Γκρίνιαζε σχεδόν μηχανικά. Όχι για κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Όταν τον ρωτούσαν τι θα ήθελε, χαμογελούσε στραβά. Κοίταζε τα παπούτσια του, πάντα τα παπούτσια του.
Το δυάρι όπου έμενε μύριζε μούχλα. Τα έπιπλα ήταν του προηγούμενου ενοίκου, ξεχαρβαλωμένα, όμως λειτουργικά. «Προσωρινά είμαι εδώ», έλεγε, κι ας μην είχε κάποια άλλη διεύθυνση στο μυαλό του. Δούλευε όπου έβρισκε. Χέρια, πλάτη, ώρες. Τίποτα που να κρατάει. Στην τσέπη του κουβαλούσε πάντα ένα μπλοκάκι. Παλιό, δεμένο πρόχειρα με λαστιχάκι. Εκεί μέσα έγραφε όσα του χρωστούσε η ζωή. Δεν το έδειχνε σε κανέναν. Σαν συμβόλαιο που δεν υπογράφηκε ακόμα. Λέξεις κοφτές, μόνες τους: «Έρωτας», «Ταξίδι», «Χρήμα»…
Όταν κάτι στράβωνε, πρόσθετε άλλη μία. Χωρίς ημερομηνία. Χωρίς εξηγήσεις. Εκείνο το πρωί ξύπνησε από το κρύο. Η θέρμανση είχε κοπεί. Πήγε να φτιάξει καφέ, το μάτι της κουζίνας δεν άναβε. Έμεινε όρθιος, ακίνητος με το μπρίκι στο χέρι.
Το ρολόι έκανε θόρυβο δυνατότερο απ’ όσον άντεχε. Εννιά. Δεν είχε πού να πάει. Το τηλέφωνο σιωπηλό μέρες τώρα. Βγήκε έξω. Άνθρωποι μιλούσαν για διακοπές, για δουλειές, για σχέδια. Ένιωσε εκείνο το σφίξιμο. Μπήκε μέσα. Το απόγευμα χτύπησε το τηλέφωνο. Ένας παλιός φίλος από το στρατό. Ο Περικλής. Δεν είχαν κρατήσει επαφή, μόνο κάτι σκόρπια «να κανονίσουμε». Τώρα ήταν στο νοσοκομείο. «Αν μπορείς, έλα για λίγο…». Δεν ρώτησε τι και πώς. Φόρεσε το μπουφάν, βγήκε. Στο διάδρομο όλα ήταν άσπρα και κουρασμένα. Οι καρέκλες κολλημένες στον τοίχο. Μύριζε απολυμαντικό και κάτι πιο βαθύ αυτή η ησυχία που έχουν οι χώροι όπου περιμένουν πολλοί. Κάθισε, περίμενε. Θυμήθηκε τον Περικλή να γελάει δυνατά στο θάλαμο, να λέει: «Μετά την απόλυση, σειρά, φύγαμε για Βαρκελώνη, το γυράδικό μας θα σκίσει…».
Ήρθε η ώρα της απόλυσης, ο Περικλής τα γύρισε: «Μεγάλο το ρίσκο» είπε, θα το κανόνιζαν αργότερα. Το μπλοκάκι γλίστρησε από την τσέπη του, το λαστιχάκι έσπασε. Οι σελίδες άνοιξαν στο πάτωμα σαν λογαριασμοί. Έσκυψε να τις μαζέψει. «Έρωτας», «Ταξίδι», «Χρήμα»… Πιο κάτω μια λέξη που δε θυμόταν να έχει γράψει: «Ίσως». Την κοίταξε ώρα. Η γραφή της ίδια με των άλλων, δική του. Ξένη όμως. Σαν να την είχε γράψει κάποιος άλλος, κάποιος που τον ήξερε καλά. Σηκώθηκε. Το δωμάτιο του Περικλή άδειο. Τα σεντόνια μαζεμένα, τυλιγμένα σφιχτά. Στη ρεσεψιόν του είπαν πως είχε «φύγει» πριν μία ώρα περίπου. Έμεινε στην έξοδο του νοσοκομείου να καπνίζει, αν και δεν κάπνιζε συνήθως.
Το τσιγάρο το είχε βρει στην τσέπη του μπουφάν του, ξεχασμένο από κάποια νύχτα. Κοίταξε τους ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν. Κάποιοι κουβαλούσαν ανθρώπους. Άλλοι κουβαλούσαν τσάντες. Κανείς δεν κοίταζε πίσω. Κι αυτός δεν κοίταξε. Ο Περικλής είχε «φύγει». Όχι με θόρυβο, αλλά με σιωπή. Με το «Ίσως» που δεν γίνεται ποτέ τίποτα άλλο. Το χέρι του έψαξε το μπλοκάκι στην τσέπη. Το έπιασε. Το άφησε εκεί. Γύρισε σπίτι αργά. Άναψε το φως. Κάθισε στο τραπέζι. Άνοιξε το μπλοκάκι στην τελευταία λευκή σελίδα. Κράτησε το στυλό ακίνητο για λίγο. Μετά έγραψε: «Σήμερα το πρωί άνοιξα τα μάτια μου και δε μου χρωστούσε κανείς, τίποτα»… Έσκισε και δίπλωσε τη σελίδα. Την έβαλε στην τσέπη. Πήγε στο παράθυρο. Φύλλο φύλλο το υπόλοιπο μπλοκάκι πέταξε στο σκοτάδι. Το ελαφρύ αεράκι έφερε μια δυο σελίδες πίσω…

