Το τηλεφώνημα έγινε αρκετά νωρίς το πρωί. Βρισκόμουν στο κρεβάτι στην κατάσταση εκείνη της δυσκολίας εγκατάλειψης της θαλπωρή που σου παρέχει η κουβέρτα που σε σκεπάζει. Τέτοια τηλεφωνήματα έξω από την ώρα τους, τα φοβάμαι!
Δεν θα αποφασίσει κάποιος να σε τηλεφωνήσει σε ακατάλληλη ώρα, αν δεν έχει να σε ανακοινώσει κάτι σοβαρό και συνήθως δυσάρεστο. Σήκωσα το ακουστικό του τηλεφώνου με το δεξί χέρι και με τη γροθιά του αριστερού μου χεριού παραμέρισα την τσίμπλα που μου περιόριζε την όραση. Η φωνή από την άλλη μεριά χαρούμενη φιλική, γνωστή. Ήταν ο Παναγιώτης ο ψαράς μου! «Κυρ Παναγή καλημέρα, έτσι με προσφωνεί, κατέβα έχω κάτι καλό, το κράτησα για σένα». Ηρέμησα. Ο Παναγιώτης είναι φίλος μου, είναι ο ψαράς μου ένας γλυκός άνθρωπος που τον συμπαθείς από την πρώτη ματιά. Η γνωριμία μας κρατάει χρόνια και βασίζεται στην αλληλοεκτίμηση. Η ματιά του καθαρή και η κουβέντα του σταράτη. Από τα χείλη του δεν άκουσα ποτέ ψέμα. Πολλές φορές αισθάνομαι άσχημα για την αμοιβή που μου ζητά για τα ψάρια που με προμηθεύει.
Δεν ανταποκρίνονται τα χρήματα που του δίνω στην αξία που για μένα έχουν τα ψάρια του. Στο μυαλό μου έρχεται ο αγώνας του για να αλιευτούν αυτά τα ψάρια, γιατί γνωρίζω, το πέρασα. Το ψωμί που σου δίνει η θάλασσα, όποτε θέλει εκείνη, είναι λίγο και πολύ «αλμυρό» από τον ιδρώτα που χρειάζεται για να το απολαύσεις. Το κάτι παραπάνω που καμιά φορά του δίνω μου το επιστρέφει θυμωμένα. «Κυρ Παναγή σε παρακαλώ με προσβάλεις… τι είναι αυτά! Σου το έχω πει τόσες φορές αυτά που μου δίνεις είναι πολύ πιο πάνω από την αξία που έχουν τα ψάρια μου». Προσπαθώ να τον καλμάρω, γιατί η ήρεμη συνήθως ματιά του παίρνει μια αγριάδα που δείχνει ότι η αντίδρασή του δεν είναι προσχηματική αλλά πραγματική και εσώψυχη. «Εντάξει ρε αγόρι μου, δεν θα διανοούμουν να στεναχωρήσω με κανέναν τρόπο τον Παναγιώτη, πάρε τα για μια μπύρα στην υγεία μου ρε φίλε! Δώσε μου αυτή την χαρά». Αλλάζει το βλέμμα του, παίρνει εκείνη την πονηρή όψη που υπονοεί το «Σε τα μας!» και συνεχίζει.
«Άσε τα αυτά κυρ Παναγή! Δεν θα με τουμπάρεις, την μπύρα θα έρθεις να την πιούμε μαζί στον Κωτσαρι, ξέρεις». Έτσι συνήθως τελειώνουν οι συναντήσεις μας που προσπαθώ να είναι πολλές και σε σύντομο χρόνο. Τους χαίρομαι τους ανθρώπους αυτούς της δουλειάς και του μεροκάματου. Έχουν μια αγνότητα που σπανίζει και είναι ευλογία η συναναστροφή μαζί τους. Το σημερινό του ευχάριστο κάλεσμα ήταν για ένα δίκιλο λαβράκι. Επειδή ξέρει το χόμπι με τα θαλασσινά κοχύλια, για τα οποία έχω πάθος, καμιά φορά μου φέρνει κανένα κοχύλι ή σπάνιο θαλασσινό σαλιγκάρι που πέφτει στο δίχτυ του. Έχω μια σπάνια συλλογή από τέτοια κοχύλια, που τα έχω βγάλει από τον βυθό του κόλπου της Καβάλας και της Θάσου κυρίως και δημιουργήθηκε τα τελευταία εξήντα χρόνια της ζωής μου. Αυτήν την φορά το «κάτι παραπάνω στην αμοιβή του» θα είναι ένα κατασκεύασμα που έκανα. Ένα μεγάλο θαλασσινό σαλιγκάρι που μου είχε φέρει, μια μπουρού το οποίο επεξεργάστηκα, το στόλισα με υγρό γυαλί και το φώτισα με κατάλληλο φωτισμό. Πιστεύω δίχως άλλο ότι θα το δεχτεί γιατί είναι ωραίο σαν θέαμα.
Παναγιώτης Φώτου

