Dark Mode Light Mode

Η καθημερινή ζωή

Σε όλες τις κουλτούρες, αν και με διαφορετικές μορφές, η καθημερινή ζωή αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από υποθέσεις ρουτίνας, από αναμονές (που σχετίζονται με το σώμα αλλά και με ανάγκες που δεν ελέγχουμε πλήρως, αναμονή λεωφορείου, ουρά για τα ψώνια, περιμένοντας να βγουν τα παιδιά από το σχολείο…), τέλος, από στιγμές αφιερωμένες σε συλλογικά όνειρα, εκείνες που σταδιακά ωθούν βαθμιαίως τις «νοοτροπίες» προς μια μεταμόρφωση.

Η τρίτη κατηγορία είναι η «αρχαιολογία του παρόντος», με την οποία ασχολήθηκαν οι Φουκώ και Μπένγιαμιν, μεταξύ άλλων, που βρίσκει στην πόλη τον προνομιακό χώρο στον οποίο μπορεί να διαμορφωθεί εν μέσω πολλών αντιφάσεων. Για να κατανοήσουμε και να ευνοήσουμε τις κοινωνικές διαδικασίες αλλαγής, δεν πρέπει να χάσουμε από τα μάτια μας αυτή την άρθρωση της καθημερινής ζωής, γεμάτη καταστάσεις που φαίνονται όχι πολύ σχετικές και σημαντικές επειδή ο χρόνος φαίνεται να επιβραδύνεται.

Έφτασε στα βιβλιοπωλεία η νέα έκδοση του βιβλίου που έγραψαν για την Eleuthera οι Φράνκο Λα Τσέκλα και Πιέρο Ζανίνι, Franco La Cecla και Piero Zanini, με τίτλο Ένα ηθικό δίδαγμα για την καθημερινή ζωή, Una morale per la vita di tutti i giorni (από το οποίο δημοσιεύουμε το κεφάλαιο «Οι κανόνες του να μην κάνεις τίποτα», “Le regole del non far niente”), ένα κείμενο που ρίχνει φως στους τρόπους και τους χώρους, τα πρόσωπα και τους τόπους μέσω των οποίων οι απλοί άνθρωποι δίνουν νόημα στα γεγονότα της ζωής.

“‘E carcioffole arrustute”, »ψητές αγκινάρες» στο Pagani (Salerno). Φωτογραφία του Ferdinando Kaiser


La vita non ha parti, ma volti e luoghi”, »Η ζωή δεν έχει μέρη, αλλά πρόσωπα και τόπους»
Maria Zambrano, Chiari nel bosco [1]

Δύο σουηδοί ανθρωπολόγοι, ο Μπίλι Έν και ο Όρβαρ Λέφγκρεν, Billy Ehn και Orvar Löfgren, έγραψαν ένα βιβλίο για το «να μην κάνεις τίποτα» [Ο Μυστικός Κόσμος του να μην κάνεις τίποτα, The Secret World of Doing Nothing, University of California Press, 2010], το οποίο αποτελεί μια αφήγηση των τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι γεμίζουν την καθημερινότητά τους με φαινομενικά άσχετες δραστηριότητες, δίχως μεγάλη ή καθόλου σημασία, οι οποίες όμως αποτελούν το ίδιο το θεμέλιο της ζωής τους, το υπόστρωμα. Διακρίνουν τρεις κατηγορίες δραστηριοτήτων του «να μην κάνεις τίποτα», del «non far niente».

Οι πρώτες είναι οι ρουτίνες, αυτά που κάνουν οι άνθρωποι από συνήθεια: διατροφικές συνήθειες, εκείνες του ντυσίματοςομιλητικές συνήθειες, καθορισμένες φράσεις, χειρονομίες, συνήθειες που μπορούν να βιωθούν ως καθησυχαστικές ή καταπιεστικές, αλλά που ούτως ή άλλως επαναλαμβάνονται στην καθημερινή ζωή, καθιστώντας την ένα είδος συνεχούς επανάληψης και απομακρύνοντας την αγωνία του κενού, του ανέκδοτου, της εισβολής του απροσδόκητου στη ζωή.

Το να έχεις ρουτίνες μπορεί να δώσει μεγάλη γλυκύτητα στο πέρασμα του χρόνου, κάνοντάς το να μοιάζει με το πέρασμα-την επανάληψη της μέρας και της νύχτας, τους κύκλους των εποχών, την αλλαγή των φυτών και των λουλουδιών. Μερικές φορές δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να μπορείς να εγκαταλείψεις τον εαυτό σου στην ασφάλεια αυτών των επαναλήψεων, όπου η κουλτούρα καθίσταται για λίγο φύση, προσποιούμενη ότι είναι και αυτή μέρος των κύκλων και των εποχών. Οι ρουτίνες είναι τα στηρίγματα που μας σώζουν στις δύσκολες στιγμές, που μας επιτρέπουν να διαχειριστούμε τα προσωπικά και συλλογικά δράματα, τις στιγμές βαθύτατης και ριζικής ιστορικής μεταμόρφωσης και τους μετασχηματισμούς του κόσμου. Είναι αυτά που μας κάνουν να λέμε «η ζωή συνεχίζεται».

Η φιλοσοφία και η κοινωνιολογία έχουν συνειδητοποιήσει αυτές τις επαναλαμβανόμενες δομές και τις έχουν ονομάσει με διάφορα ονόματα, από «μορφές ζωής» του Ludwig Wittgenstein μέχρι τις «τεχνικές του σώματος» του Marcel Mauss, τα «habitus» του Pierre Bourdieu, στην «συνηθισμένη» ηθική για την οποία μιλάει ο Stanley Cavell όταν αναδιατυπώνει τον Wittgenstein, μέχρι εκείνη που ο Peter Sloterdijk αποκαλεί «καθημερινούς αθλητικούς αγώνες», τον ασκητισμό της επανάληψης. Μόνο επαναλαμβάνοντας χειρονομίες, λέξεις και πράξεις αυτές γίνονται μέρος μας, και ταυτόχρονα αποτελούν μια εκπαίδευση που μας επιτρέπει να μεταμορφώσουμε το σώμα και το μυαλό μας, καθιστώντας μας ικανούς να νιώθουμε άνετα στην κοινωνία γύρω μας, που μας περιτριγυρίζει. Αποτελούν ένα μεγάλο μέρος αυτού που έχει οριστεί αλλού ως Saperci fareνα ξέρεις να κάνεις [Franco La Cecla, elèuthera, 2009 (1999)], μια nonchalance-νωχέλια, ένα αίσθημα άνεσης, να νιώθεις άνετα στις καθημερινές πράξεις, πρακτικές και τρόπους.

Αυτή η τελευταία πτυχή αντιπροσωπεύει κάτι παρόμοιο με ένα επάγγελμα: μαθαίνει κανείς να «ξέρει να φτιάχνει» ακριβώς όπως μαθαίνει «να είναι επιδέξιος, ικανός και διακριτικός στην αντιμετώπιση μιας κατάστασης», να είναι συμπαθητικός, φιλικός, κοινωνικός, σαγηνευτικός, πειστικός, ακριβώς όπως μαθαίνει να είναι έμπειρος, καλός, ικανός, κάποιος που ξέρει «τι κάνει, που ξέρει να κάνει τη δουλειά του». Το ίδιο ισχύει και για τους τόπους. Η τέχνη να τους ζει απαιτεί την ικανότητα να προσανατολίζεται μέσα σε αυτούς, να χρησιμοποιεί τους πόρους τους, να ανήκει σε αυτούς και να είναι ικανός να τους χρησιμοποιεί ως σημείο εκκίνησης για τις εμπειρίες του στον κόσμο.

Η καθημερινή ζωή δεν είναι αυθόρμητη. Στην πραγματικότητα, είναι το λιγότερο αυθόρμητο πράγμα που υπάρχει. Σε τέτοιο βαθμό που αν ρωτήσετε έναν πληθυσμό γιατί κάνουν τα πράγματα που κάνουν, μέρα με τη μέρα, η μόνη απάντηση είναι «επειδή πάντα έτσι έκανε». Το σώμα, είτε ατομικό είτε συλλογικό, απορροφά στην επανάληψη των χειρονομιών τα μαθήματα που ξεχνάει. Καθίσταται ένα ικανό σώμα, είναι μια κατάλληλη, εξειδικευμένη και έμπειρη οντότητα στον τομέα της, μα που δεν ξέρει πραγματικά ότι γνωρίζει διότι του έχει καταστεί φυσικό να κάνει ή να μην κάνει ορισμένα-συγκεκριμένα πράγματα.. Οι «τεχνικές του σώματος» για τις οποίες μιλάει ο Marcel Mauss, αλλά και ο «άνθρωπος bricoleur» [2] του Claude Lévi-Strauss, είναι αυτό το είδος ασυνείδητης δεξιότητας. Δεν χρειάζεται να μαθαίνεις κάθε φορά πώς να κινείσαι, να οδηγείς ένα αυτοκίνητο, να περπατάς με κάποιον τρόπο, να κοιμάσαι σύμφωνα με συγκεκριμένους ρυθμούς, πώς να αποπλανείς, πώς να συζητάς, να μαγειρεύεις, να ταΐζεις τα παιδιά σου, να αφηγείσαι ιστορίες, να διακρίνεις τους πόρους που χρειάζονται για την καθημερινή ζωή μέσα σε ένα δάσος ή μια πόλη.

Η δεύτερη κατηγορία που ορίζεται από τους σουηδούς ανθρωπολόγους είναι αυτή των αναμονών. Η καθημερινή ζωή χαρακτηρίζεται από συνεχείς αναμονές, οι οποίες είναι εν μέρει οι προσδοκίες του σώματος – πείνα, δίψα, επιθυμία, ύπνος – και εν μέρει η αναμονή για το τραμ, η αναμονή της σειράς κάποιου στο ταχυδρομείο, η ουρά για να αγοράσει κανείς ψώνια, η αναμονή για να γυρίσουν τα παιδιά από το σχολείο, η αναμονή για τη βροχή, η αναμονή για τον ήλιο, η αναμονή για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, περιμένοντας κάποιον, περιμένοντας τη γέννηση ενός παιδιού. Οι αναμονές είναι αργές κινήσεις του χρόνου, στιγμές που ο χρόνος φαίνεται πιο αργός από εμάς, και εμείς πρέπει να προσαρμοστούμε σε αυτόν για να μπορέσουμε, να είμαστε ικανοί να περιμένουμε.

Οι αναμονές, όπως λέει η αείμνηστη Wisława Szymborska [«Λίγα λόγια για την ψυχή»-«Qualche parola sull’anima», στο Pietro Marchesani (επιμ.), Cwila (Attimo), Scheiwiller, 2004], είναι καταστάσεις στις οποίες μερικές φορές η ψυχή δεν είναι εκεί:

L’anima la si ha ogni tanto,
nessuno la ha di continuo,
e per sempre.
Giorno dopo giorno,
anno dopo anno,
possono passare senza di lei. […] Ψυχή έχουμε πού και πού,
κανείς δεν την έχει συνέχεια,
και για πάντα.
Μέρα με τη μέρα,
χρόνο με το χρόνο,
μπορούν να περάσουν δίχως αυτήν.

Di rado ci dà una mano
in occupazioni faticose,
come spostare mobili,
portare valige
o percorrere le strade con scarpe strette.
Quando si compilano moduli,
si trita la carne,
di regola ha il suo giorno libero. […] Καμιά φορά μας βοηθάει
σε επίπονες απασχολήσεις,
όπως η μετακίνηση επίπλων,
το κουβάλημα βαλιτσών,
ή το περπάτημα στους δρόμους με στενά παπούτσια.
Όταν συμπληρώνουμε έγγραφα,
ψιλοκόβουμε το κρέας,
κατά κανόνα έχει ρεπό.

Gioia e tristezza
non sono per lei due sentimenti diversi,
è presente accanto a noi
solo quando essi sono uniti.
Possiamo contare su di lei
quando non siamo sicuri di niente
e curiosi di tutto. […] Χαρά και λύπη δεν είναι δύο διαφορετικά συναισθήματα γι’ αυτήν·
είναι παρούσα δίπλα μας μόνο όταν αυτά είναι ενωμένα.
Μπορούμε να υπολογίζουμε σε αυτήν
όταν δεν είμαστε σίγουροι για τίποτα
και περίεργοι για τα πάντα.

Si direbbe che
così come lei a noi,
anche noi siamo necessari a lei per qualcosa. Θα λέγαμε ότι
όπως μας χρειάζεται αυτή,
έτσι και εμείς είμαστε απαραίτητοι για κάτι σε αυτήν.

Η ψυχή δεν είναι παρούσα κατά τις αναμονές επειδή πρέπει να την συγχέουμε με τον χρόνο που μας αναγκάζει να γίνουμε παθητικοί, να αφήσουμε τον εαυτό μας να παρασυρθεί από την αργή, πολύ αργή, ροή του.

Υπάρχουν συλλογικές προσδοκίες-αναμονές, υπομονές και αντιστάσεις που απαιτούν την ελπίδα ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν, υπάρχει αυτό που ο James C. Scott αποκαλεί «τέχνη της αντίστασης» [Η κυριαρχία και η τέχνη της αντίστασης, Il dominio e l’arte della resistenza, elèuthera, 2024 (2006)], η οποία βρίσκεται πίσω από την επίσημη ιστορία, η οποία δημιουργεί την υπόγεια υπομονετική ικανότητα δημιουργίας χώρων αντίθεσης, όπως τώρα στην Κίνα όπου είναι τα κοινωνικά δίκτυα που σχηματίζουν ένα θεμελιώδες δίκτυο σχολιασμού και ποικιλομορφίας εντός του νέου ρήματος του κυβερνώντος κόμματος, το οποίο ενθαρρύνει τον καθένα να πλουτίσει και να καταναλώσει, αλλά απαγορεύει οποιαδήποτε μορφή συνάντησης, κοινωνικής συνάθροισης ή συζήτησης σε δημόσιους χώρους. Αυτές είναι οι περίοδοι αναμονής κατά τις οποίες σχηματίζονται νέες ταυτότητες, αυτές οι τάσεις που είναι αγαπητές στους ανθρωπολόγους, οι οποίοι γνωρίζουν ότι οι κουλτούρες δεν σαρώνονται εν ριπή οφθαλμού, αλλά ότι αντιστέκονται υπόγεια και, σε λίγο πολύ μετασχηματισμένες μορφές, επανεμφανίζονται όταν τελικά έχουν την ευκαιρία να το κάνουν, όταν μπορούν να το κάνουν.

Τέλος, η τρίτη κατηγορία που προτείνεται είναι αυτή της ονειροπόλησης, del day-dreaming. Αυτή της υπνοβασίας του Tarde ή των ονειροπολήσεων με ανοιχτά μάτια του Benjamin. Ο κόσμος, τα πλήθη, αυτές που κάποτε ονομάζονταν οι μάζες, οι πληθυσμοί, ολόκληρες φυλές, ολόκληρες κοινότητες που εγκαταστάθηκαν στις υπερ-πτωχογειτονιές, nei super slums της Βομβάης ή του Καράκας ονειρεύονται με τα μάτια τους ανοιχτά και κλειστά. Το Dharavi, μια πτωχογειτονιά της Βομβάης πολύ παρούσα στον ινδικό κινηματογράφο, ονειρεύεται έναν κόσμο που μοιάζει κάπως με αυτόν του Bollywood και των ηρωίδων και των ηρώων του, αλλά ονειρεύεται και άλλους πιθανούς κόσμους. και αυτά τα όνειρα είναι που μετατοπίζουν την τεκτονική της ιστορίας, που ωθούν εκείνες που οι ιστορικοί αποκαλούν «νοοτροπίες» προς ένα μετασχηματισμό, μια μεταμόρφωση, που καθιστούν την αλήθεια την οποία αναζητούν οι άνθρωποι στη ζωή τους κάτι που πρέπει να γίνει επίκαιρο με μια ένταση που υποστηρίζεται-υποφέρεται από μια ολόκληρη πόλη, μια ολόκληρη κοινότητα. Είναι η κατηγορία της αρχαιολογίας του παρόντος με την οποία ασχολήθηκε ο Michel Foucault και που περιγράφηκε με εξαιρετικό τρόπο από τον Walter Benjamin.

Ο Μπένγιαμιν διαισθάνεται – ειδικά στα κείμενά του για το Παρίσι ως πρωτεύουσα του 19ου αιώνα – ότι το συλλογικό μεταφέρεται από ονειρικά μονοπάτια, αισθήσεις ή εικόνες στις οποίες είναι οι χώροι της πόλης να παίζουν έναν θεμελιώδη ρόλο. Οι πόλεις είναι χώροι μέσα στους οποίους τα ονειροπολήματα με ανοικτά μάτια ή κλειστά των πληθών μπορούν να βρουν μια συγκεκριμένη, πραγματική μορφή στην οποία γίνονται ορατά, όπως στις παριζιάνικες αρχαίες εμπορικές στοέςpassages στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι κοινωνίες κινούνται με βάση αυτές τις εμπειρίες. Ολόκληρα πλήθη χρησιμοποιούν την πόλη στην οποία ζουν ως τον χώρο των ονείρων τους και προβάλλουν τις συλλογικές τους επιθυμίες σε αυτήν, όπως ακριβώς επάνω σε μια οθόνη κινηματογράφου. Υπάρχουν εμπειρίες ολόκληρων γενεών που βρίσκονται στη βάση κινημάτων που οδηγούν στον ίλιγγο της νεωτερικότητας, στην έλξη προς την ψευδαίσθηση του κινηματογράφου, στον πειρασμό της πανταχού παρουσίας, στην επιθυμία απελευθέρωσης από καταπιεστικές πολιτικές και κοινωνικές δομές, σε βαθιούς φόβους που σπρώχνουν τους ανθρώπους στα χέρια της χειρότερης εξουσίας, σε όνειρα πλουτισμού ή ισότητας, σε όνειρα λύτρωσης, σε όνειρα παλιγγενεσίας. Ο κινηματογράφος, τα μέσα ενημέρωσης, η ταχύτητα υπήρξαν τα όνειρα της δυτικής κουλτούρας για πάνω από έναν αιώνα και σήμερα αφήνουν χώρο σε άλλες τάσεις ανεξέλεγκτες, εκείνες ενός κόσμου που θεωρείται απολύτως εφικτός ή, αντίστροφα, εκείνες ενός τοπικισμού που βιώνεται ως άμυνα, ή ακόμα το όνειρο της αιώνιας συντροφιάς -τα μέσα ενημέρωσης πάντα μαζί μας- και εκείνο του πιο ακραίου ατομικισμού.

Είναι αυτό μπορούμε να διαισθανθούμε, να νιώσουμε ακόμη τώρα παρακολουθώντας το ντοκιμαντέρ Tahrir: Liberation Square [2012] του Stefano Savona, το οποίο αφηγείται την ιστορία της πλατείας Tαχρίρ του Καΐρου, η οποία ήταν και εξακολουθεί να είναι ο πρωταγωνιστής της μακράς και επίπονης αιγυπτιακής επανάστασης. Ήταν η παρουσία στην πλατεία, στον χώρο όπου οι άνθρωποι κατασκηνώνουν και αντιστέκονται στην αστυνομία του Μουμπάρακ, που τελικά έδωσε στη διάσταση της δυσαρέσκειας για ένα καθεστώς τη στέρεα σάρκα του να γίνεσαι πόλη, τη μετατροπή των ονείρων σε δυνατότητες. Αυτό που προηγουμένως ψιθυριζόταν με φόβο τώρα καθίσταται ένα σύνολο προσώπων σε ένα μέρος, έναν τόπο. Σε αυτήν την πλατεία, αυτό που ήταν ένα κρυφό όνειρο, παράνομο, έχει γίνει μια συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο διαφορετικών ανθρώπων που επιτέλους μιλούν μεταξύ τους ανοιχτά, όπως δεν θα τολμούσαν ποτέ πριν από την «επινόηση» της πλατείας Tahrir ως τόπου λύτρωσης.

Σε αυτή την εγγύτητα, να στέκεσαι δίπλα δίπλα, στη μίμηση των σωμάτων μαζί και στον αμοιβαίο τους υπαινιγμό, οι καθημερινές ρουτίνες και προσδοκίες, αναμονές, καθοδηγούνται διακριτικά-υπόγεια από τον ερωτισμό του κοινωνικού δεσμού, ο οποίος είναι επίσης, όπως μας δίδαξε ο Μπένγιαμιν, ένας ερωτισμός «φαινομενικά» μετατοπισμένος στα εμπορεύματα. Οι πλατείες και οι δρόμοι των πόλεων είναι τόποι αγορές ως ενσάρκωση των συλλογικών επιθυμιών, ως αναπαραστάσεις της συλλογικής ζωής που μπορούν να γίνουν ανταλλαγή, σχεδιασμός και ελπίδα. Αν κάποιος δεν κατανοήσει την ονειρική πτυχή των πόλεων και της καθημερινότητάς τους, η συμπεριφορά των πλήθους μπορεί να φαίνεται παράλογη, ανεξήγητη. Είναι ο ερωτισμός του κοινωνικού χώρου που κάνει μέρη όπως τα πολυκαταστήματα τόσο αγαπητά στα πλήθη όπως υπήρξαν οι παριζιάνικες στοές του 19ου αιώνα. Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της καθημερινής ζωής είναι ακριβώς αυτή η σχέση με τα εμπορεύματα, που τα κάνει να ζωντανεύουν, σαν να ήταν άνθρωποι. Ο φετιχισμός των εμπορευμάτων, που διαισθάνθηκε ο Μαρξ αλλά πραγματικά εξερευνήθηκε μόνο από τον Μπένγιαμιν, σημαίνει ότι τα εμπορεύματα είναι ερωτικά επειδή η ζωή και οι ανταλλαγές στις οποίες εμπλέκονται οι άνθρωποι με αυτά κολλάει εκεί πάνω. Τα πράγματα, τα αντικείμενα στη βιτρίνα, είναι ζωντανά και μέρος της κοινωνίας και των επιθυμητών ανταλλαγών που συμβαίνουν στην καθημερινή ζωή.

Η ονειροπόληση στη διάρκεια της ημέρας, il day-dreaming του αστικοποιημένου αγρότη στο Πεκίνο ή το Ανόι είναι εν μέρει απογοητευτική και εν μέρει υποκατάστατο της επιθυμίας που πρέπει να κυκλοφορεί σε μια κοινωνία ώστε αυτή να αισθανθεί την κίνηση που οδηγεί την καθημερινή ζωή. Η επιθυμία είναι κοινωνική επιθυμία, σωμάτων που συνυπάρχουν στους δημόσιους χώρους της πόλης. Τα εμπορεύματα είναι ένα μέσο γι’ αυτό.

Ο Μπένγιαμιν επιμένει στη διαλεκτική μεταξύ του συλλογικού ονείρου και της αφυπνισμένης ζωής, στις ονειρικές αποκλίσεις που βυθίζονται και αναδύονται, οι οποίες για τον ίδιο έχουν να κάνουν με τον μεσσιανισμό στον οποίο πίστευε, με την επιθυμία για απελευθέρωση που οδηγεί την ιστορία προς τα εμπρός. Το μεσσιανικό κλειδί εξηγεί με τι τρόπο το συνηθισμένο «εκκολάπτει» το μέλλον, με τι τρόπο οι σπόροι του διατηρούνται στη ζέστη από εκείνες τις ονειροπολήσεις με ανοικτά μάτια που ο Μπένγιαμιν είχε τόσο καλά εντοπίσει-αναγνωρίσει στο συλλογικό φαντασιακό. Αυτό το βαθύ ποτάμι που ρέει κάτω από την ιστορία, το βαθύ ποτάμι της καθημερινής ονειροπόλησης, del day-dreaming quotidiano, προχωρά μπροστά μέχρι να «συγκρουστεί» με κάτι, και τότε οι τεκτονικές πλάκες σηκώνονται, ανεβαίνουν, νέες ήπειροι αναδύονται και άλλες βυθίζονται.

[1]. Τα «chiari nel bosco», μια βασική έννοια στη φιλοσοφία της María Zambrano, δεν είναι φυσικά μέρη προς αναζήτηση, αλλά εμπειρίες ξαφνικής αποκάλυψης, εσωτερικής σιωπής και συναντήσεων με το αόρατο, ένα «αλλού» που εμφανίζεται όταν κάποιος δεν αναζητά κάτι συγκεκριμένο, ένα άνοιγμα προς το μυστήριο της ίδιας της ύπαρξης, που συχνά συνδέεται με τη διαίσθηση και τα όνειρα. Αντιπροσωπεύουν ιερούς χώρους, παρόμοιους με ναούς, όπου η ψυχή αντιμετωπίζει το κενό, τη σιωπή και το άγνωστο, μετατρέποντας τον αναζητητή σε έναν εισβολέα εάν τεθεί η ερώτηση, αλλά προσφέροντας μια απρόβλεπτη αποκάλυψη εάν παραμείνει σιωπηλός ακούγοντας.

[2]. Ο άνθρωπος bricoleur είναι άνθρωπος που λατρεύει το «κάν’ το μόνος σου» (bricolage), είναι κάποιος που αγαπά να κατασκευάζει ή να επισκευάζει αντικείμενα και είδη οικιακής χρήσης με τα χέρια του, χρησιμοποιώντας διαθέσιμα υλικά και εργαλεία, συχνά με δημιουργικότητα και εφευρετικότητα, όχι μόνο από ανάγκη αλλά και ως χόμπι. Είναι ΄΄ένας άνθρωπος για όλες τις δουλειές΄΄ που ευχαριστιέται με μικρές οικιακές επισκευές, ξυλουργικές εργασίες, κηπουρική ή καλλιτεχνική δημιουργία, συνδυάζοντας πρακτικότητα και πάθος.

Μιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος       Comune-info

Προηγούμενο άρθρο

Έξυπνες κάμερες: 2.500 χιλιάδες παραβάσεις σε τέσσερις μέρες!

Επόμενο άρθρο

Άκυρη η απόφαση για την πιάτσα Ταξί μπροστά από τον Δημοτικό Κήπο