Ο Έρωτας υπήρχε πριν από τις λέξεις. Πριν οι άνθρωποι μάθουν να ονομάζουν αυτό που ξεσήκωνε το «είναι» τους. Είδε βασιλιάδες να γονατίζουν, δειλούς να γίνονται γενναίοι. Ένα τέντωμα της χορδής, μια κίνηση του καρπού και οι ζωές άλλαζαν πορεία.
Δεν συνήθιζε να εμπλέκεται. Παρατηρούσε. Του άρεσαν τα μικρά πράγματα, ο τρόπος που δύο άνθρωποι μπορούσαν να σωπαίνουν χωρίς αμηχανία. Πώς ένας αποχαιρετισμός άφηνε βαθύτερο σημάδι από μια εξομολόγηση. Πώς φόβος και αγάπη φορούσαν συχνά το ίδιο προσωπείο. Ένα απόγευμα την είδε. Καθόταν σε ένα βράχο δίπλα στη θάλασσα, σε σημείο απ’ όπου φαινόταν το μονοπάτι προς το λιμάνι. Φορούσε ένα ξεθωριασμένο γαλάζιο φόρεμα. Τα χέρια της σφιχτά σταυρωμένα στο στήθος, σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει κάτι που έφευγε. Κάθε φορά που ακούγονταν βήματα, το σώμα της τιναζόταν. Το κεφάλι σηκωνόταν, για μια στιγμή, κι ύστερα έπεφτε πάλι, βαρύ.
Ο Έρωτας ήξερε. Αυτός που περίμενε δεν θα ερχόταν. Σήκωσε μηχανικά το τόξο. Η κίνηση ήταν γνώριμη, σχεδόν βαρετή. Ένα βέλος για εκείνη, να τελειώσει η προσμονή. Ένα βέλος σε κάποιον περαστικό, να γεννηθεί επιθυμία, να συνεχιστεί ο κύκλος. Όμως το χέρι του έμεινε μετέωρο. Φαντάστηκε τη γυναίκα να ξυπνά το πρωί αγαπώντας έναν άγνωστο, χωρίς να ξέρει το γιατί. Να χαμογελά χωρίς μνήμη, χωρίς επιλογή. Έναν έρωτα όμορφο απ’ έξω, κενό από μέσα.
Χαμήλωσε το τόξο. Η γυναίκα έμεινε εκεί μέχρι που σκοτείνιασε τελείως. Πριν φύγει, γύρισε προς τη θάλασσα και ψιθύρισε σχεδόν ντροπαλά «Ίσως αύριο…». Η φράση δεν απευθυνόταν σε κανέναν. Κι όμως, τον άγγιξε. Εκείνη τη νύχτα πέταξε πάνω από τη θάλασσα χωρίς σκοπό. Τα φτερά του σκίζανε τον αέρα με την οικεία ευκολία, όμως κάτι μέσα του ήταν βαρύ, ξένο. Κοίταξε τα φτερά του, τα βέλη, όλα όσα τον κρατούσαν μακριά από τη γη. Σκέφτηκε πως δεν είχε απορριφθεί ποτέ. Δεν είχε ξαπλώσει σε άδειο κρεβάτι αναρωτώμενος τι έφταιξε. Έδινε τον έρωτα, δεν τον ζούσε.
Κατέβηκε στην ακτή άγγιξε το βράχο που καθόταν η γυναίκα. Τον διαπέρασε κάτι πρωτόγνωρο, κάτι που δεν ήξερε πως υπήρχε. Αναστατώθηκε. Πήρε ένα βέλος. Είχε σημαδέψει χιλιάδες καρδιές μ’ αυτό, μα ποτέ τη δική του. Ακούμπησε το μέταλλο στο στήθος του. Το δέρμα δεν άνοιξε αμέσως. Αντιστάθηκε, όπως αντιστέκεται ό,τι είναι ζωντανό. Δεν έσπρωξε με οργή. Μόνο με απόφαση. Η γραμμή χαράχτηκε ρηχή. Δεν υπήρξε αίμα που να στάζει, ούτε πόνος που να φωνάζει. Μόνο ένα βάρος που απλώθηκε από μέσα προς τα έξω, σαν κάτι να ρίζωνε εκεί που πριν υπήρχε μόνο απόσταση. Η ανάσα του άλλαξε. Τα φτερά του βάρυναν πριν πέσουν. Όχι σαν τιμωρία, σαν αποχαιρετισμός.
Τα πόδια του άγγιξαν τη γη, πόνεσαν. Οι πέτρες ήταν τραχιές, το σώμα του βαρύ. Ένιωσε κρύο, πείνα, κούραση. Και μέσα σε όλα αυτά, κάτι παράξενα γλυκό. Χωρίς τη μαγεία του, ο κόσμος άλλαξε. Οι έρωτες που είχαν γεννηθεί από τα βέλη του ξεθώριασαν, όχι απότομα, αλλά σαν ομίχλη το πρωί. Οι άνθρωποι έμειναν ελεύθεροι να διαλέξουν. Κάποιοι έμειναν. Άλλοι έφυγαν… Κάπου σε έναν σταθμό, ένας άντρας περιμένει κοιτάζοντας τις ράγες. Δεν έχει φτερά. Δεν έχει βέλη. Μόνο μια καρδιά που τρέμει, όπως όλες οι άλλες.

