Ήμουν ένα μικρό παιδί, μόλις πέντε χρονών, όταν ο ουρανός της αθωότητας σκοτείνιασε απότομα. Τι μπορεί να θυμηθεί ένα πεντάχρονο; Φευγαλέες εικόνες, συναισθήματα που τότε δεν μπορούσα να εξηγήσω, αλλά που χάραξαν βαθιά την ψυχή μου.
Ζούσαμε σε μια εργατική γειτονιά της Δυτικής Γερμανίας, ένα μωσαϊκό πολιτισμών: Τούρκοι, Έλληνες, Γιουγκοσλάβοι, Ιταλοί. Όλοι τους, μετανάστες εργάτες που είχαν αφήσει πίσω τους την πατρίδα τους, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή για τις οικογένειές τους.
Εμείς, τα παιδιά, ήμασταν διαφορετικοί. Μιλούσαμε τη δική μας γλώσσα, τη γλώσσα του παιχνιδιού. Δεν υπήρχαν σύνορα, ούτε προκαταλήψεις. Παίζαμε όλοι μαζί, μικροί μετανάστες με μια στενότερη σχέση μεταξύ μας, νιώθοντας ίσως υποσυνείδητα ότι δεν ήμασταν πλήρως μέρος αυτής της χώρας.
Θυμάμαι να παίζω με μια μικρή Τουρκάλα – το όνομά της έχει χαθεί στα βάθη της μνήμης, αλλά η εικόνα της παραμένει. Η δυσκολία στην επικοινωνία ήταν μεγάλη, καθώς προσπαθούσαμε να συνεννοηθούμε σε μια τρίτη γλώσσα, αλλά για εμάς τα παιδιά, αυτό δεν ήταν εμπόδιο. Ήμασταν απλά παιδιά.
Και τότε, ξαφνικά, η ηρεμία ανατράπηκε. Ο ουρανός μας σκοτείνιασε. Οι φωνές των μεγάλων άρχισαν να πληθαίνουν, γεμάτες οργή και πόνο. «Οι Τούρκοι βιάζουν και σφάζουν στο νησί!», ακούγονταν ψίθυροι, που σύντομα έγιναν κραυγές.
Έβλεπα τους Έλληνες της διασποράς να οργανώνουν εράνους, να μαζεύουν χρήματα και κονσέρβες για να στείλουν στους πρόσφυγες. «Αχ, αυτοί οι κακοί οι Τούρκοι…». Μέσα σε όλο αυτό τον αναβρασμό, μια σκέψη με χτύπησε σαν κεραυνός: «Μα η μικρούλα είναι Τουρκάλα!
Δεν πρέπει να ξαναπαίξω μαζί της. Είναι εχθρός της πατρίδας μου». Έβλεπα τον πόνο στα πρόσωπα των Ελλήνων εργατών-μεταναστών. Με λυγμούς έκαναν τους εράνους, προσπαθώντας να βοηθήσουν την πατρίδα μας που δεχόταν τον πόλεμο από τις ορδές του «Απολίτιστου Αττίλα».
Οι μνήμες των προγόνων μου που εκδιώχθηκαν από τα πάτρια εδάφη, που γενοκτονήθηκαν, ξαναζωντάνεψαν, σαν ένας εφιάλτης που επέστρεφε. Όμως, μέσα σε όλη αυτή την αναταραχή, η σκέψη μου επέστρεφε επίμονα στη μικρή Τουρκάλα.
Ήμουν σίγουρος ότι αυτή δεν ήταν κακιά. Ήταν απλά ένα παιδί, όπως κι εγώ. Οι μνήμες από εκείνη την εισβολή, από τον πόλεμο, χάραξαν ένα ανεξίτηλο σημάδι. Μου έδειξαν πως η αθωότητα μπορεί να διαλυθεί από την σκληρή πραγματικότητα, αλλά και πως η ανθρωπιά μπορεί να λάμψει ακόμα και μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι.


