέγγιση του γεγονότος είναι λεπτή και βαθιά: σε εξοικειώνει/συνηθίζεις, παιχνίδι με το παιχνίδι, στην ιδέα ότι ορισμένα ανθρώπινα όντα είναι εξ ορισμού πιο ύποπτα από άλλα. Έτσι εκπαιδεύεται η κοινή γνώμη να είναι αδιάφορη, με αυτό τον τρόπο.
1. Πίσω από τους ελέγχους, ένα μοντέλο κοινωνίας
Ένα σημαντικό μέρος της ευθύνης βαρύνει το σύστημα των μέσων ενημέρωσης/το επικοινωνιακό, το οποίο έχει υποβαθμίσει εξαιρετικά σοβαρά περιστατικά ως απλώς περίεργα πράγματα ή οργανωτικά προβλήματα/δυσκολίες. Όταν όμως ένας διαιτητής εκδιώκεται δίχως εξήγηση, όταν μια εθνική ομάδα αναγκάζεται να εισέλθει και να εξέλθει από τη Χώρα την ίδια ημέρα, όταν σε δημοσιογράφους από ολόκληρες ηπείρους δεν χορηγούνται διαπιστεύσεις, δεν έχουμε να κάνουμε με τεχνικά προβλήματα. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια συγκεκριμένη κοσμοθεωρία, η οποία χωρίζει την ανθρωπότητα σε αξιόπιστους/φερέγγυους και ύποπτους, και η οποία αξιώνει ότι την παρουσιάζει, την κάνει να περνά ως κοινή λογική, έμφυτη κρίση.
Το θέμα, λοιπόν, δεν είναι το ποδόσφαιρο. Το θέμα είναι το μοντέλο της κοινωνίας που διαμορφώνεται μέσα από το ποδόσφαιρο. Κάθε φορά που ο φόβος χρησιμοποιείται ως μέσο διακυβέρνησης/εργαλείο της κυβέρνησης, η δημοκρατία υποχωρεί. Κάθε φορά που μια ανθρώπινη κατηγορία μετατρέπεται σε συλλογικό στόχο, ο χώρος για ελευθερία συρρικνώνεται για όλους. Τα σύνορα που ταπεινώνουν τους ξένους σήμερα μπορούν αύριο να περιορίσουν τα δικαιώματα των πολιτών. η επιτήρηση που στοχεύει/χτυπά όσους είναι διαφορετικοί σήμερα μπορεί αύριο να στοχεύσει τη διαφωνία. Αυτό είναι το μάθημα που η ιστορία δεν παύει ποτέ να επαναλαμβάνει: κανένας μηχανισμός που βασίζεται στην καχυποψία δεν παύει αυθόρμητα, επειδή η υποψία, μόλις θεσμοθετηθεί, απαιτεί συνεχώς νέους εχθρούς για να δικαιολογηθεί, να δικαιολογεί τον εαυτό της.
1.Να εξεγερθούμε ενάντια στον εθισμό/τη συνήθεια
Όσοι συνεχίζουν να θεωρούν όλα αυτά ως ένα απλό ζήτημα ουρών στα αεροδρόμια, χάνουν το στόχο από τα μάτια τους, δεν βλέπουν το πραγματικό πρόβλημα. Δεν είναι το ποδόσφαιρο που έχει μπει στη πολιτική: είναι η πολιτική του φόβου που καταλαμβάνει το ποδόσφαιρο, ομαλοποιώντας την ιδέα ότι κάποιοι άνθρωποι είναι λιγότερο πολύτιμοι από άλλους, αξίζουν λιγότερο. Και ακριβώς από αυτή την ομαλοποίηση, από την ήρεμη εξοικείωση του πλήθους, ξεκίνησαν πάντα οι πιο σκοτεινές περίοδοι σε όλη την ιστορία.
Δια τούτο το αμερικανικό Παγκόσμιο Κύπελλο πρέπει να το δούμε για αυτό που είναι: όχι μια γιορτή, αλλά μια προειδοποίηση. Η παράνοια που έχει υψωθεί σε σύστημα και η σχιζοφρένεια μιας δύναμης/εξουσίας που τιμά την ανθρωπότητα ενώ την επιλέγει/διαλέγει δεν είναι τυχαία συμβάντα στην πορεία. είναι το πρόσωπο μιας εποχής. Η αναγνώρισή τους, η κατονομασία τους, η άρνηση να τα θεωρήσουμε φυσιολογικά είναι η πρώτη πράξη αντίστασης. Επειδή υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να απενεργοποιήσουμε/εξουδετερώσουμε το εργοστάσιο του εχθρού: να σταματήσουμε να αποδεχόμαστε τη γλώσσα του και να επιστρέψουμε στο να αποκαλούμε την αδικία αδικία, ακόμα και όταν φοράει τη φανέλα μιας εθνικής ομάδας και χειροκροτείται στο στάδιο.
Μιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος Un blog di Rivoluzionari Ottimisti
1. Fonti Πηγές
CNN, CBS News, Al Jazeera, France 24, Yahoo Sports, RTÉ e CBS Sports sul respingimento dell’arbitro Omar Abdulkadir Artan all’aeroporto di Miami e sulla posizione della FIFA (giugno 2026).
Al Jazeera, CNN, ESPN, Front Office Sports, National Herald India e PressTV sulla vicenda della nazionale iraniana: visti concessi all’ultimo, staff escluso, ingresso e uscita dal territorio statunitense nello stesso giorno della partita, base in Messico, boicottaggio del sorteggio.
Times Kuwait, Udaipur Times, Dailysports e Sunday Guardian sul fermo dell’attaccante iracheno Aymen Hussein all’aeroporto di Chicago e sul respingimento del fotografo Talal Salah.
Al Bawaba e rilanci sui social sul trattamento riservato alla nazionale del Senegal e sulla campagna per il boicottaggio del torneo.
American Immigration Council, Fox News, ESPN, BBC, Euronews e CNN sul proclama presidenziale (Presidential Proclamation 10998), sull’ampliamento da diciannove a trentanove Paesi colpiti, sulle esenzioni per atleti e staff, sul «FIFA Pass», sulla cauzione dei visti e sul dispiegamento di funzionari consolari e agenti di frontiera.
Amnesty International e organizzazioni statunitensi per i diritti civili e umani sull’avviso di viaggio relativo al Mondiale.
Documentazione pubblica sul «premio per la pace» conferito dalla FIFA a Donald Trump in occasione del sorteggio e sui rapporti tra Gianni Infantino e l’amministrazione statunitense.
Richard Hofstadter, lo stile paranoide nella politica americana, per l’inquadramento storico-politico del fenomeno.
«Quando l’ingiustizia si fa legge, ribellarsi diventa un dovere»

