Τον Δεκαπενταύγουστο εκείνο η μητέρα μου αποφάσισε να υλοποιήσει το τάμα της και να με πάει στην Παλαιά Καβάλα. Πριν από τέσσερα χρόνια είχα αρρωστήσει βαριά και μου έταξε στην Παναγία της Παλαιάς Καβάλας. Το τάμα για να υλοποιηθεί απαιτούσε πολύ κόπο, γιατί ήταν κουραστικό και επίπονο με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή το σωτήριο έτος 1949 στο οποίο αναφέρομαι.
Θα έπρεπε να ανεβούμε με τα πόδια όλον τον κακοτράχαλο και γεμάτο στροφές δρόμο από την διασταύρωση του Ζυγού μέχρι την εκκλησία της Παναγιάς στην Παλιά Καβάλα. Εκεί θα έπρεπε να ανάψω μπροστά στην εικόνα της, μια λαμπάδα από μελισσοκέρι στο ύψος που είχε το μπόι μου στα δέκα μου χρόνια. Είχα αρρωστήσει βαριά στα έξι μου και ήμουν ένα βήμα κοντά στον θάνατο. Οι δομές υγείας ανύπαρκτες την εποχή εκείνη και με επικουρούσε ένας Μάμος γιατρός (Γυναικολόγος) που οι συνταγές και τα μαντζούνια που μου χορηγούσε δε βοηθούσαν την κατάσταση. Η κατάστασή μου ήταν απελπιστική, δεν είχα επαφή με το περιβάλλον και ο θάνατος μου ήταν αναμενόμενος. Τελευταία ελπίδα της Μητέρας μου η Παναγιά. Εκεί απέθεσε τις ελπίδες της όταν η επιστήμη με τα μέσα που είχε σήκωσε τα χέρια ψηλά. Στην Παναγιά της κατέφυγε, όπως κάθε απελπισμένος, όταν τα ανθρώπινα δεν του προσφέρουν καμιά λύση. Δεν ξέρω τον λόγο της επιλογής της Παναγιάς της Παλιάς Καβάλας. Εικάζω ότι διάλεξε αυτήν την Παναγιά, γιατί η περιοχή εκείνη ήταν κυρίως που επισκέπτονταν στην κατοχή. Εκεί υπήρχαν οι μύλοι που πήγαινε το καλαμπόκι ή το στάρι που εξοικονομούσε, πουλώντας τα υπάρχοντά της. Από εκεί μας έφερνε το λίγο αλεύρι για το ψωμί μας… Έτσι την γνώρισε την Παναγιά της Παλιάς Καβάλας και αυτήν είχε αποκούμπι της. Χρόνια μου το έλεγε το «θαύμα» και έγινε πια πεποίθηση μου: την ζωή μου την οφείλω στην δική της Παναγιά, την Παναγιά της Παλιάς Καβάλας.
Εκείνο το Δεκαπενταύγουστο έπρεπε να αποπληρώσουμε την οφειλή μας. Οι συνθήκες της συγκοινωνίας και η κατάσταση των δρόμων απελπιστικά ακατάλληλες για ένα τέτοιο ταξίδι. Έπρεπε να οργανώσει σωστά τον χρόνο μας σε συνάρτηση με τα μέσα που διαθέταμε. Αποφασίστηκε λοιπόν να διανυκτερεύσουμε ένα βράδυ στο Κρυονέρι και το πρωί νωρίς να ξεκινήσουμε για παλιά Καβάλα. Το Κρυονέρι μας βόλευε γιατί ήταν το χωρίο της Νουνάς μου. Την 14η του Αυγούστου εκείνης της χρονιάς όλα ήταν αίτημα. Φόρεσα το καινούργιο κοντό παντελονάκι μου από ρετσίνα. Ένα τραχύ ύφασμα που ένοιωθες την σκληράδα του στο πετσί σου. Έβαλα γεμάτος χαρά το καινούργιο μου πουκάμισο από άσπρο χασέ. Η κατασκευή του πουκάμισου έγινε από την κυρία Καλλιόπη και ήταν πρωτοποριακή. Είχε δύο μακριά μανίκια που τα δίπλωσα μέχρι τους αγκώνες. Δεν είχε κουμπιά και έμπαινε από το κεφάλι. Στον λαιμό είχε ένα κορδόνι όπως οι ντορβάδες και όταν ήθελες να κλείσεις το άνοιγμα τραβούσες το κορδόνι. Εκείνο το δώρο της Μάνας μου που με χαροποίησε ιδιαίτερα ήταν τα ελαστικά παπούτσια που μου αγόρασε. Ήταν μαύρα σκέτο λάστιχο και θα φορούσα παπούτσια για πρώτη φορά. Μαζί τα συνόδευαν ένα ζευγάρι κάλτσες λεπτές. Τα τσουράπια που φορούσα τον χειμώνα με τα τσαρούχια, δώρο εκείνα του Νονού μου, δεν έκαναν στα καινούργια μου παπούτσια. Φορτωμένοι με τις λίγες αποσκευές μας καθώς και τα δύο χάσικα ψωμιά που κρατούσα εγώ σε ένα ζεμπίλι δώρο στους συγγενείς μας, φτάσαμε στο Πρακτορείο από το οποίο θα παίρναμε το Λεωφορείο. Το όχημα που ήταν σταθμευμένο ήταν ξύλινο σε σχήμα αραμπά με κουβούκλιο. Οι θέσεις ξύλινες και τριζάτες που δεν ξεπερνούσαν τις τριάντα.
Οι αποσκευές μας άρχισαν να φορτώνονται επάνω στην ξύλινη οροφή όπου είχε ανέβει ο Εισπράκτορας με τον οδηγό να τις πετά με εντυπωσιακή ακρίβεια. Ο κόσμος πολύς και ο συνωστισμός μεγάλος. Εμείς ευτυχώς θέσεις βρήκαμε. Εγώ δυστυχώς για λίγο όμως.Όλα ήταν έτοιμα. Ο οδηγός στην θέση του και το βοηθό του κάτω με την μανιβέλα να δίνει τρις στροφές για να πάρει μπρος η μηχανή. Ξεκινήσαμε με το καλό και μετά από πέντε στάσεις λόγω της υπερθέρμανσης της μηχανής φτάσαμε αισίως στο Κρυονέρι όταν ο ήλιος κρύβονταν πίσω από την βουνοκορφή του Παγγαίου. Την επομένη με την ανατολή του ήλιου ξεκινήσαμε για τον προορισμό μας. Συντροφιά μας είχαμε και την Νουνά μου. Εκείνη ήταν έφιππη. Ήταν καβάλα στον γάιδαρο και ευτυχώς έβαλε στο δισάκι που είχε κρεμασμένο το ζώο και τα δικά μας μικροπαρελκόμενα. Η ημέρα ηλιόλουστη και υπερβολικά ζεστή που έκανε την πορεία μας δύσκολη. Μετά ιδιαίτερα την στροφή από Ζυγό προς Παλιά Καβάλα, ο ανηφορικός δρόμος με τα πολλά κοτρόνια έκανε την πορεία μας βασανιστική. Τα λαστιχένια μου παπούτσια η χαρά μου, έγιναν το όργανο του μαρτυρίου μου. Τα πόδια μου είχαν ανάψει και με πονούσαν. Το σκληρό περίβλημα του παπουτσιού που περιβάλει την φτέρνα τρύπησε την λεπτή κάλτσα και το δέρμα αιμορραγούσε. Ενώ ο πόνος ήταν αβάσταχτος σε κάθε βήμα… Ευτυχώς στο μέσο της διαδρομής βρήκαμε ένα σκιασμένο μέρος από ψηλά πλατάνια, καθίσαμε. Υπήρχε μια βρύση που έτρεχε άφθονο κρύο νερό. Το απολαύσαμε. Έβγαλα τα παπούτσια μου, δρόσισα τα πόδια μου. Ηρέμησα. Η πληγή στην φτέρνα και το τσούξιμο με εξόργισε. Τα έβαλα με την μητέρα μου που με κουβάλησε εκεί πάνω. Της έδειξα την ματωμένη μου φτέρνα και της είπα με οργή «Δες, εσύ φταις! Τι ήθελες να με κουβαλήσεις εδώ επάνω, τόσες Παναγιές έχουμε στην Καβάλα έπρεπε να έρθουμε σ αυτά τα κατσάβραχα!».
Η καημένη με κοίταξε με ένα βλέμμα όλο κατανόηση και προσπάθησε με ήπιο τόνο στην φωνή της να με ηρεμήσει, να με καλμάρει. Δεν ήθελα να συνεχίσω αλλά μου εξήγησαν ότι δεν υπάρχει μέσον επιστροφής. Πρέπει να συνεχίσουμε. Αυτό μου είπε η μητέρα μου με ένα κόμπο στην φωνή της, « Σ’ αυτήν την Παναγιά σε έταξα παιδί μου, αυτή σε έσωσε, της το οφείλουμε! Σε παρακαλώ!». Η δική μου πίστη ήταν ότι καμιά Παναγιά δεν με έσωσε αλλά η τύχη μου. Από δικό μου πείσμα, καθίσαμε αρκετή ώρα στο ωραίο εκείνο μέρος και λίγο το δροσερό νερό, λίγο η ξεκούραση δέχθηκα να ξεκινήσουμε. Τα λαστιχένια παπούτσια μου μπήκαν στο δισάκι που ήταν κρεμάμενο στο σαμάρι του ζώου και εγώ ακολουθούσα ξυπόλυτος, κρατώντας πάντα την λαμπάδα του τάματος. «Έτσι έπρεπε, για να ολοκληρωθεί σωστά το τάμα!». Με πολύ κόπο φτάσαμε στην εκκλησία και ευτυχώς στην πορεία μου έβρισκα ανακούφιση, βουτώντας τα πόδια μου στα κρύα και άφθονα νερά που έτρεχαν από παντού στο χωριό εκείνο. Στην πόρτα της εκκλησίας σταματήσαμε, ήταν άδεια. Η λειτουργία είχε τελειώσει προ πολλού. Η μητέρα μου με είπε να πάω και να ανάψω την λαμπάδα και να σταθώ μπροστά στην εικόνα και να ευχαριστήσω την «Παναγίτσα». Δεν ήθελα! Την μισούσα αυτήν την Παναγιά, γιατί αυτή ήταν αιτία για το δράμα που είχα τραβήξει. Έτσι όμως έπρεπε να γίνει. Αυτό έκανα. Η εικόνα φαίνονταν από μακριά ότι δεν είχε τίποτε το ενδιαφέρον. Ήταν μια παλιά εικόνα με ξεβαμμένα χρώματα, δίχως κάτι ενδιαφέρον για να σου τραβήξει την προσοχή. Πήγα και στάθηκα μπροστά στην Παναγιά, την κοίταξα με βλέμμα γεμάτο θυμό. Η ματιά μου συνάντησε το δικό της βλέμμα όλο γλύκα και κατανόηση. Συγκλονίστηκα! «Η Παναγίτσα» της μαμάς μου με κοιτούσε κατάματα με ένα βλέμμα όλο ζωή, γεμάτο θλίψη, όλο πόνο, κουρασμένο, έτοιμο να δακρύσει, γεμάτο με απέραντη αγάπη! Γύρισα και είδα δίπλα την Μητέρα μου. Το βλέμμα της ήταν ίδιο με τη ματιά της Παναγιάς της Παλιάς Καβάλας. Τα γόνατά μου λύγισαν, γονάτισα στην Παναγιά της Παλιάς Καβάλας. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως η Μάνα μου ήταν σαν τη Παναγιά.
Παναγιώτης Φώτου

