09/08/2025
“Είμαστε οι ελιές και τα ελαιόδεντρα.
Όταν μας πυροβολούν,
δεν πεθαίνουμε,
μεγαλώνουμε μέσα στις καρδιές.
Όταν μας ξηλώνουν τη γη,
γαντζωνόμαστε στις ρίζες,
και η γη μας απαντά με τη φωνή των ελαιόδεντρων.
Δεν είμαστε φιλοξενούμενοι εδώ,
είμαστε η ίδια η γη που αντιστέκεται“
(Mahmoud Darwish, Μαχμούντ Νταρουίς)
Υπάρχουν δέντρα που μεγαλώνουν γρήγορα, που ανθίζουν και μαραίνονται μέσα σε μια εποχή. Και μετά υπάρχει η ελιά. Η ελιά δεν βιάζεται. Ξέρει ότι ο χρόνος δεν μετριέται σε έτη, αλλά σε γενιές: όποιος τη φυτεύει δεν το κάνει για τον εαυτό του, αλλά για τα παιδιά, τα εγγόνια, και όποιον έρθει μετά. Είναι μια χειρονομία εμπιστοσύνης στο μέλλον, γράφει η Emilia De Rienzo.
Στην Παλαιστίνη, όπου κάθε λωρίδα γης διασχίζεται από πληγές και αναμνήσεις, η ελιά είναι κάτι περισσότερο από ένα δέντρο: είναι μια ρίζα που κρατά την ταυτότητα σταθερή. «Η ελιά είναι η προσευχή της γης», γράφει ο Ηλίας Σανμπάρ, Elias Sanbar. Ένα αρχαίο μουρμουρητό, που αντιστέκεται ακόμα και όταν όλα γύρω σπάνε, μια μνήμη που αναπνέει.
Οι ελιές είναι διάσπαρτες στους λόφους της Τζενίν, της Ναμπλούς και της Βηθλεέμ. Μερικές έχουν αιώνες, άλλες πάνω από μια χιλιετία.
Κάθε οικογένεια φροντίζει τα δέντρα της όπως φροντίζει μια ιστορία: με στοργή, με προσοχή, με σεβασμό. Αφηγούνται για συγκομιδές, για χέρια που υφαίνουν κλαδιά, για παιδιά που μαθαίνουν να γνωρίζουν τη γη παρακολουθώντας τους παππούδες να σκύβουν ανάμεσα στα φύλλα.
Στην καρδιά των λόφων της Ναμπλούς, στη Τζενίν, στα χωριά γύρω από τη Χεβρώνα, οι γυναίκες συλλέγουν τους καρπούς με τα δάχτυλα υγρά με λάδι και προσμονή. Το λάδι που γεννιέται από αυτές δεν είναι απλώς τροφή: είναι φως, είναι τελετουργικό, είναι δώρο, είναι προσευχή. Αλείφει το ψωμί, αλείφει τα νεογέννητα. Αλείφει τον θάνατο.
Κάθε παλαιστινιακή οικογένεια διατηρεί το λάδι σε φιαλίδια όπως διατηρούν το αίμα των προγόνων. Και όταν φεύγουν, παίρνουν μαζί τους ένα μικρό μπουκάλι, σαν ένα κομμάτι σπιτιού.
«Αν η παλαιστινιακή γη είχε φωνή, θα μιλούσε με τη γλώσσα της ελιάς», γράφει ο Μαχμούντ Νταρουίς.
Αλλά εδώ και χρόνια, κόβονται τα ελαιόδεντρα, ρίχνονται κάτω. Δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες. Αλυσοπρίονα φτάνουν την αυγή, συνοδευόμενα από μπουλντόζες και στρατιώτες. Οι έποικοι κατεβαίνουν από τους λόφους οπλισμένοι με φλόγες και σιωπές. Μερικές φορές είναι το Τείχος που αποφασίζει. Μερικές φορές ένας δρόμος «ασφάλειας». Άλλοτε καθαρή αυθαιρεσία. Μόνο μεταξύ 2020 και 2023, σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, πάνω από 35.000 παλαιστινιακές ελιές έχουν ξεριζωθεί. Από το 1967, περισσότερα από 800.000 δέντρα καταστράφηκαν, σαν να μπορούσε να σβηστεί η γη βγάζοντας τις ρίζες.
Στο Burin, ένα πρωινό του οκτωβρίου, ο γέρο Σαλέμ-Salem γυρνά για να κοιτάξει τον λόφο όπου είχε φυτέψει τις ελιές του πριν από πενήντα χρόνια. Τις είχε ονομάσει μια προς μια με τα ονόματα των παιδιών του. Βρίσκει μόνο μαυρισμένα κούτσουρα, σπασμένα κλαδιά, λάδι σκορπισμένο στη σκόνη. «Δεν έκοψαν δέντρα, έκοψαν τη γλώσσα μου», μουρμουρίζει. «Επειδή πλέον δεν ξέρω πώς να εξηγήσω ποιοι είμαστε στα εγγόνια μου».
Στην Αλ-Ουαλάτζα, Al-Walaja, κοντά στη Βηθλεέμ, κόπηκαν περισσότερες από 1.300 ελιές για την κατασκευή του Τείχους. Μερικές, αιωνόβιες, μεταφυτεύτηκαν αλλού: στους κήπους των ισραηλινών πόλεων. Χρησιμοποιήθηκαν ως διακοσμητικά. Σαν τρόπαια μιας κατάκτησης.
Είναι ένας πόλεμος που δεν κάνει θόρυβο, αλλά χτυπάει στην καρδιά. Επειδή η ελιά λέει μόνο ένα πράγμα, απλό και αμετάκλητο: «Εγώ είμαι εδώ από πάντα. Και πάντα φροντίζω αυτή τη γη». Γι’ αυτό γίνονται στόχος οι ελιές. Επειδή μιλούν, δίχως να χρειάζονται λόγια.
Στη Γιανούν, Yanun, στην περιοχή της Ναμπλούς, οι αγρότες επιστρέφουν κάθε χρόνο για να φυτέψουν νέα δενδρύλλια. Ξέρουν ότι δεν θα καρποφορήσουν αμέσως. Ξέρουν ότι θα μπορούσαν να καούν, να σπάσουν, να κοπούν. Αλλά φυτεύουν ούτως ή άλλως. Ως πράξη πίστης. Ως χειρονομία αγάπης. Ως αντίσταση.
Σε μια μαρτυρία που συνέλεξε το B’Tselem, ένας αγρότης είπε: «Όταν φυτεύω μια ελιά, δεν σκέφτομαι τον εαυτό μου. Σκέφτομαι το παιδί μου. Και το παιδί του παιδιού μου. Ακόμα κι αν την ξεριζώσουν, θα ξέρουν ότι εμείς ήμασταν εκεί».
Οι ελιές δεν πεθαίνουν σιωπηλά. Τρίζουν κάτω από τα χτυπήματα, σπάζουν με έναν ήχο που μοιάζει με κραυγή. Και η μυρωδιά της καμένης ρητίνης παραμένει στον αέρα για μέρες. Οι περαστικοί από εκεί την εισπνέουν, όπως κάποιος αναπνέει ένα πένθος. «Αν η ελιά ήξερε ποιος τη φύτεψε», έγραψε ο Μαχμούντ Νταρουίς, «το λάδι της θα γίνονταν δάκρυα».
Μιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος Comune-info

