Δεν μπόρεσα να καταλάβω πόσο γρήγορα πέρασαν τα χρόνια! Σα χθες ήταν η πρώτη γνωριμία μου με τον μικρό Χρηστάκη! Σήμερα τον έχω μπροστά μου! Ένα όμορφο παλικάρι δυο μέτρα ύψος στα είκοσι τρία του ήρθε να με επισκεφθεί.
Μαζί του ήταν και η «δικιά του» η Μαρούλα, έτσι μου την σύστησε στην αρχή. Αυτό έγινε πριν δυο χρόνια και από τότε είναι αχώριστοι. Η σχέση μας αυτή με τον Χρήστο άρχισε πριν από πολλά χρόνια, από τότε ακόμη που ήταν μικρό παιδί στο νηπιαγωγείο. Έμενε τότε σε ένα ισόγειο διαμέρισμα στην πολυκατοικία που μένω χρόνια. Τότε ένα αυτοκίνητο χτύπησε ένα γατάκι και το σκότωσε. Ήταν η ώρα που σχολούσαν τα παιδιά από το παρακείμενο νηπιαγωγείο. Τα παιδάκια μαζεύτηκαν γύρω από το νεκρό ζώο και ο Χρηστάκης πιο ευαίσθητος το πήρε, το έβαλε μέσα στο καπελάκι που φορούσε και το έφερε στο σπίτι.
Εγώ εκείνη την ώρα επέστρεφα από την καθημερινή μου έξοδο. Μπαίνοντας μέσα στην κυρία είσοδο της πολυκατοικίας, είδα την μητέρα του Χρηστάκη να κάθεται με το παιδί στο κεφαλόσκαλο και να προσπαθεί να πάρει το ψόφιο ζώο από τα χέρια του μικρού. Εκείνος δεν το έδινε με κανένα τρόπο και χτυπιόνταν κάτω ουρλιάζοντας. Δεν ήθελε να δεχθεί ότι το γατάκι δεν έχει ζωή, ότι έχει πεθάνει. Φώναζε και σπάραζε από το κλάμα «δεν πεθαίνουν τα μικρά γατάκια, δεν τα αφήνει ο καλός Θεούλης! Κοιμάται το γατάκι μου δεν θα μου το πάρει κανείς!». Μόλις με είδε η μητέρα του Χρηστάκη μου είπε «Αχ κύριε Παναγιώτη σας παρακαλώ βοηθήστε με! Πέστε και εσείς κάτι! Μια ώρα τον έχω εδώ και δεν μπορώ να τον πείσω ότι το γατάκι αυτό πέθανε!Έχει γανιάσει από το κλάμα».
Ο Χρηστάκης εντωμεταξύ είχε αγκαλιάσει το ψόφιο ζώο για να μη του το πάρω και φώναζε είναι δικό μου δεν θα μου το πάρεις! «Γιατί να σου το πάρω μωρέ Χρήστο, έχεις δίκιο, τα μικρά ζωάκια δεν πεθαίνουν ούτε τα μικρά παιδάκια». «Ναι! Αυτό λέω και εγώ στη μαμά δεν καταλαβαίνει, αυτά πάνε στον παράδεισο, έτσι μας είπε η κυρία και γυρίζουν πάλι πίσω!». «Εσύ όμως μωρέ Χρήστο το κρατάς εδώ, δεν το αφήνεις να πάει στον παράδεισο! Θα μου το δώσεις να το πάω εγώ εκεί». Με κοίταξε με ένα βλέμμα καλμαρισμένο αλλά και ανήσυχο τώρα. Γύρισε κοίταξε την μητέρα του, το γατάκι, μετά εμένα, σήκωσε με δισταγμό το καπέλο του με το ψόφιο ζώο μέσα και μου το έδωσε.
Η μητέρα του τον πήρε από το χέρι, μου έριξε μια ματιά με το ευχαριστώ μέσα της και προχώρησε προς την πόρτα τους. Από εκεί ο Χρήστος γύρισε και μου είπε επιτακτικά «Θα του πεις όμως ότι είναι δικό μου όταν θα γυρίσει!». Από τότε ο Χρηστάκης ήταν η μόνιμη παρέα μου και η χαρά μου. Αντιμετώπισα με ευχαρίστηση και υπομονή τότε τα πρώτα γιατί και πως του στην παιδική του ηλικία. Είχα κατορθώσει να αποκτήσω την εμπιστοσύνη του και προσπάθησα να την κρατήσω σαν κόρη οφθαλμού. Δεν πρόδωσα κανένα του μυστικό και έτσι νομίζω ότι τον βοήθησα στις επιλογές του για το κτίσιμο της προσωπικότητας του.
Όλα αυτά βέβαια γίνονταν σε συνεργασία με τους γονείς του και σε κοινή τους συμφωνία και συναίνεση. Αυτή πιστεύω εγώ ότι ήταν και η δική μου συμβολή στην προσωπικότητα του Χρηστάκη. Οι επαφές μας ανάλογα με την ηλικία του αραίωναν σιγά-σιγά. Είχαν πια μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη οικογενειακώς και τον έχασα. Επικοινωνούσε όμως μαζί μου συχνά τηλεφωνικά και ενδιαφέρονταν για το πώς περνώ και μου έλεγε και τα δικά του. Όταν τον έφερναν τα βήματά του στην πόλη μας ήταν αδύνατον να μη με επισκεφτεί και να μου πει για την δική του ζωή. Μου έδινε μεγάλη χαρά και το γνώριζε. Σήμερα τους είχα μπροστά μου και η επίσκεψή τους με χαροποίησε ιδιαίτερα.
Είχε προηγηθεί ένα τηλεφώνημά του Χρήστου πριν από τρεις ημέρες που με είχε πληροφορήσει για το τέλος των σπουδών του στις οικονομικές επιστήμες και μάλιστα με ένα μεγάλο βαθμό στο πτυχίο του. Φαντάστηκα ότι η σημερινή τους παρουσία μπροστά μου θα ήταν για κάποιο μακροχρόνιο ταξίδι του στο εξωτερικό για δουλειά ή για σπουδές και ήρθε να με αποχαιρετήσει. Θα είχε σκεφτεί ότι είμαι περασμένης ηλικίας άνθρωπός και στην επιστροφή του μπορούσε να μη με ξαναδεί, να μην υπάρχω. Τους δέχθηκα για τον λόγο αυτό με μεγάλη συγκίνηση! Μετά τις φιλοφρονήσεις και τα τυπικά τον λόγο πήρε η Μαρούλα που με την ένταση και τον ενθουσιασμό της νιότης της, μου είπε, κοιτάζοντας ταυτόχρονα με πλάγιες ματιές τον Χρήστο «Πέστε του κάτι κύριε Παναγιώτη, εσάς σας ακούει, θέλει να πάει στον στρατό τώρα που τέλειωσε τις σπουδές του και να μη συνεχίσει παραπέρα.
Με εννιά το πήρε το πτυχίο και θα πάει στο στρατό για εννέα χαμένους μήνες! Θα διακόψει και θα χάσει τον ειρμό του για σπουδαίες σπουδές στο εξωτερικό, θα αλλάξει τον προγραμματισμό μας και τον τρόπο που ζούμε. Θα τα αλλάξει όλα για το τίποτε. Είναι δίκαιο αυτό; Πέστε του και εσείς!». «Άσε την αυτή κύριε Παναγιώτη, είναι από αυτούς που πιστεύουν ότι δεν έχουμε καμιά ευθύνη απέναντι στην πατρίδα. Πρέπει μόνο να ζητάμε και να μη προσφέρουμε το ελάχιστο που είναι η θητεία μου στο στρατό». Ακούγοντας τον Χρήστο να της απαντά απολογητικά και με την ένταση στην φωνή πεσμένη, πήρε θάρρος η Μαρούλα και του απάντησε απευθυνόμενη σε έμενα «Ακούς κύριε Παναγιώτη, τον ακούς! Τι είναι μωρέ η θητεία και αυτό δεν το κατάλαβες! Η θητεία αγόρι μου είναι μια τιμωρία στη νεολαία ή μάλλον μια άσκηση, μια προπόνηση καταπίεσης, για να μάθει να υπακούει στο κράτος τους.
Αυτή είναι η θητεία! Μάθε λοιπόν αγαπητέ μου Χρήστο ότι είσαι ελεύθερος άνθρωπος και δεν είσαι κτήμα κανενός κράτους και καμιάς εξουσίας. Δεν μπορούν αυτοί που ασκούν εξουσία να κάνουν πολέμους και να έχουν εσένα για τροφή των κανονιών τους». Ο Χρήστος με κοίταξε κούνησε το κεφάλι και είπε κοιτάζοντας με στα μάτια, περιμένοντας μάλλον βοήθεια από εμένα, λέγοντας, ήρεμα «Είμαι Έλληνας και υπερήφανος που είμαι πολίτης αυτής της χώρας. Ναι, θέλω να υπηρετήσω την πατρίδα μου, αλλιώς πώς θα εκφράσω την αγάπη που έχω για αυτήν!
Θα πάω για όσο χρόνο με χρειαστεί η Ελλάδα, τώρα που είμαι νέος και μπορώ να προσφέρω. Άλλοι υπηρέτησαν χρόνια και κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες! Θα πάω, έχω αυτήν την υποχρέωση σαν Έλληνας Πολίτης και θα την εκτελέσω!». Η Μαρούλα ακούγοντας τον Χρήστο να εκφράζει αυτές τις σκέψεις, αγρίεψε περισσότερο, τέντωσε τα χέρια στο πλάι με δύναμη, σήκωσε το κεφάλι ψηλά και είπε «Ακούστε κόσμε έναν νεαρό στα είκοσι του να μιλάει σαν γέρος ογδόντα χρόνων! Με συγχωρείτε κύριε Παναγιώτη δεν το λέω για εσάς αλλά πέστε και εσείς κάτι! Είναι αυτά ιδέες νέου ανθρώπου. Βρε αγάπη μου γιατί δεν παίρνεις παράδειγμα τον Θανάση τον Παυλόπουλο ,πήγε στον Πολιτικό τους του υπέδειξε αυτός, εκείνον τον ψυχίατρο, έδωσε το τρακοσάρι και πήρε το τρελόχαρτο για απαλλαγή!
Έξω από τον στρατό τώρα και με την άδεια της Αστυνομίας που λέμε! Κάνε το και εσύ και κάνε μετά ότι θέλεις. Είδες τι μας είπε ο Νίκος ο ξάδελφος μου που υπηρετεί στον Έβρο! Τι τραβάει το παλικάρι με τις σκοπιές και τις περιπολίες με τον Τούρκο απέναντί του. Αυτοί που έχουν δόντι σου είπε ότι περνούν καλά. Εσύ δεν έχεις μέσον αλλά και να είχες με το μυαλό που κουβαλάς ούτε αυτό θα το χρησιμοποιούσες! Εξάλλου βρε Χρήστο μου ο στρατός υπάρχει για να φυλάει τους πλούσιους, αυτοί θα χάσουν σε ένα πόλεμο, ας πληρώσουν στο κάτω κάτω και ας κάνουν τον στρατό τους, γιατί εμείς». Νόμισα ότι ήρθε και η δική μου ώρα για να μπω στην κουβέντα τους και να βοηθήσω αν μπορούσα.
Η ατμόσφαιρα ήταν εκρηκτική, μύριζε μπαρούτι και τους είπα με μεγάλη προσοχή στα λόγια μου, δεν ήθελα να ρίξω λάδι στη φωτιά. «Τι να σας πω εγώ βρε παιδιά μου, εγώ είμαι μιας άλλης εποχής, μεγάλωσα με άλλες ιδέες για την έννοια πατρίδα. Για εμάς όποιος δεν πήγαινε στον στρατό τότε θεωρούνταν προβληματικός, σακάτης. Κανείς δεν ήθελε έναν τέτοιο χαρακτηρισμό. Για τη γενιά τη δική μας ο στρατός ήταν ένα ακόμη σχολείο. Ένας τόπος που μαθαίναμε να συνυπάρχουμε με συνομηλίκους μας, να ζούμε μαζί τους σε πραγματικά δύσκολες συνθήκες τότε. Οι γνωριμίες και οι φιλίες που αναπτύσσονταν σ’ εκείνο το περιβάλλον ήταν μοναδικές και πολλές από αυτές κρατούσαν μια ζωή. Η θητεία μας στον στρατό ήταν ένα κομμάτι του βίου μας που έμενε στη μνήμη μας για πάντα».
Η Μαρούλα -ακούγοντας όλα αυτά- έριξε την ένταση της φωνής της, με κοίταξε λίγο παράξενα που δεν συμφώνησα μαζί της και είπε «Και εσύ κύριε Παναγιώτη! Δεν το πιστεύω, δεν το περίμενα, σας είχα πιο προοδευτικό. Κρίμα!». Την στενοχώρησα και δεν το ήθελα. «Άκουσε με κούκλα μου σε παρακαλώ! Εγώ μίλησα για μια άλλη εποχή, την τότε, τη δικιά μας, που δεν έχει καμιά σχέση με το σήμερα. Είμαστε η γενιά της κατοχής και του εμφυλίου που η έννοια πατρίδα ήταν όνειρο, ήταν όραμα γιατί μας έλειπε, το είχαμε χάσει. Για αυτό και υπηρετήσαμε με πάθος την ιδέα που δεν ήταν μια απλή λέξη αλλά ήταν ο αέρας που αναπνέαμε ελευθέρα, η θάλασσα και τα ποτάμια της, τα ψηλά της βουνά που τα νοιώθαμε οικεία.
Αυτή ήταν η Ελλάδα για εμάς, με τους μύθους της και την ιστορία της και ήμασταν υπερήφανοι που γεννηθήκαμε Έλληνες. Αυτά Μαρούλα μου, αν τα στερηθείς έστω για λίγο, θα νοιώσεις τι είναι πατρίδα. Τώρα δεν μπορώ να μη σου δώσω τα δίκαιά σου για αυτά που ανέφερες στην σημερινή εποχή. Τις παρεκτροπές εννοώ που δημιουργούνται από μερικούς με την βοήθεια καμιά φορά και της ανώριμης πολιτικής εξουσίας. Αυτοί και όχι μόνο, εκμαυλίζουν το λαό μας. Είπες ακόμη για μισθοφορικό στρατό, αυτός ο στρατός όμως θα ενδιαφέρετε μόνο για το χρήμα και όχι για το έθνος, για την πατρίδα. Μια λύση θα ήταν ο εθελοντικός στρατός, όπως σε μερικές χώρες της Ευρώπης αλλά εμείς έχουμε απέναντι τον Τούρκο που επιβουλεύεται την πατρίδα μας και πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε, δε γίνεται αλλιώς.
Ναι υπάρχουν όλα αυτά που καταγγέλλεις και τα τρελόχαρτα και το μέσον και άλλα. Θα ήθελες όμως ο Χρήστος σου να απαλλαγεί από τη θητεία του στο στρατό μ’ ένα χαρτί της τρέλας! Θα είσαι περήφανη για αυτό το χαρτί του τρελού στην τσέπη του Χρήστου. Εγώ δεν το πιστεύω! Τα παιδιά σου τα σκέφτηκες; Ο Χρήστος πρέπει να αποφασίσει μόνος του και ανεπηρέαστα. Αυτός γνωρίζει καλύτερα από όλους μας το συμφέρον του και θα κάνει το καλύτερο για τον ίδιο αλλά και για τους δύο σας. Είναι αλήθεια ότι θα σε χρειαστεί τώρα περισσότερο από ποτέ και θα πρέπει να σταθείς κοντά του. Εμένα πάλι μη μου κρατήσεις κακία, το καλό σας θέλω γιατί ξέρετε ότι σας αγαπώ και τους δύο σαν τα παιδιά μου». Ήρθε εντελώς διαφορετική τώρα κοντά μου και με αγκάλιασε και κοιτάζοντάς με στα μάτια μου είπε «Εσάς να κρατήσω κακία κύριε Παναγιώτη!
Τι είναι αυτά που λέτε τώρα! Σας ευχαριστούμε πολύ και ας έχουμε διαφορετική γνώμη. Ο Χρήστος θα διαλέξει, συμφωνώ και ας ευχηθούμε η επιλογή του να είναι η καλύτερη για εμάς. Σας δίνω με όρκο την διαβεβαίωση ότι θα είμαι κοντά του ότι και αν διαλέξει. Εμείς συμφωνήσαμε με τον Χρήστο μου ότι θα πορευτούμε σ’ αυτήν τη ζωή πιασμένοι χέρι-χέρι μέχρι το τέλος και ευχόμαστε αυτό το τέλος να είναι πολύ μακριά!». Τους χάρηκα! Εκείνη την ημέρα κάθισαν λίγο παραπάνω, τους κάναμε το τραπέζι και τους απολαύσαμε. Πρώτα την δροσιά της ηλικίας τους και την ωριμότητα και την φρεσκάδα στις σκέψεις τους. Τυχερή η πατρίδα μας, ευνοημένη η φυλή μας, με τέτοια νεολαία και φωτεινή εικόνα από την καταχνιά, που μας δείχνει η τηλεόραση για την νέα γενιά καθημερινά.
Παναγιώτης Φώτου

