Οι συνεχιζόμενες διαδηλώσεις παντού καταδεικνύουν ότι τα πολιτικά κόμματα και τα κοινωνικά τους μέτωπα δεν έχουν πλέον το μονοπώλιο της λαϊκής κινητοποίησης. Ευτυχώς, έγραψε ο Αντόνιο Μαρτίνς, António Martins, έχουν μπει σε δράση άλλοι παράγοντες. εν τω μεταξύ, τις τελευταίες ημέρες, η Γένοβα φιλοξένησε μια συνέλευση με αντιπροσωπείες ελλήνων, ισπανών και γάλλων λιμενεργατών που προωθούν δράσεις μποϊκοτάζ πλοίων γεμάτων όπλα με προορισμό το Ισραήλ

Φωτογραφία Collettivo Autonomo Lavoratori Portuali
Βραζιλία και Ιταλία, σεπτέμβριος 2025: ο λαός στο επίκεντρο, καταλαμβάνει την σκηνή. Δεν έχει νόημα να συγκρίνουμε τις κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις των δύο χωρών, φυσικά, ούτε τους λόγους που ωθούν τον κόσμο να μεταμορφωθεί σε παλίρροια αυτές τις μέρες. Αυτό που μοιράζονται, ωστόσο, η Βραζιλία και η Ιταλία είναι η ένταση της λαϊκής δύναμης, ο αντίκτυπος που ασκεί σε διαφορετικά επίπεδα. Αποτελούμενη από πλήθη που αψηφούν τις ορθόδοξες αναλύσεις της συνείδησης, της γραμμικής προόδου, ή της πίστης στον ρόλο μιας ενιαίας και αιώνιας ιστορικής οντότητας-υποκειμένου, ο λαός γεμίζει τους δρόμους, εκτροχιάζει, τινάζει στον αέρα τις στρατηγικές και παραμερίζει τις εξηγήσεις των γιατί κάποιων επιλογών και συμμαχιών, τα αιτήματα για μετριοπάθεια, την κατανόηση των «καιρών, των χρόνων της πολιτικής».
Οι θεσμικοί πολιτικοί χώροι —κορεσμένοι από μια συχνά στείρα διαλεκτική— κλονίζονται από μια ασυγκράτητη δύναμη που δεν αφήνει χώρο σε άλλες δράσεις. Οι πολιτικοί θεσμοί —τόσο της κυβέρνησης όσο και της αντιπολίτευσης— και τα συνομοσπονδιακά συνδικάτα πρέπει να βρουν έναν τρόπο να έρθουν σε επαφή με αυτά τα πλήθη. να τα αγνοούν είναι αδύνατο. Θα σήμαινε να παραμείνουν έξω από τα γεγονότα που διαμορφώνουν τη ζωή μιας χώρας. Ανάλογα με τις διαφορετικές τους κλίσεις, κάποιοι προσπαθούν να τα στιγματίσουν ως άχρηστα ή αντιπαραγωγικά, άλλοι προσπαθούν να ακολουθήσουν τη μόδα, να πηδήξουν επάνω στο κάρο.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τη Βραζιλία και την βραζιλιάνικη πολιτική έχει περιγραφεί εύστοχα από τον António Martins σε ένα πρόσφατο άρθρο articolo στο Outras Palavras, σχετικά με τις διαδηλώσεις κατά της αμνηστίας του 2023 για τους πραξικοπηματίες. Από τα πέντε σημεία που επισημαίνει ο Αντόνιο στην ανάλυσή του, το τρίτο είναι αυτό που πλησιάζει περισσότερο τη Βραζιλία με την Ιταλία: «Τα πολιτικά κόμματα και τα κοινωνικά τους μέτωπα δεν έχουν πλέον το μονοπώλιο της λαϊκής σύγκλησης. Ευτυχώς, έχουν μπει σε δράση άλλοι παράγοντες, άλλοι παίκτες – αυτοί που εξασφάλισαν την τεράστια επιτυχία της Κυριακής».
Το ίδιο συμβαίνει και στην Ιταλία, όπου -όπως όλοι γνωρίζουν- ζούμε σε σκοτεινές εποχές. Η σιδερένια συμμαχία μεταξύ Μελόνι και Τραμπ – που ωθήθηκε στα άκρα από τις παραληρηματικές ρήσεις του Σαλβίνι – δεν φαίνεται να αποδυναμώνεται μπροστά στις εγκληματικές πολιτικές του τελευταίου. Αντιθέτως, λαμβάνονται ως σημείο αναφοράς στον καθορισμό των σχέσεων με το δικαστικό σύστημα-τη δικαιοσύνη, τις κοινωνικές συγκρούσεις, τις ανισότητες, καθώς και στην εξωτερική πολιτική. Η θεσμική αριστερά, παγιδευμένη στις αιώνιες αντιφάσεις που την χαρακτηρίζουν εδώ και δεκαετίες και χωρίς σαφές όραμα για το τι θέλει να είναι όταν αναπτυχθεί, παραμένει στο περιθώριο, στον πάγκο του γηπέδου, χωρίς καμία προοπτική να εισέλθει στο κύριο πεδίο δράσης-στον κεντρικό αγωνιστικό χώρο για τα επόμενα δύο ή τρία πρωταθλήματα.
Σε αυτό το σενάριο, και με τις εικόνες της Γάζας να εμφανίζονται καθημερινά στις οθόνες όλων αφενός, και την υποκρισία και την κακή πίστη εθνικών και Ευρωπαίων πολιτικών αφετέρου, ο λαός έχει αναλάβει τον κεντρικό ρόλο, έχει καταλάβει την σκηνή.
Δεν ήταν πολιτικές οργανώσεις που πίεσαν γι’ αυτό. Υπήρξαν δύο πολύ διαφορετικές μεταξύ τους δομές: η CALP (Collettivo Autonomo dei Lavoratori Portuali, ή Αυτόνομη Κολεκτίβα των Λιμενεργατών), μια οργάνωση βάσης στο λιμάνι της Γένοβας, και η Music for Peace, Μουσική για την Ειρήνη, μια πολύ δραστήρια εθελοντική οργάνωση, τόσο τοπικά όσο και σε χώρες με σημαντικές υλικοτεχνικές και ανθρωπιστικές ανάγκες υποστήριξης (Σουδάν και, μέχρι πριν δυο χρόνια, Γάζα).
Η CALP οργανώνει τον αποκλεισμό πλοίων μεταφοράς όπλων στο λιμάνι της Γένοβας από το 2019. Κατά τη διάρκεια αυτών των έξι ετών, έχει χτίσει στενούς δεσμούς με κοινωνικές και πολιτικές οργανώσεις, φοιτητικές κολεκτίβες και κοινωνικά κέντρα. Η συμμετοχή στους αποκλεισμούς είδε πάντα μια παρουσία εκτεινόμενη πολύ πέρα από τους ίδιους τους λιμενεργάτες, αλλά ποτέ δεν έφτασε σε πραγματικά μεγάλους αριθμούς.
Η έξοδος της CALP από την CGIL (Ιταλική Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας) το 2020 και η ένταξή της στο σωματείο βάσης USB (Unione Sindacale di Base, ή Συνδικαλιστική Ένωση Βάσης) της έδωσε μεγαλύτερη αυτονομία πρωτοβουλίας. Η USB είναι ένα καλά ριζωμένο σωματείο μεταξύ εκείνων που εργάζονται στον τομέα της εφοδιαστικής και των μεταφορών -ειδικά μεταξύ των πιο περιθωριοποιημένων- και στον δημόσιο τομέα. Έκτοτε η CALP έχει κατακτήσει μια ενισχυμένη θέση στις σχέσεις με άλλους λιμενεργάτες, τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ευρώπη. Έφτασε στο σημείο να γίνει δεκτή από τον Πάπα Φραγκίσκο, ο οποίος σε αρκετές περιπτώσεις είχε επαινέσει ιδιαίτερα τις δράσεις της Κολεκτίβας κατά της εμπορίας όπλων. Παρά ταύτα, οι πρωτοβουλίες που προώθησε η CALP διατήρησαν τον χαρακτήρα των «στρατευμένων» διαδηλώσεων, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Δεν διέσχιζαν το φράγμα που τους χώριζε από την υπόλοιπη πόλη. ίσως δεν ήταν καν πρόθεση τους. Ακόμη και η πλειοψηφία των λιμενεργατών δεν συμμετείχε στους αποκλεισμούς. Μεταξύ αυτών, κυριαρχούσε μια «εργοστασιακιστική» και, από ορισμένες απόψεις, αναχρονιστική πολιτική οργάνωση – η Lotta Comunista, Κομουνιστικός Αγώνας- η οποία ανέκαθεν δήλωνε ότι αντιτίθεται σε αυτό το είδος πρωτοβουλιών.
Τον αύγουστο, άλλαξε ξαφνικά η κατάσταση. Η CALP και η Μουσική για την Ειρήνη οργάνωσαν μια εκστρατεία συγκέντρωσης διατροφικών προϊόντων για τη Γάζα, μέσω του Παγκόσμιου Στόλου Sumud. Σε πέντε ημέρες, συγκεντρώθηκαν 300 τόνοι αγαθών. Ήταν μια απίστευτη επιτυχία. Υπήρχαν ουρές από ανθρώπους και αυτοκίνητα όλες τις ώρες της ημέρας για να παραδώσουν τα προϊόντα που είχαν υποδείξει οι διοργανωτές στα κεντρικά γραφεία της Μουσικής για την Ειρήνη. Χιλιάδες πολίτες όλων των υποβάθρων και ηλικιών, ακόμη και από άλλα μέρη, έκαναν ουρά για να παραδώσουν τις αγορές τους. Τα κοντινά σούπερ μάρκετ είχαν άδεια τα ράφια. Η διαδήλωση που έκλεισε τη συλλογή είδε ένα ποτάμι δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων να συνοδεύει τα προϊόντα μέχρι τη συμβολική τους παράδοση στα σκάφη (βλ. επίσης Ο άνεμος της ΓένοβαςIl vento di Genova).
Εκεί ήταν ο λαός. Αυτό που συνέβη απηχεί τα λόγια του Αντόνιο Μαρτίνς: είναι ένας λαός που δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα μιας πολιτικής οργάνωσης. Αντίθετα, ανταποκρίθηκε σε ένα εσωτερικό κάλεσμα, αν μπορούμε να το ονομάσουμε έτσι, που σάρωσε, διέσχισε ολόκληρη την πόλη και όχι μόνο. Και δεν σταμάτησε εκεί. Η γενική απεργία που κήρυξε η USB υπήρξε μια άνευ προηγουμένου επιτυχία: εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν σε πολλές ιταλικές πόλεις. Η CGIL προσπάθησε να την μποϊκοτάρει, προκαλώντας η ίδια μια ακόμη γενική απεργία τρεις ημέρες νωρίτερα, προσφέροντας μια εξήγηση στη σφαίρα της φαντασίας, αλλά απέτυχε παντελώς: μόνο μερικές χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν σε καθεμία από τις μεγάλες πόλεις. Μιλάμε για το μεγαλύτερο συνδικάτο στην Ιταλία. Η καθυστέρηση -στην καλύτερη περίπτωση- των κομμάτων και των θεσμικών οργανώσεων της αριστεράς αποκαλύφθηκε με ένα ντροπιαστικό τρόπο. Ο λαός, από την άλλη πλευρά, αποδείχθηκε πολύ πιο μπροστά, θέτοντας μια αστρική απόσταση ενδιάμεσα.
Θα ήταν αφελές να αγνοήσουμε τη δραματική κατάσταση στην οποία γεννήθηκε αυτό το κίνημα και να δούμε αμέσως σε αυτό κάτι που σηματοδοτεί μια μακροπρόθεσμη αλλαγή. Οι πρόσφατες γαλλικές εμπειρίες δείχνουν ότι οι κινητοποιήσεις -ακόμα και οι πιο πολυπληθείς- τελειώνουν μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, λιγότερο ή περισσότερο μεγάλο. Υπάρχει όμως και μια άλλη συνέπεια: κάθε φορά που οι άνθρωποι γεμίζουν τους δρόμους, κάτι παραμένει, μερικές φορές κάτω από τις στάχτες, μια θράκα έτοιμη να αναζωπυρωθεί. Έτσι γεννήθηκε η Ανυπότακτη Γαλλία-France Insoumise.
Υπάρχει όμως και ένα άλλο σημείο. Αυτό το κίνημα γεννήθηκε ως αποτέλεσμα μιας λήψης θέσης σε σχέση με ένα από τα νευραλγικά στοιχεία της τρέχουσας φάσης της ιστορίας του καπιταλισμού: τον πόλεμο και το καθεστώς που τον παράγει και τον αναπαράγει ως προϋπόθεση της ύπαρξής του. Υπό αυτή την έννοια, το κίνημα που γεννήθηκε το (ευρωπαϊκό) καλοκαίρι του 2025 μπορεί και πρέπει να καταστεί κάτι διαφορετικό. Η USB αρχίζει ήδη να μιλάει περί αντίρρησης συνείδησης για όλους εκείνους που εργάζονται, άμεσα ή έμμεσα, στην παραγωγή και τη διακίνηση όπλων. Αυτό θα σήμαινε ριζική διεύρυνση του «πεδίου μάχης», ενάντια σε μια από τις στρατηγικές παραγωγές σε παγκόσμιο επίπεδο, η οποία θα πήγαινε πολύ πέρα του δράματος της γενοκτονίας στη Γάζα.

Γένοβα, 27 σεπτεμβρίου: συνέλευση με λιμενεργάτες από διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις
Το έργο που πρέπει να γίνει θα είναι τεράστιο και πολύ περίπλοκο, καθώς θα επηρεάσει, θα αγγίξει τις ισορροπίες μεταξύ δυνάμεων πολιτικών και οικονομικών σε διάφορα επίπεδα. Επομένως, αυτό το κίνημα θα έχει ανάγκη διαρθρώσεων μεταξύ μιας πληθώρας υποκειμένων που, για να έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα, θα πρέπει να επεκταθούν οριζόντια και κάθετα, λαμβάνοντας ως σημείο αναφοράς τη διεθνή σκηνή, το διεθνές σενάριο. Και είναι ακριβώς υπό αυτή την έννοια που η κινητοποίηση ήδη εξελίσσεται. Στις 27 σεπτεμβρίου, πραγματοποιήθηκε μια συνέλευση στη Γένοβα, στην οποία συμμετείχαν αντιπροσωπείες ελλήνων, ισπανών και γάλλων λιμενεργατών. Όλοι εφαρμόζουν τις ίδιες πρακτικές μποϊκοτάζ κατά των πλοίων του θανάτου, αψηφώντας την τάξη που επιδιώκει να επιβάλει το «καθεστώς του πολέμου». Ακολουθώντας την πορεία που οδήγησε στην διάρθρωση των κοινωνικών δυνάμεων σε τοπικό επίπεδο, η πρόκληση τώρα είναι να μετατοπιστεί η σύγκρουση σε ένα υπερεθνικό επίπεδο. Η συνάρθρωση μεταξύ διαφορετικών παραγόντων, ωστόσο, σημαίνει επίσης την παραγωγή ενός «πολιτικού» επιπέδου, ενός επιπέδου που να αποτελεί τη σύνθεση των συγκεκριμένων, ιδιαίτερων, διακριτών «πολιτικών». Αυτή είναι η προϋπόθεση, η συνθήκη για τη διατήρηση, την εδραίωση και την ανάπτυξη μιας λαϊκής δύναμης.
Η CALP και η Μουσική για την Ειρήνη καταδεικνύουν ότι η εργασία προς αυτή την κατεύθυνση-υπό αυτή την έννοια είναι εφικτή και παραγωγική. Εναπόκειται σε όλους εμάς να συμβάλουμε στην επίτευξη των επόμενων στόχων, οι οποίοι σύντομα θα ξεπεραστούν από άλλους. Αυτό που βρίσκεται μπροστά μας είναι μια πολύ μεγάλη πρόκληση, πολύ υψηλή για να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας περισπασμούς, δεν πρέπει να αποσπαστεί η προσοχή μας.
* Ο Giacomo Gastaldi είναι ένας βενετός χαρτογράφος του 16ου αιώνα. Η χαρτογράφηση ενός χώρου δεν αντιστοιχεί στην αναπαράστασή του: σημαίνει την παραγωγή του. Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι ακριβώς η παραγωγή ενός νέου χάρτη, όπου τα χαρακτηριστικά και οι κόμβοι που ορίζουν το δίκτυο διασχίζονται από γραμμές που, ξεκινώντας από το ίδιο δίκτυο, υποδεικνύουν τις δυνατότητες διαφυγής.
«Αυτό που έχει σημασία δεν είναι ποιος γράφει, αλλά: ποιες είναι οι συνθήκες που επιτρέπουν την ανάδυση ορισμένων λόγων;» Ένα ψευδώνυμο αφαιρεί τη γραφή από την κυριαρχία του συγγραφικού δικαιώματος, της πατρότητας· επιτρέπει στο κείμενο να συνομιλεί άμεσα με εκείνες τις συνθήκες, χωρίς τη μεσολάβηση ενός υποκειμένου που ισχυρίζεται, που έχει την απαίτηση να είναι η μοναδική του προέλευση-καταγωγή.
Αρχικά δημοσιεύτηκε στις Outras Palavras.
Μιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος Comune-info

