Βλέποντας τα κεπέγκια του μαγαζιού του κατεβασμένα, ξέραμε πως τον είχαν μπουζουριάσει και τον είχαν στείλει πάλι στις φυλακές της Κομοτηνής. Η εικόνα του σφραγισμένου μαγαζιού μόνο θλίψη προκαλούσε, γιατί μας έλειπε η φωνή του, που ακουγόταν μέχρι απάνω, στις επάλξεις του βυζαντινού κάστρου.
Κείμενο του Χρήστου Κεραμίδη
Ναι, μας έλειπε η εξαίσια φωνή του, τις ώρες που έπιανε εκείνους τους μικρασιάτικους αμανέδες μαζί με τον Μυτιληνιό φίλο του και ηθοποιό Νίκο Φέρμα. Τον επισκεπτόταν συχνά στο τσαγκαράδικο, όταν έπαιζε στους περιοδεύοντες θιάσους, που τους φιλοξενούσε ο πανέμορφος θεατρικός χώρος του κινηματογράφου Αττικόν. Δυστυχώς κατεδαφίστηκε, για να γίνει στη θέση του μία ακόμη άκομψη και θλιβερή οικοδομή. Μας έλειπαν τα πειράγματα που έκανε στην ξιπασμένη γεροντοκόρη, την Αλεξάνδρα, που ζούσε μόνη με τις γάτες της σε ένα παλιό σπίτι —ερείπιο—, ακριβώς απέναντι από το μικρό του τσαγκαράδικο.
Κι εκείνη, για να τον εκδικηθεί, πέρναγε αλαζονικά μπροστά από το μαγαζί του, επιδιώκοντας να του υπενθυμίζει με άψογη ρητορική την «ευτελή» καταγωγή του. Η σύλληψή του στα βράχια, κάτω στα μπεντένια, και η διαπόμπευσή του στα στενά δρομάκια του παλιού συνοικισμού θύμιζε ταινίες του ιταλικού νεορεαλισμού. Πίσω από τον ψηλόσωμο και ευθυτενή αυτόν άντρα τρέχαμε οι πιτσιρικάδες με τα κοντά, μπαλωμένα παντελόνια, φωνάζοντας και ζητώντας να του αφαιρεθούν οι μεταλλικές χειροπέδες, που ακινητοποιούσαν τα πανάξια χέρια του.
Μόνο οι ψυχές των μικρών παιδιών μπορούσαν να εκφράσουν αυτή την υψηλού επιπέδου άδολη επιθυμία. Γιατί ο Μαστρολιάς σε όλη τη ζωή του υπήρξε άξιος οικογενειάρχης και τίμιος επαγγελματίας. Ποτέ δεν έκανε κακό σε άνθρωπο. Επισκεύαζε κι έφτιαχνε παπούτσια, που για την εποχή εκείνη θεωρούνταν πολυτελείας. Ακόμη και στη φυλακή δούλευε για να περνάει η ώρα του. (Παράκτιες διαδρομές Εκδόσεις Κέδρος, 2020)

