22/08/2025
Ο Σαρλί Μπάουερ γεννήθηκε στις 24 φεβρουαρίου 1943 στη Μασσαλία και πέθανε στις 7 αυγούστου 2011 από καρδιακή προσβολή στο Μονταρζί, στην περιοχή του Λουαρέ, a Montargis, nel Loiret. Ήταν ληστής, κομμουνιστής, ποιητής, Ρομπέν των Δασών, επαναστάτης, χορτοφάγος, ειδικός σε Περιφέρειες Υψίστης Ασφαλείας-Distretti di Alta Sicurezza [1], συγγραφέας, λίγο φεμινιστής, καθηγητής φιλοσοφίας και γνήσιος μασσαλιώτης.
«Σαρλί Μπάουερ: Η ζωή και ο θάνατος ενός μαφιόζου» ήταν ο τίτλος της εφημερίδας Le Monde μετά τον θάνατό του σε ηλικία 68 ετών. Άλλοι έχουν ανακοινώσει τον θάνατο ενός «ουμανιστή», ενός «επαναστατικού θρύλου» ή απλώς ενός «υπαρχηγού του Ζακ Μεσρίν». Αλλά είτε συμμερίζονται τις πολιτικές του συγγένειες είτε όχι, οι συγγραφείς αυτών των νεκρολογιών έχουν όλοι, σε μια ολόκληρη παράγραφο ή στο διάστημα μιας πρότασης, προδώσει τον θαυμασμό τους για τον άνθρωπο. Διαβάζοντας το βιβλίο του «Θραύσματα μιας Ζωής (1990)», γραμμένο στη φυλακή, δεν μπορεί κανείς παρά να συνειδητοποιήσει ότι όλοι θα θέλαμε να έχουμε λίγο από Τσάρλι Μπάουερ μέσα μας. Το ωραίο είναι να γνωρίζουμε αν μας συγκινούν περισσότερο ο πολύ νεαρός επαναστάτης κομμουνιστής, ο έφηβος πειρατής που μοιράζει τη λεία του μεταξύ των πολιτικών του πεποιθήσεων και των ηθικών του ευθυνών, ο βασανισμένος άνθρωπος που δεν εγκαταλείπει ποτέ τίποτα, και δεν τα παρατά, ή ο επιδέξιος συγγραφέας που θέτει την πένα και την εμπειρία του στην υπηρεσία των ιδεών του.
Ο κομμουνισμός Έξω από τη μητρική Μήτρα
Αυτός ο γιος εβραίων μαχόμενων της αντίστασης γεννήθηκε στην τραχιά γειτονιά L’Estaque, εν μέσω του παγκοσμίου πολέμου. Ήταν ένα προάστιο βαθύτατα εργατικό που συμμετείχε στην αντίσταση, μέχρι την απελευθέρωσή του από τους μαροκινούς γκουμιέρ [2] το 1944. Στο σπίτι, το ψωμί κόβονταν στο πιάτο για να μην σπαταληθούν τα ψίχουλα. Αυτή η συνήθεια θα τον συντρόφευε σε όλη του τη ζωή. Ο Τσάρλι γνώρισε μια εξαιρετικά επισφαλή παιδική ηλικία.
Είναι μια εποχή που οι άνθρωποι καθίστανται πρόωρα ενήλικες, μια γδαρμένη παιδική ηλικία που δεν είναι τόσο αξιοθρήνητη όσο σπαρτιατική. Ενώ ο πατέρας του, μαχητής της Γαλλικής Αντίστασης και παρτιζάνος (FTP), πηγαίνει στον πόλεμο μέσα από βουνά και δάση, ο μικρούλης στηρίζει τα τέσσερα αδέρφια του. Αρχικά, κατηγορώντας τον εαυτό του για περιστασιακές κλοπές παλιοσίδερων ή πολυτελών ρούχων, και στη συνέχεια επιτιθέμενος οριστικά σε εμπορευματικά τρένα. Τον απασχολεί η κλοπή παλιοσίδερων, μόνο εις βάρος της ίδιας της μηχανής, όχι των ζωών που μεταφέρει, και αποστασιοποιείται παραθέτοντας Προυντόν: »Η ιδιοκτησία είναι μια κλοπή!» Δεν είναι πλέον ένα αφεντικό του σπιτιού. κλέβει εδώ κι εκεί, πετάει, δεν σκέφτεται αρκετά, τρέχει πολύ και ρισκάρει τα πάντα. Αλλά αντί να «σπαταλάς τη ζωή σου προσπαθώντας να την κερδίσεις για έναν συχνά αξιολύπητο μισθό», «προτιμά» να διατρέχει τον κίνδυνο να τη χάσει για να την κερδίσει δίχως μισθό, ούτε καν αυτόν του φόβου».
«Εκείνοι που μας φαίνονται ψηλοί, είναι έτσι επειδή είμαστε εμείς γονατισμένοι!» Σαρλί Μπάουερ
Αυτό που τον διαφοροποιεί από έναν απλό κακοποιό είναι ότι ασχολείται με την αναδιανομή των εσόδων από τις κλοπές στην οικογένειά του: πρώτα στην οικογένειά του και στη συνέχεια στους άλλους, εξίσου άπορους, που κατοικούν στις γειτονιές βόρεια της Μασσαλίας. Αναμφίβολα οφείλει αυτό το αίσθημα μοιράσματος στον πατέρα του. Στην ηλικία των εννέα ετών, τον στρατολόγησε στους Νέους του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στη συνέχεια αυτός βυθίστηκε σε έναν καθαρό και σκληρό κομμουνισμό, ενισχυμένο από βεβαιότητες, αυτόν του καθήκοντος της εξέγερσης και της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αγκαλιάζει πλήρως αυτόν τον ριζοσπαστισμό, αλλά αφήνει το κόμμα, επικρίνοντας το πολιτικό του όραμα για τον πόλεμο της Αλγερίας για να ενταχθεί στο εθνικό απελευθερωτικό Μέτωπο (FLN). Βοηθά με τις λιποταξίες, στέλνει χρήματα, τροφή και μερικές φορές άλλα πράγματα: »Κλέψαμε όπλα, καταλάβαμε τα κοντέινερ από τις πλατφόρμες της Μασσαλίας και τα παραδώσαμε στο FLN». Ετούτος, ο οποίος λατρεύει να ταυτίζεται με τον Ινδιάνο Κοσίς- Cochise, του οποίου οι ήρωες είναι ο Τζερόνιμο και ο Καθιστός Ταύρος».
“Πίσω από τα κάγκελα, ο καβγάς”
Συνελήφθη το 1962 για νυχτερινές διαρρήξεις και καταδικάστηκε σε υπερβολική ποινή είκοσι ετών, μια ηλικία που δεν είχε ακόμη. Ούτε αυτός, ούτε οι σύντροφοί του, ούτε ο δικηγόρος τους ξεγελιούνται. Δεν είναι οι διαρρήξεις που καταδικάζονται τόσο έντονα, σύμφωνα με αυτούς, αλλά οι ιδέες που τις παρακίνησαν, αυτές που περιγράφει ο Charlie στο Le Straighteur des Clous-Το Ισιωτικό των Καρφιών (2010): »«Η «ταξική πάλη», με αυτούς τους όρους χαρακτηρίζονται οι αγώνες μου. Η ολιγαρχία στην εξουσία επιδιώκει να μας εξαλείψει επειδή αμφισβητούμε τα συμφέροντά της, το σύστημά της, την εξουσία της. Σε αυτό το στάδιο της αντιπαράθεσης, μας ποινικοποιούν, μας κυνηγούν για να μας εξαλείψουν με το μολύβι των μισθοφορικών όπλων ή το τσιμέντο των φυλακών. Σε αυτό το επίπεδο εξέγερσης, ο αντάρτης γονατίζει μόνο για να εκτελεστεί».
Ο Τσάρλι δεν γονατίζει, επαναλαμβάνοντας ότι «αυτοί που μας φαίνονται ψηλοί είναι τέτοιοι επειδή είμαστε γονατιστοί εμείς». Οι φρουροί, πολλοί από τους οποίους επιστρέφουν από την Αλγερία, ανακαλύπτουν έναν ανυποχώρητο άνθρωπο που δεν λυγίζει ποτέ. Ούτε όταν τον κρεμούν γυμνό από τα πόδια του, ούτε όταν τον υποβάλλουν στα βασανιστήρια του νερού ή ενός μεταλλικού χάρακα που εισάγεται στον πρωκτό του από έναν αστυνομικό.
Μέσα από αυτές τις περιπέτειες, ανακαλύπτει έναν κόσμο εγκλεισμού, έναν ‘σωφρονιστικό’ κόσμο που βρίσκεται στη δίνη της κρίσης, όπου οι κρατούμενοι ράβουν τα χείλη τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Αυτός, από την άλλη πλευρά, φωνάζει για το δικαίωμα στην εκπαίδευση στο QHS της Lisieux. Έτσι γνωρίζει τη Ρενέ, τη δασκάλα γαλλικών του, με την οποία θα αποκτήσει μια κόρη μετά την αποφυλάκισή του το 1977. Το όνομά της θα είναι Σάρα Ιλιούτσα, Sarah Illioutcha, προς τιμήν του πραγματικού ονόματος του Λένιν.
Δεν παραλείπει την παραμικρή λεπτομέρεια από τα βασανιστήρια που υπέστη στη φυλακή, αντλώντας όση χρειάζεται για να διασχίσει τη γέφυρα που χωρίζει τον κάπως ρομαντικό επαναστάτη από τον παρτιζάνο του αστικού ανταρτοπόλεμου: »Λίγη από την ανθρώπινη φύση πρέπει να πέθανε μέσα μου από αυτούς τους διάφορους πόνους, από αυτά τα βάσανα’‘. Έτσι, μόλις βγει έξω, αναλαμβάνει και διεκδικεί μια βία που τον γοητεύει. «Η ένταση, τα όπλα, οι κίνδυνοι…» επαναλαμβάνει στον εαυτό του. Σε αυτή την άβυσσο αντιπαλότητας συναντά τον Ζακ Μεσρίν.
«Μιλώ σε σένα που πιθανώς έχεις μιαν άποψη για τις θεραπευτικές αρετές του περιορισμού, της απομόνωσης. πώς μπόρεσες να αντέξεις τη δοκιμασία της απόλυτης μοναξιάς, των ωρών που δεν σταματούσαν ποτέ να κυλούν, των πυλών των φυλακών υψίστης ασφαλείας;» Robert Doisneau, Ρομπέρ Ντουανό, στον πρόλογό του στο βιβλίο του Κατάγματα μιας Ζωής (1990) Fractures d’une Vie.
Γίνεται συνεργάτης του, αλλά ό,τι και να λένε οι δημοσιογράφοι, θα αρνείται πάντα ότι έγινε φίλος του. Αυτό επειδή ο διανοούμενος οπαδός της ταξικής πάλης βρίσκεται χίλια μίλια μακριά από τον ληστή του οποίου η μόνη ανησυχία είναι το δέλεαρ της κερδοφορίας: »ο Μεσρίν ήταν ένας συνηθισμένος jobard, ψώνιο, χαρούμενος να εντυπωσιάζει την γαλαρία. Και ήταν ένας πραγματικός μάτσο. Δεν μπορείς να είσαι κατά του αυταρχισμού και να τον ασκείς με τις γυναίκες. Ναι, ο άντρας είναι, σε αντίθεση με τα κλισέ, ένας υποτιθέμενος αντι-μάτσο. Και όταν ένας δημοσιογράφος τον ρωτάει αν αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με την έγκριση του να φοράει η γυναίκα την μπούρκα, απαντά πως θα επανεκτιμήσει τη γνώμη του για «αυτά τα κουρέλια» όταν οι διαφημίσεις σταματήσουν να ντύνουν τις γυναίκες με κορδόνια ώστε να πουλήσουν ηλεκτρικές σκούπες».
“Από επαναστάτης πολεμιστής σε επαναστάτη των γραμμάτων”
Κατά τη διάρκεια μιας ακόμη συνεργασίας με τον συνένοχο και alter ego του, τιμωρήθηκε με άλλα δέκα χρόνια για απόκρυψη λύτρων και κατοχή όπλων, ενώ παράλληλα χρηματοδοτούσε τους Τουπαμάρος. Πρόκειται για ένα ακροαριστερό κίνημα της Ουρουγουάης που έκτοτε έχει πάρει την εξουσία με άνδρες όπως ο Χοσέ Μουχίκα. Εκμεταλλεύτηκε αυτή τη δεκαετία στη σκιά για να αποκτήσει δύο πτυχία στη φιλοσοφία και την ψυχολογία, καθώς και διδακτορικό στην κοινωνική ανθρωπολογία. Αυτά τα θέματα ήταν πάντα στην υπηρεσία του πολιτικού του αγώνα. Και στη συνέχεια, συνέχισε να αγωνίζεται για την πρόσβαση στην τηλεόραση, την ανάγνωση και τον τύπο, »διότι με 80% υποτροπή, οι φυλακές δεν εκπληρώνουν τον ρόλο τους ως κοινωνικοί ρυθμιστές, το έλεγε ο Φουκώ πριν από μένα, η φυλακή δεν είναι μόνο μια στέρηση της ελευθερίας, αλλά είναι ο ξεριζωμός του ατόμου”.
Ο άντρας που πέρασε είκοσι πέντε χρόνια στη φυλακή, εννέα από αυτά σε QHS [3], παραδέχεται ότι ήταν κακός πατέρας και κακός σύζυγος: »Μα τι μπορώ να κάνω; Είμαι παντρεμένος με την επανάσταση». Όταν βγήκε από τη φυλακή, αντάλλαξε οριστικά το Καλάσνικοφ με τις λέξεις και πέρασε από το λύκειο στο πανεπιστήμιο μιλώντας για μαρξιστική οικονομία, ελευθερία και εγκλεισμό. Εκείνον του QHS, του οποίου «τα λόγια είναι άθλια να μεταφραστούν», καθώς και εκείνον που γεννάται από την άγνοια
«Δώστε πολιτισμό στον λαό και θα τον μετατρέψουν σε όπλα κατά των τυράννων», είπε, παραθέτοντας τον Μισελέ-Jules Michelet. Ο Σαρλί κραδαίνει Καλάσνικοφ, τυφέκια εφόδου, χειροβομβίδες και άλλα εκρηκτικά προερχόμενα από την ανατολή, αλλά τι θα είχε συμβεί, τι θα είχε καταστεί δίχως κουλτούρα; Ένα άγριο θηρίο; Ένας άθλιος Σημαδεμένος ντε λ’Εστάκ; -Scarface de l’Estaque? Δημόσιος εχθρός νούμερο 2; Να τον, ένας από εκείνους τους άντρες που στοιχειώνουν τη μνήμη όσων τους γνώρισαν. Επειδή η πορεία του Σαρλί όχι μόνο έχει κάτι να γλυκάνει τον ειλικρινή άνθρωπο που έχει ανάγκη από συναισθήματα ή τον παραιτημένο επαναστάτη, έχει πάνω απ’ όλα κάτι να απεικονίζει τα λόγια του Βίκτωρα Ουγκώ: «Αυτοί που ζουν είναι αυτοί που αγωνίζονται».
Πολλές από τις παρατηρήσεις του Σαρλί Μπάουερ τελικά αντηχούν ακόμη και στα δικά μας νέα. Ο λόγος του για τη νόμιμη βία, ειδικά σε μια εποχή που οι εργαζόμενοι καταδικάζονται σε φυλάκιση επειδή διαμαρτύρονται για τις απολύσεις τους. Αλλά και η αιώνια αισιοδοξία του, ως μαραθωνοδρόμος της ελπίδας που είναι. Συλλογιζόμενοι τη ζωή του με το παντογνώστη μάτι του αναγνώστη, θα φαίνονταν ότι ο μαφιόζος έχει αφιερώσει όλες τις χειρονομίες του στην ιδέα μιας επανάστασης. Δεν θα δει αυτό που ονειρεύεται, αλλά εξετάζοντας τις παραγράφους που αφιερώνει στη σύζυγό του, στον φίλο του, στο σύντροφό του, ανακαλύπτουμε ότι ο Σαρλί Μπάουερ δεν έχει περάσει ποτέ την πιο ευτυχισμένη στιγμή του όσο στην αγκαλιά της Ρενέ. Λογικό, αν θυμηθούμε τα λόγια του Ερνέστο Γκεβάρα: «Ο αληθινός επαναστάτης καθοδηγείται από μεγάλα συναισθήματα αγάπης».
[1]. Οι «περιφέρειες υψίστης ασφαλείας» είναι φυλακές που προορίζονται για κρατούμενους οι οποίοι έχουν διαπράξει σοβαρά εγκλήματα, ιδίως εκείνα που σχετίζονται με το οργανωμένο έγκλημα τύπου μαφίας, το εμπόριο ναρκωτικών, την τρομοκρατία ή την ανατροπή της δημοκρατικής τάξης.
[2]. Οι μαροκινοί goumiers ήταν αυτόχθονες μαροκινοί στρατιώτες που υπηρέτησαν σε βοηθητικές μονάδες προσαρτημένες στον Γαλλικό Στρατό της Born το 1908 και 1956.
[3]. Μια πτέρυγα υψίστης ασφαλείας ή QHS είναι ένα τμήμα φυλακών με πιο εκτεταμένα μέτρα ασφαλείας από άλλα τμήματα μιας φυλακής.
Μιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος infoaut.org


