Συνέντευξη της Geraldina Colotti με τον Ignacio Ramonet, πρώην διευθυντή της Le monde diplomatique
Ο Ignacio Ramonet, δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος και διεθνής αναλυτής, ήταν μακροχρόνιος διευθυντής της Le Monde diplomatique. Στο βιβλίο του «Η Εποχή της Συνωμοσιολογίας», “La era del conspiracionismo”, ανέλυσε τους μηχανισμούς του «τραμπισμού», τον οποίο βλέπουμε σήμερα να εξαπλώνεται σε άλλα γεωγραφικά πλάτη, από τη Λατινική Αμερική έως την Ευρώπη. Μιλήσαμε μαζί του για την πολιτική κρίση της ευρωπαϊκής Ένωσης και τις ανανεωμένες εντάσεις μεταξύ των ΗΠΑ και των σοσιαλιστικών χωρών της Λατινικής Αμερικής.
Ζούμε σε μια στιγμή βαθιών και δραματικών μετασχηματισμών που κατακλύζουν όλα τα επίπεδα ενός μοντέλου – του κυρίαρχου καπιταλισμού – σε συστημική κρίση, αλλά με τη σαφή πρόθεση να κάνουν όλη την ανθρωπότητα να βιώσει την αγωνία του. Από την οπτική σας γωνία, ενός μακροχρόνιου ραφινάτου πολιτικού αναλυτή, πώς ερμηνεύετε αυτήν την κρίση;
Δεν αντιμετωπίζουμε μια μεμονωμένη κρίση του καπιταλισμού, έκτακτη, αλλά μια κρίση πολιτισμού. Το σύστημα, στη νεοφιλελεύθερη και χρηματιστικοποιημένη ενσάρκωσή του, έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου δεν μπορεί πλέον να αναπαράγεται χωρίς να καταστρέφει τα ίδια του τα θεμέλια: την εργασία, τη φύση, τους κοινωνικούς δεσμούς, ακόμη και την ίδια την ιδέα της πολιτικής κοινότητας. Το κεφάλαιο μετατρέπει την κατάρρευση σε στρατηγική, καθιστά την επισφαλή κατάσταση κανόνα και διαχειρίζεται την καταστροφή σαν να ήταν μια φυσική κατάσταση πραγμάτων. Η αγωνία του είναι μακρά και βίαιη και σκοπεύει να παρασύρει μαζί της ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αυτό που προαναγγέλλεται δεν είναι μόνο η εξάντληση ενός οικονομικού μοντέλου, αλλά το τέλος μιας ιστορικής ορθολογικότητας: εκείνης που ταύτιζε την πρόοδο με την άπειρη, δίχως τέλος συσσώρευση.
Και ποια αντίμετρα βλέπετε σε αυτό που πολλοί θεωρούν ως την ανάδυση ενός πολυκεντρικού και πολυπολικού κόσμου, από τον οποίο, ωστόσο, δεν προκύπτει ένα σαφές όραμα για το μέλλον, προοπτικής, όπως αντίθετα συνέβαινε τον περασμένο αιώνα, όταν ένα μεγάλο μέρος του κόσμου πίστευε στην ελπίδα του κομμουνισμού;
Ο πολυπολικός κόσμος είναι ήδη γεγονός, αλλά δεν είναι ακόμη ορίζων. Η πολυπολικότητα σημαίνει διαφοροποίηση των κέντρων εξουσίας, αποδυνάμωση της απόλυτης ηγεμονίας των Ηνωμένων Πολιτειών και την εμφάνιση παικτών όπως η Κίνα, η Ινδία ή η Ρωσία. Αλλά αυτό δεν ισοδυναμεί με χειραφέτηση. Τον 20ό αιώνα, ακόμη και εν μέσω πολέμων και αντιφάσεων, η κομμουνιστική ελπίδα προσέφερε μια αφήγηση για το μέλλον, μια συλλογική πυξίδα. Σήμερα, η πολυπολικότητα μοιάζει περισσότερο με μια διαπραγμάτευση μεταξύ δυνάμεων παρά με ένα σχέδιο για την ανθρωπότητα. Ωστόσο, στο περιθώριο, στα κοινωνικά κινήματα του παγκόσμιου Νότου, στις φεμινιστικές, αυτόχθονες και περιβαλλοντικές-οικολογικές αντιστάσεις, εισχωρεί μια άλλη λογική: ετούτη μιας ζωής που δεν μετριέται με βάση το κέρδος, αλλά με τη φροντίδα. Εδώ είναι που κατοικεί μια προοπτική ελπίδας, ακόμη στα σπάργανα.
Ας μιλήσουμε για την κρίση της Ευρώπης, ξεκινώντας από εκείνη του γαλλικού πολιτικού συστήματος, το οποίο τώρα βυθίζεται σε μια νέα και πιθανή κατάρρευση της κυβέρνησης. Ποια είναι η ανάλυσή σας για τις δυνάμεις που εμπλέκονται στο παιχνίδι και τις πιθανές λύσεις;
Η Γαλλία ενσαρκώνει, με ιδιαίτερα εμφανή τρόπο, την ευρωπαϊκή πολιτική κρίση. Η Πέμπτη Δημοκρατία, που σχεδιάστηκε για να διασφαλίσει τη σταθερότητα, έχει καταστεί ένα μπλοκαρισμένο καθεστώς, ανίκανο να δημιουργεί νομιμοποίηση. Ο Μακρόν κυβερνά με τεχνοκρατική αλαζονεία, αλλά και με έλλειψη σχεδίου: δεν απευθύνεται στην κοινωνία, δεν μιλά με αυτήν, αλλά στις αγορές και στις Βρυξέλλες. Αυτή η αποσύνδεση εξηγεί την κοινωνική οργή, τον κατακερματισμό της αριστεράς και την άνοδο της ακροδεξιάς. Στη Γαλλία, η Ευρώπη βιώνει τον σπασμένο καθρέφτη της: θεσμούς που δεν εκπροσωπούν πλέον, ανθρώπους που αισθάνονται ότι δεν ακούγονται, κοινωνίες που αναζητούν λύσεις στη διαμαρτυρία ή στην ψήφο διαμαρτυρίας. Η πραγματική λύση θα απαιτούσε μια δημοκρατική επανίδρυση από τα κάτω, αλλά αυτός ο ορίζοντας δεν καταφέρνει ακόμη να οργανωθεί πολιτικά.
Η Γαλλία είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από τον ευρωπαϊκό επανεξοπλισμό, η χώρα που οδηγεί τον μεγαλύτερο αριθμό έργων-σχεδίων που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (FED), και η Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι ακολουθεί την ίδια πορεία, η Γερμανία επανεξοπλίζεται, και οι χώρες της Βαλτικής τίποτα λιγότερο. Μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να είναι μόνο αυτή του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος, αιώνια υποταγμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες; Και ποιες συνέπειες θα μπορούσε να έχει αυτό στο πλαίσιο των τρεχουσών συγκρούσεων;
Ο ευρωπαϊκός επανεξοπλισμός είναι το πιο προφανές σύμπτωμα της υποταγής της ηπείρου στα στρατηγικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία και τα κράτη της Βαλτικής δεν επανεξοπλίζονται για να υπερασπιστούν τη δική τους ατζέντα, ένα δικό τους σχέδιο, αλλά για να ενισχύσουν το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα υπό την κηδεμονία του ΝΑΤΟ. Η Ευρώπη επενδύει σε όπλα αυτό που αρνείται στην κοινωνική συνοχή, την εκπαίδευση ή την οικολογική μετάβαση. Αυτή η ανισορροπία αποκαλύπτει μια ιστορική επιλογή: να είναι ένα πεδίο σύγκρουσης και όχι ένας παράγοντας ειρήνης. Με αυτό, η Ευρώπη όχι μόνο στρατιωτικοποιείται, αλλά καθίσταται και ασήμαντη ως πολιτισμικό έργο-σχέδιο. Αποποιούμενη μια αυτόνομη εξωτερική πολιτική, παραιτείται από την ικανότητα-δυνατότητα της να προσφέρει στον κόσμο μια λογική διαφορετική από αυτή του πολέμου.
Η κρίση των δυτικών δημοκρατιών αποκαλύπτει δύο αυξανόμενα φαινόμενα: την απογοήτευση του εκλογικού σώματος (ειδικά στην αριστερά) και την άνοδο ξενοφοβικών και ακροδεξιών κομμάτων, τα οποία φαινομενικά είναι τα λιγότερο διατεθειμένα να χρησιμοποιήσουν «σκληρά μέσα» σε γεωπολιτικό επίπεδο. Πώς προέκυψε αυτό το βραχυκύκλωμα και πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από μια τέτοια παγίδα;
Το βραχυκύκλωμα των δυτικών δημοκρατιών έχει βαθιές ρίζες. Για δεκαετίες, η σοσιαλδημοκρατία και μεγάλο μέρος της αριστεράς αποδέχονταν τον νεοφιλελευθερισμό ως αναπόφευκτο πλαίσιο. Εκείνη τη στιγμή καταναλώθηκε η προδοσία: εκατομμύρια εργαζόμενοι, νέοι και λαϊκά στρώματα ένιωσαν ότι στερούνταν μιας πραγματικής εκπροσώπησης. Η ακροδεξιά στη συνέχεια και με αυτό τον τρόπο καθιερώθηκε ως η μόνη αφήγηση ρήξης, προσφέροντας κλειστές ταυτότητες, πλασματικά αισθήματα κυριαρχίας και απατηλές ασφάλειες. Είναι μια φτωχή αφήγηση που αποκλείει, αλλά συνδέεται με τον κοινωνικό πόνο εκείνων που είδαν τα δικαιώματά τους να σβήνουν, να σαρώνονται. Η διέξοδος δεν μπορεί να συνίσταται στη μίμηση αυτής της αφήγησης, αλλά στην ανοικοδόμηση ενός ορίζοντα χειραφέτησης: ριζική αναδιανομή του πλούτου, συμμετοχική δημοκρατία, διεθνισμός, κοινωνική και οικολογική δικαιοσύνη. Με άλλα λόγια, η αποκατάσταση στην πολιτική της ικανότητας να ονομάζει το μέλλον.
Καθώς ξεφτίζει η πιθανότητα μιας αντικαπιταλιστικής εναλλακτικής λύσης, ή μιας προηγμένης δημοκρατίας (αυτό που έχει ονομαστεί «η λατινοαμερικανική αναγέννηση» μετά τη νίκη του Τσάβες στις προεδρικές εκλογές της Βενεζουέλας), αναδύεται η απειλή μιας νέας φασιστικής διεθνούς, με διάφορες παραλλαγές. Κερδίζει άραγε έδαφος το ευρωπαϊκό «μοντέλο» και στη Λατινική Αμερική;
Ο προοδευτικός λατινοαμερικανικός κύκλος, τον οποίο κάποιοι ονόμασαν «αναγέννηση» μετά τη νίκη του Τσάβες το 1998, άνοιξε έναν απροσδόκητο ορίζοντα εν μέσω της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης: τη δυνατότητα μιας προηγμένης, λαϊκής, συμπεριληπτικής δημοκρατίας, με κυριαρχία και κοινωνική δικαιοσύνη. Ωστόσο, αυτή η αρχική ορμή γρήγορα συνάντησε όρια και αντιστάσεις: οικονομικό σαμποτάζ, ήπια πραξικοπήματα, πόλεμο των μέσων ενημέρωσης-επικοινωνιακό, ακόμη και τις εσωτερικές αντιφάσεις των ίδιων των διαδικασιών. Σε αυτό το κενό, ένας κίνδυνος που νομίζαμε ότι είχε εξαλειφθεί επανεμφανίζεται: μια φασιστική διεθνής με πολλαπλά πρόσωπα – θρησκευτικά, νεοφιλελεύθερα, μιλιταριστικά – που λειτουργεί στο δίκτυο και με μια ισχυρή ευρωπαϊκή έμπνευση. Η Λατινική Αμερική, η οποία τόσο συχνά υπήρξε εργαστήριο χειραφέτησης, διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει μια και των νέων μορφών αυταρχισμού. Η τρέχουσα μάχη είναι να αποτραπεί, αυτή η ορθολογικότητα που αποκλείει, να επιβληθεί ως κανόνας, και να ανακτηθεί η τόλμη να φαντάζεται ένα δικό της ιστορικό σχέδιο.
Ποια είναι η ανάλυσή σας για το «εργαστήριο Βενεζουέλα» υπό το πρίσμα των νέων ιμπεριαλιστικών επιθέσεων στην μπολιβαριανή επανάσταση, αλλά και από την οπτική γωνία των δυνάμεων μετασχηματισμού; Πώς εντάσσεται αυτό το «πείραμα» στην ιστορία του μαρξισμού;
Η Βενεζουέλα εξακολουθεί να είναι το μεγάλο πολιτικό εργαστήριο της εποχής μας. Εκεί, επιχειρούν να κάνουν κάτι που το παγκόσμιο σύστημα δεν ανέχεται: να συνδυάσουν τη συμμετοχική δημοκρατία, την εθνική κυριαρχία και την κοινωνική αναδιανομή υπό ένα σοσιαλιστικό ορίζοντα. Γι’ αυτό οι επιθέσεις δεν σταματούν: αποκλεισμός, κυρώσεις, οικονομική ασφυξία, εκστρατείες απονομιμοποίησης. Αλλά και εκεί έχουν παρατηρηθεί οι πιο δημιουργικές μορφές λαϊκής αντίστασης: οι κοινότητες, η αυτοδιαχείριση, η ιδέα της εξουσίας από τα κάτω. Στην ιστορία του μαρξισμού, η μπολιβαριανή εμπειρία αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια επικαιροποίησης: όχι επανάληψη δογμάτων, αλλά μπολιασμός της χειραφετητικής παράδοσης στις λατινοαμερικανικές πραγματικότητες, με τον Μπολιβάρ, τον Τσάβες, τους αυτόχθονες λαούς και την επαναστατική μνήμη της ηπείρου, αυτή του ξεσηκωμού. Είναι μια ημιτελής διαδικασία, γεμάτη εντάσεις, αλλά είναι επίσης απόδειξη ότι ο μαρξισμός δεν είναι νεκρός: μεταλλάσσεται, μετενσαρκώνεται, αναζητά νέες συνθέσεις.
Οι ιδεολογικοί μηχανισμοί ελέγχου γίνονται ολοένα και πιο εξελιγμένοι. Ο πόλεμος τέταρτης και πέμπτης γενιάς συνοδεύεται από γνωστικό πόλεμο, όπως βλέπουμε με τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη – την πιο τηλεοπτικά μεταδιδόμενη αλλά και πιο κρυμμένη γενοκτονία – αλλά και με την επιθετικότητα κατά της Βενεζουέλας. Ωστόσο, βλέπουμε επίσης ότι, με την έλευση του Τραμπ, η επίθεση στα λαϊκά στρώματα και τα οράματα που τα αντιπροσώπευαν τον περασμένο αιώνα (σοσιαλισμός και κομμουνισμός) είναι άμεση και μετωπική. Πώς πρέπει να ερμηνεύσουμε όλα αυτά;
Ζούμε σε μια εποχή όπου η κυριαρχία δεν ασκείται πλέον αποκλειστικά με όπλα και στρατούς, αλλά με αφηγήσεις και μηχανισμούς ελέγχου του νου. Ο πόλεμος τέταρτης και πέμπτης γενιάς, ο λεγόμενος «γνωστικός πόλεμος», συνίσταται στη διαμόρφωση αντιλήψεων, στην κατασκευή συναίνεσης και στην φυσικοποίηση των αδικιών. Η Παλαιστίνη είναι η πιο βάναυση περίπτωση: μια γενοκτονία που μεταδίδεται ζωντανά και, την ίδια στιγμή, κρύβεται κάτω από στρώματα χειραγώγησης επικοινωνιακής. Το ίδιο ισχύει και για τη Βενεζουέλα και κάθε διαδικασία που αμφισβητεί την αυτοκρατορική τάξη. Ο τραμπισμός και παρόμοια φαινόμενα σε άλλα γεωγραφικά πλάτη δεν κάνουν άλλο από το να αποκαλύπτουν αυτή τη λογική: την μετωπική επίθεση στα λαϊκά στρώματα και τις μνήμες χειραφέτησης (σοσιαλισμός, κομμουνισμός, εργατικοί, φεμινιστικοί ή αντιαποικιακοί αγώνες). Ο στόχος είναι να εξαλειφθεί η ίδια η ιδέα μιας εναλλακτικής λύσης. Καθήκον μας είναι ακριβώς το αντίθετο: να διατηρούμε τη μνήμη, να υποστηρίζουμε τις αντιστάσεις και να κρατούμε ζωντανή την πολιτική φαντασία ενός άλλου πιθανού κόσμου, εφικτού.
Εκατό χρόνια από τη γέννηση των Φανόν, Μάλκολμ Χ και Λουμούμπα, ο παγκόσμιος Νότος, η Παλαιστίνη και η Αφρική ειδικότερα (σκέφτομαι ιδιαίτερα το Σαχέλ) έχουν ακόμη ανάγκη το μήνυμά τους; Έχει δίκιο ο μπολιβαριανός σοσιαλισμός να επικεντρώνεται στη δυνατότητα οικοδόμησης ενός νέου άνδρα και μιας νέας γυναίκας σήμερα χωρίς να καταστρέφει ό,τι στέκεται εμπόδιο; Ή μήπως πρέπει να επιστρέψουμε στη ματσέτα;
Έναν αιώνα μετά τη γέννηση των Φραντς Φάνον, Μάλκολμ Χ και Λουμούμπα, το μήνυμά τους παραμένει ουσιαστικό, απαραίτητο. Ο Φάνον μας δίδαξε ότι η αποικιοκρατία καταλαμβάνει όχι μόνο εδάφη, αλλά και συνειδήσεις, και ότι η απελευθέρωση πρέπει να είναι τόσο υλική όσο και ψυχολογική. Ο Μάλκολμ ενσάρκωσε τη ριζοσπαστική αξιοπρέπεια απέναντι στον δομικό ρατσισμό. Ο Λουμούμπα συμβόλισε την αφρικανική κυριαρχία σε έναν κόσμο διαιρεμένο σε μπλοκ. Σήμερα, στην Παλαιστίνη, την Αφρική και τον Παγκόσμιο Νότο, αυτά τα μαθήματα είναι ζωτικής σημασίας: χωρίς πολιτιστική χειραφέτηση, δεν υπάρχει πολιτική χειραφέτηση. Ο μπολιβαριανός σοσιαλισμός, μιλώντας για τον «νέο άνδρα και γυναίκα», υιοθετεί αυτή την παράδοση: εκείνη του μετασχηματισμού του ανθρώπινου όντος μέσα στην ίδια τη διαδικασία του αγώνα, όχι εκ των υστέρων. Δεν πρόκειται για «επιστροφή στη ματσέτα» ως καθαρή βία, αλλά για αναγνώριση ότι κανένα χειραφετητικό σχέδιο δεν μπορεί να ανθίσει χωρίς να διαλύει τους μηχανισμούς καταπίεσης που το ασφυκτιούν, το πνίγουν. Η πρόκληση παραμένει η ίδια: να απελευθερωθεί το ανθρώπινο ον στην ολότητά του.
(*) Σύνδεσμος προς το αρχικό άρθρο: https://www.lantidiplomatico.it/dettnews-il_venezuela__il_grande_laboratorio_politico_della_nostra_epoca__intervista_esclusiva_a_ignacio_ramonet/5496_62527/
Μιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος La Bottega del Barbieri

