Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες εξελίχθηκαν σε κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή ανανέωση του Κογκρέσου. Αποτέλεσαν, στην πράξη, ένα προσωπικό δημοψήφισμα για τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και μια σαφή καταδίκη της οικονομικής πολιτικής της διοίκησής του. Οι Δημοκρατικοί δεν πέτυχαν απλώς ένα «μπλε κύμα», πέτυχαν κάτι που πλησιάζει περισσότερο σε «μπλε τσουνάμι», ανακτώντας τον έλεγχο και της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας.
Γράφει ο Νίκος Ηλιόπουλος: Διεθνολόγος, μέλος Περιφερειακού Συμβουλίου ΠΑΣΟΚ ΑΜΘ
Η οικονομία έκανε τη διαφορά
Όπως έχει αποδειχθεί επανειλημμένα στην αμερικανική πολιτική, η οικονομία είναι εκείνη που καθορίζει, σε μεγάλο βαθμό, την ψήφο του μέσου Αμερικανού. Ο Τραμπ εκλέχθηκε με κεντρική υπόσχεση την καλύτερη οικονομία και τη μείωση του κόστους ζωής. Ωστόσο, οι δασμοί και η εμπλοκή σε πόλεμο στο Ιράν είχαν άμεσες αρνητικές συνέπειες στην εσωτερική και τη διεθνή οικονομία. Η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας και των βασικών αγαθών αύξησε αισθητά το κόστος ζωής των Αμερικανών. Όταν η βενζίνη ακριβαίνει δραματικά, όταν το καλάθι της νοικοκυράς γίνεται πιο βαρύ και όταν οι πολίτες βλέπουν ότι οι υποσχέσεις δεν μετατρέπονται σε καλύτερη καθημερινότητα, η τσέπη μπαίνει στο επίκεντρο της πολιτικής κρίσης. Έτσι, ο Τραμπ χτυπήθηκε, με μια έννοια, από το ίδιο του το όπλο: την οικονομική αφήγηση με την οποία είχε κερδίσει την προεδρία.
Μια ήττα με πολλαπλές διαστάσεις
Το αποτέλεσμα δεν αφορά μόνο τον ίδιο τον πρόεδρο. Είναι και ήττα για όσους οικονομικούς παράγοντες και ολιγάρχες επένδυσαν εκατομμύρια προκειμένου να στηρίξουν τους Ρεπουμπλικανούς. Παρά την υπεροχή τους σε χρηματοδότηση, βρέθηκαν απέναντι σε ένα Δημοκρατικό Κόμμα που, με σημαντικά λιγότερα χρήματα, κατόρθωσε να κινητοποιήσει τους ψηφοφόρους του. Είναι, ταυτόχρονα, ένα χαστούκι για το ίδιο το κίνημα MAGA (Make America Great Again). Μεγάλο τμήμα της βάσης του Τραμπ φαίνεται ότι του γύρισε την πλάτη, κυρίως γιατί το οικονομικό ζήτημα υπερκάλυψε κάθε άλλη ιδεολογική αφήγηση. Οι συζητήσεις περί «woke ατζέντας» δεν αποδείχθηκαν αρκετές για να αντισταθμίσουν την ανησυχία για το κόστος της βενζίνης, των τροφίμων και της καθημερινής διαβίωσης.
Ιστορικές νίκες των Δημοκρατικών
Η νίκη των Δημοκρατικών είχε και έντονα συμβολικό χαρακτήρα. Στο Τέξας, ο Τζέιμς Ταλαρίκο νίκησε τον Ρεπουμπλικανό Κεν Πάξτον και έγινε ο πρώτος Δημοκρατικός που κερδίζει έδρα γερουσιαστή στην πολιτεία μετά το 1988. Στο Μίσιγκαν, ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ εξελέγη ως ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής των ΗΠΑ, σε μια εκλογική αναμέτρηση όπου δεν έλειψαν και στοιχεία ισλαμοφοβίας. Οι Δημοκρατικοί ανέτρεψαν επτά Ρεπουμπλικανικές έδρες στη Γερουσία, σε Αϊόβα, Κάνσας, Μέιν, Βόρεια Καρολίνα, Οχάιο, Νότια Καρολίνα και Τέξας, διατηρώντας παράλληλα όλες τις έδρες που υπερασπίζονταν. Στη Νότια Καρολίνα, η Άνι Άντριους νίκησε τη Ντάρλιν Γκράχαμ και επανέφερε την έδρα στη Δημοκρατική πλευρά, ενώ στη Βόρεια Καρολίνα ο πρώην κυβερνήτης Ρόι Κούπερ επικράτησε του Μάικλ Γουάτλεϊ. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν και η επιστροφή της Αϊόβα στη Δημοκρατική πλευρά, με τον Τζος Τούρεκ να νικά την Άσλεϊ Χίνσον, καθώς επρόκειτο για μια πολιτεία με μακρά Ρεπουμπλικανική παράδοση. Πρόκειται για αποτέλεσμα που δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απλή διακύμανση· αποτελεί σαφή πολιτική καταδίκη της μέχρι τώρα διακυβέρνησης.
Ο Κρις Πάπας και τα ελληνικά συμφέροντα
Για την Ελλάδα, ιδιαίτερη σημασία έχει η εκλογή του Κρις Πάπας στη Γερουσία, από το Νιου Χάμσαϊρ. Ο Κρις Πάπας, ελληνοαμερικανός με καταγωγή από την Ελασσόνα της Θεσσαλίας, επικράτησε του Τζον Σουνούλου και διατήρησε την έδρα στη Δημοκρατική πλευρά. Η εκλογή του έχει διπλή αξία. Πρώτον, ενισχύει την παρουσία ελληνοαμερικανών σε κρίσιμους θεσμούς της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Δεύτερον, ενισχύει τη φωνή εκείνων που παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τα συμφέροντα της Ελλάδας στην Ουάσινγκτον. Οι ελληνοαμερικανοί, ανεξαρτήτως κομματικής τοποθέτησης, έχουν ιστορικά μια κοινή στρατηγική απέναντι στα ελληνικά ζητήματα και ιδιαίτερα απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα. Γι’ αυτό και η εκλογή του Κρις Πάπας δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορη την Άγκυρα. Η παρουσία του στη Γερουσία αποτελεί πολύτιμο εφαλτήριο για την προάσπιση των ελληνικών θέσεων και για την ενίσχυση της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο Κρις Πάπας είναι ο πρώτος ανοιχτά ομοφυλόφιλος άνδρας που εκλέγεται γερουσιαστής στις ΗΠΑ. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν φαίνεται να υπήρξε ο καθοριστικός παράγοντας της ψηφοφορίας. Ο καθοριστικός παράγοντας παρέμεινε, για ακόμη μία φορά, η οικονομία.
Η επόμενη μέρα των Δημοκρατικών
Η μεγάλη νίκη ανοίγει και το ζήτημα της ηγεσίας του Δημοκρατικού Κόμματος ενόψει του 2028. Υπάρχουν αρκετά ονόματα που θα διεκδικήσουν τον ρόλο του εκπροσώπου της νέας πολιτικής γενιάς. Ο Γκάβιν Νιούσομ, κυβερνήτης της Καλιφόρνια, αποτελεί ισχυρό υποψήφιο, με εθνική προβολή και διοικητική εμπειρία. Ο Τζον Όσοφ, γερουσιαστής της Τζόρτζια που επανεξελέγη για δεύτερη θητεία, εκπροσωπεί μια γενιά πολιτικών με αυξημένη απήχηση σε νεότερες ηλικίες. Στην πιο μετριοπαθή πτέρυγα του κόμματος, ονόματα όπως του Τζος Σαπίρο και του Πιτ Μπούτιτζετζ διατηρούν σαφή παρουσία, ενώ στην πιο προοδευτική πλευρά δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε την παρουσία της Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ. Δεν πρέπει, φυσικά, να παραβλέπεται ούτε η Κάμαλα Χάρις, αν και η προηγούμενη προεδρική της ήττα δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά για το κατά πόσο μπορεί να επιχειρήσει επιτυχημένη πολιτική επιστροφή.
Τι θα κάνει ο Τραμπ;
Το ερώτημα που ακολουθεί είναι τι θα κάνει ο Τραμπ μετά από μια τόσο καθαρή ήττα. Προς τιμήν του, φαίνεται ότι αποδέχθηκε το εκλογικό αποτέλεσμα -κάτι που, δεδομένου του παρελθόντος του, δεν ήταν αυτονόητο. Ωστόσο, δεν πρέπει να περιμένουμε ότι η απώλεια του Κογκρέσου θα τον περιορίσει ουσιαστικά, ειδικά στην εξωτερική πολιτική. Το διεθνές πεδίο είναι εκείνο όπου ένας Αμερικανός πρόεδρος μπορεί να επιδείξει δύναμη, ακόμη και όταν η εσωτερική του πολιτική θέση έχει αποδυναμωθεί. Είναι επομένως πιθανό να εντείνει τις κινήσεις του σε θέματα άμυνας, εξοπλιστικών προγραμμάτων και γεωπολιτικών εξελίξεων. Δεν θα πρέπει επίσης να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να στραφεί με μεγαλύτερη ένταση προς την Ευρώπη και τους συμμάχους του ΝΑΤΟ, επιδιώκοντας να δείξει ότι παραμένει ο απόλυτος κύριος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι τα επόμενα χρόνια θα απαιτήσουν σταθερή διπλωματία, σαφείς κόκκινες γραμμές και ενεργή παρουσία στην Ουάσινγκτον. Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 έδειξαν ότι, παρά τις πολιτικές πόλωσης και τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, ο Αμερικανός ψηφοφόρος τελικά κρίνει πρώτα την καθημερινότητά του. Και όταν το κόστος ζωής αυξάνεται, δεν υπάρχει αφήγηση αρκετά ισχυρή για να το αποκρύψει. Αυτό το τελευταίο μάθημα δεν πρέπει να το ξεχνούν ούτε οι Ευρωπαίοι ούτε οι Έλληνες πολιτικοί. Η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από μεγάλες ιδεολογικές αφηγήσεις, γεωπολιτικές εξαγγελίες ή επικοινωνιακές εκστρατείες. Κρίνεται, πρωτίστως, από το αν ο πολίτης μπορεί να αντέξει οικονομικά την καθημερινότητά του. Όταν η ακρίβεια, η ενέργεια και το κόστος διαβίωσης παραμένουν χωρίς ουσιαστική απάντηση, η ψήφος τιμωρεί.
πηγή: thesocialist.gr


