Πόσες φορές ακούμε έναν πολιτικό να λέει ότι «έδωσε απαντήσεις»; Και τι σημαίνει πραγματικά αυτή η φράση; Αρκεί να μιλήσει κανείς δημόσια για να θεωρήσουμε ότι λογοδότησε; Ίσως όχι. Γιατί άλλο είναι η επικοινωνία, άλλο η διαφάνεια και άλλο η λογοδοσία. Η επικοινωνία είναι απαραίτητη στην πολιτική. Οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν τι αποφασίζεται, τι σχεδιάζεται και τι υλοποιείται. Σήμερα μάλιστα οι δυνατότητες επικοινωνίας είναι σχεδόν απεριόριστες. Δηλώσεις, συνεντεύξεις, αναρτήσεις, βίντεο και κοινωνικά δίκτυα επιτρέπουν σε έναν πολιτικό να απευθύνεται στους πολίτες οποιαδήποτε στιγμή. Αλλά το γεγονός ότι η εξουσία μιλά περισσότερο δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι λογοδοτεί περισσότερο.
Η διαφορά βρίσκεται ίσως σε κάτι απλό: στην επικοινωνία εκείνος που μιλά μπορεί σε μεγάλο βαθμό να επιλέξει τι θα πει. Στη λογοδοσία πρέπει να απαντήσει και σε όσα δεν θα επέλεγε ο ίδιος να συζητήσει. Εδώ βρίσκεται η ουσία του λόγον διδόναι. Η αρχαία έκφραση δεν σημαίνει απλώς «μιλώ» ή «εξηγώ». Σημαίνει ότι όποιος ασκεί δημόσια λειτουργία οφείλει να μπορεί να δώσει λόγο για όσα έκανε. Στην κλασική Αθήνα η λογοδοσία δεν ήταν μόνο ηθική προσδοκία. Υπήρχαν συγκεκριμένες διαδικασίες ελέγχου των αρχόντων, η εὔθυνα, μέσω των οποίων εξεταζόταν η άσκηση της εξουσίας τους. Οι θεσμοί σήμερα είναι διαφορετικοί. Το βασικό ερώτημα όμως παραμένει εντυπωσιακά οικείο: μπορεί κάποιος να ασκεί δημόσια εξουσία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να εξηγεί τις αποφάσεις του;
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη δυσκολία. Ο λόγος μπορεί να εξηγεί τα έργα. Μπορεί όμως και να τα καλύπτει. Στον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή, ο Οδυσσέας παρατηρεί ότι στους ανθρώπους συχνά η γλώσσα και όχι τα έργα είναι εκείνη που οδηγεί τα πάντα. Η φράση αποκτά ιδιαίτερο βάρος αν θυμηθούμε ποιος τη λέει και γιατί. Ο Οδυσσέας προσπαθεί να πείσει τον νεαρό Νεοπτόλεμο να εξαπατήσει τον Φιλοκτήτη. Και ο Νεοπτόλεμος αντιλαμβάνεται αμέσως τι του ζητείται: να χρησιμοποιήσει το ψεύδος για να πετύχει έναν σκοπό. Δεν έχουμε λοιπόν ένα απλό αρχαίο γνωμικό για τη δύναμη του λόγου. Έχουμε μια σύγκρουση ανάμεσα στον πειστικό λόγο και στην ηθική της πράξης. Και αυτή η σύγκρουση παραμένει εξαιρετικά σύγχρονη.
Στην πολιτική, ένας καλά διατυπωμένος λόγος μπορεί να παρουσιάσει μια απόφαση ως επιτυχία, μια καθυστέρηση ως αναγκαία αναμονή ή μια αποτυχία ως αποτέλεσμα εξωτερικών περιστάσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πολιτική εξήγηση είναι παραπλανητική. Σημαίνει όμως ότι ο λόγος πρέπει να μπορεί να ελεγχθεί απέναντι στα γεγονότα. Εδώ ακριβώς αρχίζει η λογοδοσία. Δεν αρκεί να πει κανείς «έκανα το σωστό». Πρέπει να μπορεί να εξηγήσει γιατί ήταν σωστό. Δεν αρκεί να παρουσιάσει αριθμούς. Πρέπει να δέχεται ερωτήσεις για το τι σημαίνουν αυτοί οι αριθμοί. Δεν αρκεί να ανακοινώσει μια απόφαση. Πρέπει να εξηγεί με ποια κριτήρια ελήφθη, ποιον ωφελεί, ποιον επιβαρύνει και ποια αποτελέσματα είχε. Και, κυρίως, πρέπει να δέχεται την ερώτηση που δεν είχε προετοιμάσει.
Εδώ βρίσκεται και η σημασία της παρρησίας. Μια δημοκρατία δεν χρειάζεται μόνο πολίτες που έχουν δικαίωμα να μιλούν. Χρειάζεται και εξουσία που ανέχεται -και θεσμικά προστατεύει- το δικαίωμα να της τίθενται δυσάρεστες ερωτήσεις. Η δημοσιογραφία έχει ιδιαίτερο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Δεν είναι αποστολή της να βρίσκεται μονίμως σε αντιπαράθεση με την εξουσία, ούτε να θεωρεί κάθε κυβερνητική θέση εκ προοιμίου ύποπτη. Ούτε όμως μπορεί να περιορίζεται στη μεταφορά όσων η εξουσία επιθυμεί να ανακοινώσει. Η ερώτηση, όταν είναι τεκμηριωμένη και δίκαιη, αποτελεί μέρος της δημοκρατικής λειτουργίας.
Το ίδιο ισχύει και για τον πολίτη. Η λογοδοσία δεν σημαίνει ότι απαιτούμε από τους πολιτικούς να επιβεβαιώνουν πάντοτε όσα ήδη πιστεύουμε. Σημαίνει ότι ζητούμε επιχειρήματα και στοιχεία και είμαστε έτοιμοι να τα εξετάσουμε, ακόμη και όταν οδηγούν σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που περιμέναμε. Υπάρχει λοιπόν μια λεπτή αλλά κρίσιμη διαφορά. Η πολιτική επικοινωνία θέλει να πείσει. Η διαφάνεια θέλει να δείξει. Η λογοδοσία πρέπει να μπορεί να απαντήσει. Και υπάρχει ίσως ακόμη ένα τέταρτο στάδιο: να αναλαμβάνει κανείς την ευθύνη όταν η απάντηση δείξει ότι έγινε λάθος.
Γιατί ο πραγματικός έλεγχος ενός πολιτικού λόγου δεν είναι πόσο πειστικά ειπώθηκε, πόσες φορές μεταδόθηκε ή πόσο καλά οργανώθηκε επικοινωνιακά. Είναι αν αντέχει όταν τον συγκρίνουμε με τα έργα. Όταν η εξουσία επιλέγει μόνο τις ερωτήσεις στις οποίες θέλει να απαντήσει, μπορούμε ακόμη να μιλάμε για λογοδοσία;
| Βασίλειος Τσιάντος Καθηγητής, Τμήμα Φυσικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης |


