Στην «Καθημερινή της Κυριακής» υπάρχει ένα ενδιαφέρον άρθρο της καλής δημοσιογράφου, κυρίας Αλεξίας Καλαϊτζή, με το οποίο προβάλει εμφαντικά την οικονομική κατάκτηση του Νομού Καβάλας από τους Βούλγαρους.
Η κυρία Καλαϊτζή είναι νέα στην ηλικία και πιθανόν της διαφεύγει η σχέση που συνδέει τον τόπο αυτό και τα δεινά που έχουν υποστεί οι κάτοικοι του Νομού Καβάλας από τους Βούλγαρους στις επανειλημμένες Βουλγαρικές κατοχές, που στοίχισαν πολλές χιλιάδες ζωές στο παρελθόν.
Το θέμα ιστορικά λύθηκε, σε ποιόν ανήκει η περιοχή στις 19 Ιουνίου του 1913. Τότε με τις λαμπρές νίκες του Ελληνικού Στρατού στις μάχες εκείνες του Κιλκίς και του Λαχανά, που κατατρόπωσαν τον Βουλγάρικο Στρατό και έδειξαν καθαρά ποιος είναι το αφεντικό στην περιοχή μας.
Τα γεγονότα εκείνα επισφραγιστήκαν και de jure με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου και έγινε ο τάφος στην πράξη του ονείρου τους για την Μεγάλη Βουλγαρία που είχε ξεκινήσει με την περιβόητη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου.
Όποτε κατέβηκαν σαν κατακτητές στη χώρα μας το έκαναν σαν κολαούζοι άλλων δυνάμεων. Πάντα ήρθαν μ’ ένα σκοπό να αλλοιώσουν τεχνητά την σύνθεση του πληθυσμού της περιοχής για να αποδείξουν ότι βρίσκονται σε περιοχές όπου υπερτερούν οι Βούλγαροι.
Τον σκοπό τους αυτό προσπαθούσαν να τον πετύχουν με φόνους, με εξανδραποδισμούς και με την πείνα. Στην Καβάλα μπήκαν στις 20 του Απρίλη του 1941 στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και το πρώτο τους έργο ήταν να κλείσουν τα ελληνικά σχολεία και να διώξουν τους δασκάλους, να παύσουν τους ιερείς από τις εκκλησίες και να φέρουν δικούς τους παπάδες.
Να κλείσουν ακόμη όλες τις δημόσιες υπηρεσίες και να δημιουργήσουν δικές τους. Αυτό δεν έγινε από κανέναν άλλον κατακτητή τότε, γιατί οι Βούλγαροι ήρθαν για να μείνουν.
Οι Γερμανοί διατήρησαν τις Ελληνικές αρχές και δεν έκλεισαν εκπαιδευτικά ιδρύματα ούτε εκκλησίες όπου είχαν εγκατασταθεί, οι Βούλγαροι το έκαναν. Στα εμπορικά καταστήματα πάσης μορφής μπήκε «συνεταίρος» Βούλγαρος με απαιτήσεις και δίχως καμιά συμμετοχή σε κεφάλαιο και ζημίες αλλά μόνο στα κέρδη.
Δεν επιτρέπονταν να υπάρχει καμιά γραφή στην Ελληνική γλώσσα, όλα στα Βουλγάρικα. Η Οχράνα ήταν ο τόπος που μαρτύρησαν και άφησαν τη ζωή τους εκεί πολλοί Καβαλιώτες.
Ας είναι όμως. Ακόμη πρέπει να θυμίσουμε ότι φεύγοντας από την περιοχή μας τον Σεπτέμβρη του 1944 κατέκλεψαν τις Μονές Εικοσιφοίνησας Παγγαίου και Αγίου Ιωάννη Προδόμου Σερρών παίρνοντας μαζί τους Ιερά Σκεύη, Εικόνες και γραπτά κειμήλια, τα οποία προβάλλουν δίχως αιδώ σήμερα στα Μουσεία τους.
Αυτά τα λίγα για την ιστορία προς γνώση. Σήμερα σ’ αυτόν τον τόπο τους δεχθήκαμε δίχως μνησικακία. Ζήτησαν δουλειά και τους προσφέραμε, ζήτησαν σχολεία για τα παιδιά τους και τους τα ανοίξαμε, τους είδαμε σαν ισότιμους πολίτες στην κοινή ένωση που βρισκόμαστε και καλά κάνουμε.
Ποια είναι όμως η συμπεριφορά τους απέναντί μας;! Πριν δυο χρόνια ύψωσαν την Βουλγάρικη σημαία στο κεντρικό λιμάνι της Καβάλας, φωνάζοντας ότι αυτή η πόλη είναι δική τους και στους Έλληνες τη χαρίσανε οι Μεγάλες Δυνάμεις.
Αυτό έγινε από μια οργανωμένη ομάδα που δυστυχώς είχε -από ότι δείχνουν τα πράγματα- και κρατική βοήθεια. Έγινε παρόμοια προσπάθεια -η οποία ήταν ανεπιτυχής- μια τέτοια σημαία να αναρτηθεί και στο πύργο του φρουρίου της πόλης μας.
Φέτος στην ακτή που κολυμπώ Βούλγαρος φώναζε και ωρύονταν ότι η ακτή είναι δική τους! Αυτοί είναι δυστυχώς οι Βούλγαροι και είναι ποτισμένοι με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, που την επικαλούνται ακόμη και άνθρωποι με κάποια μόρφωση.
Αυτά βιώνουμε εμείς εδώ επάνω που δεν τα γνωρίζουν οι νότιοι συμπατριώτες μας… Όταν ζει κανείς τέτοιες συμπεριφορές, είναι δικαιολογημένα να εξοργίζεται και να ανησυχεί.
Βλέποντας ολόκληρα χωριά μας να αποψιλώνονται από τον Ελληνικό τους πληθυσμό και να βουλγαροποιούνται, ανησυχούμε και ανησυχούμε πολύ. Αισθανόμαστε τον εθνικό κίνδυνο ποιο έντονα, γιατί οι γείτονες μας στην πλειοψηφία τους δεν κρύβουν τι θέλουν.
Στις ακτές που αναγκαζόμαστε να συνυπάρχουμε δεν τηρούν στην πλειοψηφία τους, τους γενικούς κανόνες και αισθάνονται αφεντικά στον δικό μας τόπο. Στην σκέψη μου έρχεται η πάλε ποτέ Γιουγκοσλαβία, που μετά από συμβίωση συγγενών λαών πάνω από εβδομήντα χρόνια, η διάλυσή της δημιούργησε τρομερές συγκρούσεις και εθνοκαθάρσεις με χιλιάδες θύματα.
Μπορεί κανείς να βεβαιώσει ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο για την ΕΕ! Τώρα τα οφέλη από τις Βουλγαρικές επενδύσεις που είναι το ζητούμενο. Ότι χτίζεται από Βούλγαρο δεν προσφέρει ούτε ένα Ευρώ στην ελληνική αγορά και την οικονομία.
Τα πάντα από τα υλικά έρχονται από την Βουλγαρία μέχρι και το τελευταίο καρφί. Οι εργαζόμενοι είναι Βούλγαροι χαμηλού κόστους και η μαύρη εργασία βρίσκει σ’ αυτούς τον κανόνα της.
Οι τουριστικές μονάδες που δημιουργούν οι Βούλγαροι απευθύνονται στους συμπατριώτες τους και οι συναλλαγές πραγματοποιούνται συνήθως με τις Βουλγαρικές τράπεζες τα χρήματα μένουν εκεί.
Λίγα από αυτά τα ευρώ έρχονται στηχ χώρα μας. Τα διαμερίσματα που αγοράζονται στην Καβάλα και αλλού στο μέγιστο ποσοστό τους χρησιμοποιούνται σαν Airbnb και οι συμφωνίες κλείνονται στην Βουλγαρία και τα χρήματα μένουν εκεί.
Αυτοί που έρχονται στην Ελλάδα κουβαλάν μαζί τους ακόμη και το νερό που θα πιούν. Ελάχιστο λοιπόν το κέρδος από την έλευσή τους. Οι Βούλγαροι στη χώρα μας και ιδιαίτερα στην περιοχή μας κάνουν ένα άλλο είδος τουρισμό εντελώς διαφορετικό από τους άλλους τουρίστες, που μας επισκέπτονται ακόμη και από τους Τούρκους που είναι ποιο γαλαντόμοι και αφήνουν τον οβολό τους στην αγορά μας.
Αυτά συμβαίνουν δυστυχώς με τους βόρειους γείτονές μας σήμερα και οι λουτροπόλεις τους δεν είναι τίποτε άλλο από μια οικονομική κατάκτηση εδάφους, αφού δεν μπόρεσαν να την κάνουν με άλλο τρόπο μέχρι σήμερα.
Παναγιώτης Φώτου

