Dark Mode Light Mode
Αναβολή αγωνιστικής δραστηριότητας Α’ Κατηγορίας και ορισμός εξ αναβολής αγώνων
Η μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης: Από την ποινική διαχείριση του εχθρού στην απαγωγή της κυριαρχίας – Τζεραλντίνα Κολόττι
Αλφαβητοπαρέλαση φέτος επί της Βενιζέλου-Μία αλλαγή που χρειαζόταν για πολλούς λόγους

Η μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης: Από την ποινική διαχείριση του εχθρού στην απαγωγή της κυριαρχίας – Τζεραλντίνα Κολόττι

Η απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο και της Σίλια Φλόρες, που πραγματοποιήθηκε από τις ειδικές δυνάμεις των Ηπα στις 3 ιανουαρίου 2026, μετά από μια άνευ προηγουμένου ανάπτυξη στρατιωτικής δύναμης και προηγμένης τεχνολογίας, υψηλού επιπέδου, αντιπροσωπεύει όχι μόνο μια πράξη γεωπολιτικής πειρατείας, αλλά και την λογική κορύφωση μιας νομικής παραβολής που ξεκίνησε στα εργαστήρια της ευρωπαϊκής αντεπανάστασης της δεκαετίας του ’70. Αυτό που κάποτε οριζόταν ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» έχει μετατραπεί σε έναν μόνιμο, παγκόσμιο μηχανισμό, μια «ποινική νομοθεσία του εχθρού» που έχει πάψει να διακρίνει μεταξύ του δικαίου πολέμου και του αστικού δικαίου, επικαλύπτοντάς τα σε μια ενιαία άσκηση πλανητικής αστυνόμευσης.

Από το ιταλικό εργαστήριο στην «παγκόσμια διακυβέρνηση»

Για να κατανοήσουμε τη βία της τρέχουσας ιμπεριαλιστικής φάσης, είναι απαραίτητο να επιστρέψουμε στο βραχυκύκλωμα ασφαλείας που έχει επαναπροσδιορίσει την έννοια της «δημόσιας τάξης». Η ιταλική περίπτωση είναι, υπό αυτή την έννοια, παραδειγματική. Στον μακρύ κύκλο του επαναστατικού αγώνα που ξεκίνησε το 1968-69, το αστικό Κράτος -υπό την προστασία των Ηνωμένων Πολιτειών και υποστηριζόμενο από μια σκοτεινή συμμαχία με τη μαφία και τους νεοφασίστες- απάντησε σε κάθε εργατική προέλαση με μια στρατηγική έντασης: οι σφαγές στην Πιάτσα Φοντάνα και την Πιάτσα ντέλα Λότζια, Piazza Fontana y Piazza della Loggia, ήταν οι «Κρατικές δολοφονίες» απαραίτητες για να ανακοπεί η ορμή προς τη ριζική αλλαγή.

Μπροστά στην αναγνώριση του ΝΑΤΟ από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCI) -τότε το ισχυρότερο κομμουνιστικό κόμμα στην Ευρώπη, τώρα εξαφανισμένο- και τη σταδιακή επαναπορρόφηση των λαϊκών κινημάτων εντός του θεσμικού πλαισίου, εμφανίστηκε η μαρξιστική-λενινιστική αντάρτικη ομάδα, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες, αντιμετωπίζοντας την μπουρζουαζία σε μια σύγκρουση που διήρκεσε σχεδόν είκοσι χρόνια. Η απάντηση του μηχανισμού εξουσίας ήταν η εγκαθίδρυση ενός πραγματικού αστυνομικού Κράτους: ειδικές φυλακές, αυξημένες ποινές κατά το ένα τρίτο, συνοπτικές εκτελέσεις, συστηματικά βασανιστήρια στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και μια νομοθεσία για τη μετάνοια, μεταμέλεια -βασισμένη σε ανταμειβόμενη καταγγελία («πεντιτισμό») και ιδεολογική αποκήρυξη ως προϋπόθεση για το δικαίωμα λόγου («αποσύνδεση, διάσταση, διαχωρισμό»)- με στόχο τη διάσπαση της πολιτικής ταυτότητας των αγωνιστών.

Αυτή η «έκτακτη ανάγκη» διέρρηξε τον δημοκρατικό ιστό προκειμένου να νικηθεί αυτό που χαρακτηρίστηκε ως «τρομοκρατία». Αλλά το κεντρικό πολιτικό γεγονός είναι ότι, ακόμη και μετά την ήττα του ένοπλου αγώνα, αυτή η λογική δεν έπαψε: έγινε φιλοσοφία διακυβέρνησης, τόσο σε τοπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η πολιτική χρήση της δικαστικής εξουσίας-του δικαστικού σώματος και η νέα ηθική της μετάνοιας

Η έκτακτη ανάγκη μετατράπηκε σε ρουτίνα διαχείρισης, [καθημερινές και ρουτίνας δραστηριότητες διαχείρισης, διεύθυνσης και εκτέλεσης των διαδικασιών] μέσω της πολιτικής χρήσης της δικαστικής εξουσίας (σήμερα γνωστής ως lowfare). Η δικαιοσύνη μετατράπηκε σε μέσο, εργαλείο επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων και, ταυτόχρονα, σε πεδίο μάχης, αντιπαράθεσης μεταξύ τμημάτων της μπουρζουαζίας (όπως φάνηκε στη μετάβαση από την Πρώτη στη Δεύτερη Δημοκρατία με τις υποθέσεις Andreotti και Tangentopoli [Ιταλία], και αργότερα στη Βραζιλία με την Lava Yato).

Αυτή η δυναμική επέβαλε τον «πεντιτισμό», [άτομα ή οργανώσεις που συνεργάζονται με το δικαστικό σύστημα με αντάλλαγμα οφέλη] -τόσο τον πραγματικό όσο και τον ιδεολογικό- ως μια νέα δημόσια ηθική, και η θεωρία συνωμοσίας αντικατέστησε την ανάλυση της ιστορίας ως ιστορίας ταξικής πάλης και συγκρούσεων αντίθετων συμφερόντων: ένα νομικό και συμβολικό τέχνασμα, μηχανισμός που στόχευε στην υπονόμευση της αξιοπρέπειας των νέων υποκειμένων σε αγώνα, αναγκάζοντάς τα να απαρνηθούν τις προηγούμενες πράξεις τους ως προϋπόθεση για το δικαίωμα λόγου. Το άτομο τιμωρείται όχι γι’ αυτό που έχει κάνει, αλλά για αυτό που αντιπροσωπεύει: μια απειλή για την καπιταλιστική συσσώρευση.

Αυτή η λογική έχει γίνει παγκόσμια σήμερα. Την βλέπουμε να λειτουργεί στο Περού, όπου η κληρονομημένη νομοθεσία της δεκαετίας του ’90 συνεχίζει να χρησιμοποιείται για την εξουδετέρωση κάθε κοινωνικής αντιπολίτευσης, χαρακτηρίζοντας ως «εσωτερικό εχθρό» όποιον διεκδικεί κυριαρχία επί των πόρων. Την συναντούμε στην επιχείρηση ποινικοποίησης του κοινωνικού κέντρου Askatasuna στο Τορίνο. Εδώ, το Κράτος πειραματίζεται επάνω στις νέες γενιές μετατρέποντας τη διαφωνία σε εγκληματική πράξη, επιδιώκοντας να εξαλείψει εκείνα τα φυλάκια αντίστασης που εξακολουθούν να αμφισβητούν την καπιταλιστική εκμετάλλευση.

Το φετίχ της νομιμότητας και η απαγωγή της Σίλια Φλόρες

Το παγκόσμιο σύστημα λειτουργεί μέσω της δομικής υποκρισίας: του φετίχ της νομιμότητας. Από τη μία πλευρά, απαιτείται απόλυτη υπακοή στους κανόνες της αγοράς· από την άλλη, ο ιμπεριαλισμός καταπατά το διεθνές δίκαιο μόλις αυτό μετατρέπεται σε εμπόδιο: από συγκρούσεις σε εργοστάσια μέχρι δημόσιους χώρους και εκλογική νοθεία, κάθε φορά που το αποτέλεσμα αποκλίνει από την αποικιακή βούληση. Η απαγωγή ενός αρχηγού κυρίαρχου Κράτους και ενός εκλεγμένου μέλους του κοινοβουλίου αποκαλύπτει την αληθινή φύση του δυτικού «κήπου»: μια τάξη πραγμάτων που βασίζεται στη «δικτατορία της μπουρζουαζίας», ουσία των τυπικών δημοκρατιών.

Είναι ο ίδιος μηχανισμός που επιτρέπει τη γενοκτονία στη Γάζα, όπου ολόκληρο το παλαιστινιακό κοινωνικό σώμα μετατρέπεται σε στρατιωτικό στόχο, και κανένας διεθνής κανόνας δεν φαίνεται ικανός να αποτρέψει αυτό το αποικιακό έγκλημα. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου και η Μαρία Κορίνα Ματσάδο μοιράζονται τον ίδιο ρόλο: είναι οι θεματοφύλακες ενός νεοαποικιακού συνόρου που ποινικοποιεί όσους αντιστέκονται στην απαλλοτρίωση εδαφών και συνειδήσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η απαγωγή της Σίλια Φλόρες αποκτά τεράστια συμβολική αξία. Η αμερικανική υπερεθνικιστική αφήγηση επιχειρεί να την υποβαθμίσει σε ένα απλό παράρτημα του ηγέτη, αλλά η Μπολιβαριανή Επανάσταση την έχει καθιερώσει ως «Πρώτη Μαχήτρια», ανατρέποντας τον πατριαρχικό ρόλο της Πρώτης Κυρίας. Το να της επιτεθούμε ισοδυναμεί με προσπάθεια να πληγώσουμε την καρδιά της λαϊκής στράτευσης, η οποία αψηφά, προκαλεί με υπερηφάνεια την αλαζονεία της εξουσίας.

Το σύμβολο της Σίλια Φλόρες, η οποία θέλει να ακολουθήσει τον πρόεδρο και η οποία, ενώπιον του αμερικανικού δικαστηρίου, αρνείται να υποταχθεί και αυτοανακηρύσσεται «αιχμάλωτη πολέμου» μαζί με τον σύντροφό της, είναι η πιο ισχυρή εικόνα επαναστατικής αξιοπρέπειας. Είναι η απάντηση ενός ολόκληρου λαού που τη λέει στη λευκή υπεροχή και την πατριαρχία, αγνοεί αμφότερες: δεν μπορούν να απαγάγουν μια ιδέα, επειδή αυτή η ιδέα περπατά στα πόδια εκατομμυρίων γυναικών οι οποίες έχουν αποφασίσει να μην είναι ποτέ ξανά αόρατες.

Η Δύση παρουσιάζεται ως υπερασπιστής των δικαιωμάτων των γυναικών μόνο όταν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ως πολεμικό πρόσχημα, αλλά ποινικοποιεί άγρια ​​τις γυναίκες που συμμετέχουν στην οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κυριαρχίας. Η Σίλια Φλόρες, δικηγόρος των εργατικών λαϊκών χώρων και πρωταγωνίστρια της επαναστατικής ιστορίας, αντιπροσωπεύει έναν ταξικό φεμινισμό που δεν διαχωρίζει τη χειραφέτηση των φύλων από τον αγώνα κατά του κεφαλαίου.

Η άρνησή της να υποταχθεί σε ένα ξένο δικαστήριο, ανακηρύσσοντας τον εαυτό της «αιχμάλωτη πολέμου», είναι η πιο ισχυρή απάντηση στην αποικιακή πατριαρχία που θα προτιμούσε οι γυναίκες του παγκόσμιου Νότου να είναι σιωπηλά θύματα ή υποτακτικές κομπάρσες.

Το να αποδίδουμε τιμή στην αντίσταση της Cilia Flores, επομένως, σημαίνει αντιστροφή της οπτικής του φιλελεύθερου φεμινισμού. Η φιγούρα της μας υπενθυμίζει ότι ο αγώνας κατά της πατριαρχίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον αντιιμπεριαλισμό: δεν υπάρχει ελευθερία για τις γυναίκες του παγκόσμιου Νότου εάν η χώρα τους βρίσκεται υπό «κυρώσεις» ή βομβαρδισμούς.

Μας υπενθυμίζει, επίσης, ότι η ταξική αλληλεγγύη πρέπει για άλλη μια φορά να ξεπερνάει τα σύνορα: επειδή οι γυναίκες που υπερασπίζονται τα εργοστάσια και τις κοινότητες στη Βενεζουέλα σήμερα είναι οι αδελφές των παλαιστινίων γυναικών που αντιστέκονται στη γενοκτονία, και των νέων αγωνιστριών στην Ευρώπη που αντιτίθενται στην τιμωρητική λογική του Κράτους.

Το γυναικείο πρόσωπο της λαϊκής εξουσίας: Ντέλσι Ροντρίγκεζ

Η προσπάθεια, πρόθεση διάλυσης της μπολιβαριανής διαδικασίας μέσω της απαγωγής των συμβόλων της έρχεται σε αντίθεση με το γεγονός ότι στη Βενεζουέλα, η εξουσία έχει γυναικείο πρόσωπο. Η ηγεσία της χώρας που ανέλαβε η Ντέλσι Ροντρίγκεζ ως προσωρινή πρόεδρος είναι η φυσική συνέπεια μιας διαδικασίας στην οποία περισσότερο από το 80% της διοίκησης των οργανώσεων βάσης, των λαϊκών οργανώσεων και των Κοινοτήτων αποτελείται από γυναίκες, οι οποίες κατέχουν επίσης κορυφαίες θέσεις σε υπουργεία και άλλους κλάδους της δημόσιας διοίκησης. Είναι τα ζωντανά οχυρά, las “casamatas” vivientes που αντιστέκονται στην ασύμμετρη επίθεση και καταδεικνύουν πώς η λαϊκή εξουσία είναι εγγενώς συνδεδεμένη με την απελευθερωμένη γυναικεία υποκειμενικότητα.

Η «προσωρινή» προεδρία της Ντέλσι Ροντρίγκεζ, την οποία έχουμε δει τόσο συχνά να αψηφά ανοιχτά τις εξουσίες που ασκούν τον ρόλο της ως υπουργού Εξωτερικών, δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά μάλλον τη φυσική συνέπεια μιας διαδικασίας που, εκτός από την αναγνώριση της κοινωνικής και πολιτικής αξίας της οικιακής εργασίας και της φροντίδας, έχει μετατρέψει τις γυναίκες από αντικείμενα ιστορίας σε υποκείμενα ριζικής αλλαγής. Ο αγώνας ενάντια στον πατριαρχικό καπιταλισμό στη Βενεζουέλα είναι δομικός, και συνδέεται με την απελευθέρωση από κάθε μορφή αποικιακής ή νεοαποικιακής εκμετάλλευσης και ελέγχου, κηδεμονίας.

Βενεζουέλα: το τελευταίο ρήγμα

Η υπεράσπιση της Βενεζουέλας σήμερα σημαίνει υπεράσπιση της ίδιας της πιθανότητας ριζικής αλλαγής ενάντια σε ένα σύστημα που θα επέβαλε την ιδεολογική μετάνοια ως τη μόνη οδό. Η απαγωγή του Μαδούρο και της Φλόρες αποτελεί μια προειδοποίηση για όποιον αμφισβητεί την ηγεμονία του δολαρίου. Το να σπάσουμε το επικοινωνιακό μπλακ άουτ, αυτή την απομόνωση, σημαίνει απόρριψη του ρόλου των «υποτελών ασφαλείας» για να γίνουμε ξανά υποκείμενα της ιστορίας.

Σε έναν κόσμο που έχει μετατραπεί σε φυλακή, η Βενεζουέλα παραμένει η ενσάρκωση μιας ελπίδας που αρνείται να απαχθεί.

Mιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος   Haize Gorriak

Προηγούμενο άρθρο

Αναβολή αγωνιστικής δραστηριότητας Α’ Κατηγορίας και ορισμός εξ αναβολής αγώνων

Επόμενο άρθρο

Αλφαβητοπαρέλαση φέτος επί της Βενιζέλου-Μία αλλαγή που χρειαζόταν για πολλούς λόγους