Ο σπουδαίος ιταλικός ποδοσφαιρικός κόσμος, με τις τεχνολογίες του, τους χορηγούς του, τα γήπεδα που μοιάζουν με εμπορικά κέντρα και, πάνω απ’ όλα, τα έσοδα πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, έχει για άλλη μια φορά διερευνηθεί για φερόμενη «συνενοχή σε αθλητική απάτη». Στο βιβλίο του Gabriel Kuhn, Μια κλωτσιά στην εξουσία: Παιχνίδι και κοινωνικός αγώνας Un calcio al potere. Gioco e lotta sociale (eleuthera), αναζητούνται στο ποδόσφαιρο μπίζνες ίχνη του ποδοσφαίρου ως εργαλείου λύτρωσης και κοινωνικής μεταμόρφωσης.
του Gabriel Kuhn (*)

Σύμφωνα με πολλούς παρατηρητές, το μέλλον του οργανωμένου ποδοσφαίρου διατρέχει κίνδυνο και εξαρτάται όλο και περισσότερο από την κατανάλωση παρά από μια ισχυρή/συμπαγή ποδοσφαιρική κουλτούρα λαϊκής μήτρας. Αν το ποδόσφαιρο βγει εκτός μόδας μεταξύ των ανώτερων και μεσαίων τάξεων, είναι πιθανό οι εργατικές τάξεις να αποκλειστούν σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορούν πλέον να σώσουν τον κλάδο/την βιομηχανία από την κατάρρευση. Όπως σημείωσε ένα άρθρο στην εφημερίδα Observer τη δεκαετία του 1990: «Ο κίνδυνος είναι ότι η νέα εμπορική εκδοχή του παιχνιδιού -που επινοήθηκε για την τηλεόραση και παίζεται από αστέρες που πληρώνονται εκατομμύρια- δεν θα καταφέρει να προσελκύσει τη νέα γενιά παθολογικών καταναλωτών».37. ο Malcolm Clarke, Ο πρόεδρος της Ένωσης Οπαδών Ποδοσφαίρου/Football Supporters Association, δήλωσε στην ίδια εφημερίδα ότι «αρνούμενοι την πρόσβαση στις μάζες, οι επόμενες γενιές θα μπορούσαν στο μέλλον να διαπιστώσουν ότι το ποδόσφαιρο – το παιχνίδι του λαού – έχει καταστεί ένα άθλημα περιορισμένης απήχησης».38.
Η ποδοσφαιρική βιομηχανία, ωστόσο, συνεχίζει να αναπτύσσεται. Μεγάλοι επενδυτές έχουν παρουσιάσει διάφορες στρατηγικές για να εξασφαλίσουν ακόμη μεγαλύτερα έσοδα για τους κορυφαίους συλλόγους, διευρύνοντας περαιτέρω το χάσμα με τις χαμηλότερες βαθμίδες του επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Αθλητικοί διευθυντές μεγάλων ευρωπαϊκών ομάδων, κυρίως ο Uli Hoeneß της Bayern Munich, υποστηρίζουν εδώ και καιρό τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκή Σούπερ Λίγκας στην οποία οι καλύτεροι σύλλογοι – δηλαδή οι πλουσιότεροι – θα μπορούσαν να ενωθούν με τρόπο παρόμοιο με αυτόν των αμερικανικών αθλητικών πρωταθλημάτων. Εάν συνέβαινε ετούτο, η αποξένωση/απομάκρυνση από τις εργαζόμενες τάξεις θα ήταν πλήρης. Οι ομάδες θα απέκοπταν οριστικά τις ρίζες τους από την τοπική περιοχή και το ποδόσφαιρο θα γινόταν ένα αποκλειστικό θέαμα για τους πλούσιους, αψηφώντας το σύστημα των υποβιβασμών. Αυτό θα σήμαινε το τέλος ενός αναπόσπαστου μέρους της παραδοσιακής ποδοσφαιρικής κουλτούρας: το όνειρο ότι ένας μικρός σύλλογος μπορεί να ανέβει στην κορυφή/ψηλά χάρη στην αξία, όχι στα χρήματα. Με λίγα λόγια, οι πιο πλούσιοι και διάσημοι θα χόρευαν το επικερδές ποδοσφαιρικό τους βαλς πίσω από κλειστές πόρτες και η μετατροπή του ποδοσφαίρου από ένα λαϊκό άθλημα σε ένα καταναλωτικό αγαθό θα έφτανε στο θλιβερό του τέλος.
Ήδη σήμερα, ο λαϊκός χαρακτήρας του ποδοσφαίρου συχνά περιορίζεται σε ένα απλό διαφημιστικό τέχνασμα. Οι περισσότεροι θεατές στα μεγάλα στάδια της Ευρώπης είναι τουρίστες που ψυχαγωγούνται από ένα μικρό τμήμα οπαδών, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στο Άνφιλντ ή στο Καμπ Νόου, τα οποία διατηρούν ακόμα το «αυθεντικό πνεύμα». Πολλά εισιτήρια διαρκείας προορίζονται επίσης για χορηγούς, γεγονός που εμποδίζει τους πραγματικούς οπαδούς να παρακολουθήσουν, να πάρουν μέρος στα παιχνίδια, αφήνοντας συχνά τις θέσεις κενές.
Σχολή λαϊκού ποδοσφαίρου του Απελευθερωμένου κοινωνικού χώρου Scugnizzo Scugnizzo Liberato της Napoli
Λαϊκό τουρνουά αντί-FIFA κατά της κλοπής νερού και του αστικού εξευγενισμού στη Πόλη του Μεξικού, Città del Messico
Σε ορισμένα από αυτά τα νέα στάδια, που μοιάζουν περισσότερο με εμπορικά κέντρα, αυτό το «πνεύμα» (αυθεντικό ή μη) είναι πλέον αδύνατο να εντοπιστεί. Η διαμάχη που ξέσπασε κατά τη διάρκεια της γενικής συνέλευσης της Μπάγερν Μονάχου τον νοέμβριο του 2007 είναι ενδεικτική. Αφού ένας παλιός οπαδός παραπονέθηκε για την έλλειψη ατμόσφαιρας στο νέο Allianz Arena, ένα στάδιο αξίας 340 εκατομμυρίων ευρώ εξοπλισμένο με κάθε πιθανή παροχή/υπηρεσία (εστιατόρια, καταστήματα, παιδικούς σταθμούς, Lego World και ένα «μεγακατάστημα» των ομάδων της γηπεδούχου), ο αθλητικός διευθυντής Uli Hoeneß/ Ούλι Χένες εξαπέλυσε μια επίθεση/έναν φιλιππικό κατά της «αχαριστίας» των παραδοσιακών οπαδών, των απαρχαιωμένων εργαλείων μιας αναχρονιστικής ποδοσφαιρικής κουλτούρας, σύμφωνα με αυτόν, εμποδίων στο δρόμο ενός νέου και διαφανούς επιχειρηματικού κερδοσκοπικού μοντέλου.
Δεδομένου αυτού του πλαισίου/μέσα σε αυτό το περιβάλλον, συχνά φαίνεται κοντόφθαλμο ή υποκριτικό να εστιάζουμε την κριτική σε εταιρικές ομάδες, σε εκείνες που δεν έχουν σταθερή βάση οπαδών, όπως η Μπάγερ Λεβερκούζεν/Bayer Leverkusen – η σημαντικότερη από τις αθλητικές μεταμορφώσεις του φαρμακευτικού γίγαντα – ή η Χόφενχαϊμ/TSG Hoffenheim, ένας σύλλογος που έχει τις ρίζες του σε ένα μικρό χωριό 3.300 κατοίκων και χρηματοδοτείται από τον μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης Ντίτμαρ Χοπ/Dietmar Hopp, η οποία, μετά από μια γρήγορη άνοδο στην Μπουντεσλίγκα, ξεκινώντας από τα χαμηλότερα ερασιτεχνικά πρωταθλήματα, παραλίγο να κερδίσει το πρωτάθλημα. Όσο προβληματικά κι αν είναι αυτά τα παραδείγματα, ούτε η Λεβερκούζεν ούτε η Χόφενχαϊμ διοικούνται διαφορετικά από την Μπάγερν Μονάχου ή τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. η μόνη διαφορά είναι ότι αυτές οι τελευταίες μπορούν να ισχυριστούν προσχηματικά ένα κάποιο είδος «παράδοσης» που μπορούν στη συνέχεια να μεταπωλήσουν.
Η πίεση από την κοινή γνώμη και τις εθνικές ομοσπονδίες έχει μέχρι στιγμής εμποδίσει τη δημιουργία μιας Super League. Ωστόσο, είναι αναμφισβήτητο ότι το Champions League, που εισήχθη από την UEFA το 1992 και τροποποιήθηκε περαιτέρω το 2024, αποτελεί ήδη ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Καταργώντας τη μορφή ανοιχτής κλήρωσης και τις μεταξύ τους αναμετρήσεις του παλιού Champions League, το νέο τουρνουά εγγυάται στους κορυφαίους συλλόγους της Ευρώπης έναν ορισμένο αριθμό αγώνων κάθε χρόνο, διευρύνοντας έτσι το οικονομικό χάσμα μεταξύ αυτών και των λιγότερο τυχερών αντιπάλων τους από οικονομικής άποψης. Περισσότεροι αγώνες σημαίνουν περισσότερα χρήματα, ενώ το απρόβλεπτο, ένα κρίσιμο συστατικό εάν θέλουμε να καταστήσουμε το ποδόσφαιρο πιο ενδιαφέρον, δεν μετράει σχεδόν τίποτα πλέον. Δεν αποτελεί έκπληξη, υπό αυτή την έννοια, το γεγονός ότι οι καλύτερες στιγμές της μαγείας του ηπειρωτικού ποδοσφαίρου ήρθαν από το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, μια διοργάνωση που παραμένει ακόμη εκτός ελέγχου των εμπορικών συμφερόντων των συλλόγων. Το 1992, η Δανία ανακλήθηκε δύο εβδομάδες πριν από την έναρξη του τουρνουά ως αντικατάσταση της τότε κατεστραμμένης από τον πόλεμο Γιουγκοσλαβίας, αλλά μετά από ένα ασταθές ξεκίνημα, οι δανοί κατέληξαν να κερδίσουν το κύπελλο. Χρόνια αργότερα, το 2004, μια ομάδα όπως η Ελλάδα, ένα αουτσάιντερ 100-1 για την τελική νίκη, κατάφερε να ανατρέψει τις πιθανότητες χάρη σε μια υποδειγματική τακτική πειθαρχία και μια σειρά από παιχνίδια που νίκησε με χτυπήματα 1-0 τα οποία την οδήγησαν στην κατάκτηση του τροπαίου.
Street Futsal Lokomotiv Prenestino, του αυτοδιαχειριζόμενου κατειλημμένου κοινωνικού κέντρου Ex Snia της Ρώμης
Από την άλλη πλευρά, η απληστία των επιχειρηματιών θα μπορούσε ακόμη και να γυρίσει μπούμερανγκ. Οι μεγάλες διοργανώσεις έχουν γίνει τόσο μεγάλες που ακόμη και οι πιο ένθερμοι οπαδοί έχουν βαρεθεί. Το πρώτο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου, που διεξήχθη την περίοδο 1955-1956, περιελάμβανε 29 αγώνες. Το Champions League 2024-2025 παρήγαγε 279. Το Παγκόσμιο Κύπελλο Ανδρών του 1978 στην Αργεντινή είδε να διεξάγονται τριάντα οκτώ αγώνες. σήμερα προβλέπει εξήντα τέσσερις.
Τα συμφέροντα των χορηγών άρχισαν επίσης να επηρεάζουν σημαντικά το παιχνίδι. Μία από τις μεγαλύτερες αντιπαραθέσεις/διαμάχες συνδέθηκε με την κλήση του Ρονάλντο στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1998, παρά το γεγονός ότι οι γιατροί τον κήρυξαν ρητά ακατάλληλο για παιχνίδι, δεν ήταν σε θέση να παίξει. Τόσο η Βραζιλία όσο και ο Ρονάλντο είχαν υπογράψει εξαιρετικά επικερδή συμβόλαια με τη Nike, σε τέτοιο βαθμό που η φημισμένη αθλητική μάρκα φέρεται να πίεσε τους αξιωματούχους της εθνικής ομάδας της Βραζιλίας, απαιτώντας από τον Ρονάλντο να κατέβη στον αγωνιστικό χώρο πάση θυσία. Τελικά, ο επιθετικός φάνηκε εκτός φόρμας και η Βραζιλία έχασε με 3-0 από τη Γαλλία.
Τα εταιρικά συμφέροντα κυριαρχούν και στον τομέα του merchandise, των θεματικών προϊόντων. Μεταξύ των παραδόσεων του ποδοσφαίρου είναι αναμφίβολα αυτή των οπαδών που φορούν τη φανέλα της ομάδας τους. Σήμερα, πολλές ομάδες κυκλοφορούν δύο ή τρεις διαφορετικές φανέλες κάθε χρόνο. Επιπλέον, το λογότυπο του κύριου χορηγού της ομάδας είναι πάντα κολλημένο σε ολόκληρο το στήθος. Πρακτικά, από αυτή την άποψη, οι οπαδοί δεν κάνουν άλλο από το να πληρώνουν ένα σωρό χρήματα για να λειτουργούν ως κινούμενες διαφημιστικές πινακίδες υπέρ των μεγάλων εταιρειών.
Ο Ρονάλντο, για άλλη μια φορά, βρέθηκε στο επίκεντρο μιας από τις πιο κραυγαλέες απάτες δεμένες με ποδοσφαιρικές εμφανίσεις: όταν η Ίντερ τον προσέλαβε το 1997, καμία φανέλα με τον συνηθισμένο αριθμό του, το 9, δεν ήταν ακόμη διαθέσιμη. Αφού χιλιάδες κάλπικες φανέλες είχαν ήδη πωληθεί, ο σύλλογος αποφάσισε να παρατάξει τον Ρονάλντο με τον αριθμό 10, ώστε να συνεχίσει να επωφελείται από τις πωλήσεις.
Ακόμα μεγαλύτερη ήταν η επίδραση της τηλεόρασης. Το γεγονός ότι ορισμένοι σημαντικοί αγώνες στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 διεξήχθησαν στoν καύσωνα του μεξικάνικου μεσημεριού, μόνο για να μπορέσουν οι ευρωπαίοι να παρακολουθήσουν άνετα το παιχνίδι στο τέλος της ημέρας, φαίνεται ένας σχετικά ακίνδυνος ελιγμός σε σύγκριση με τις τεράστιες αλλαγές που επήλθαν στη συνέχεια στο πρόγραμμα αγώνων σε όλο τον κόσμο. Μέχρι τη δεκαετία του 1990, πολλά πρωταθλήματα έπαιζαν τους αγώνες τους με έναν ακριβή προγραμματισμό, σάββατο ή κυριακή. όλοι οι αγώνες ξεκινούσαν και τελείωναν την ίδια ώρα. Σήμερα, οι αγώνες κατανέμονται σε όλη την εβδομάδα και σε διαφορετικές ώρες, για να εξυπηρετήσουν την τηλεοπτική μετάδοση. Αυτή η μεταμόρφωση μειώνει μόνο τον αυξανόμενο ενθουσιασμό που είναι χαρακτηριστικό τις παραμονές έναρξης του πρωταθλήματος, για να μην μιλήσουμε για τον αντίκτυπο στην αμεροληψία της διοργάνωσης. Ακόμα χειρότερα, καθιστά ακόμη πιο δύσκολο για τους λιγότερο εύπορους να φτάσουν στο γήπεδο. Πώς μπορείς να πας από το Βερολίνο στο Φράιμπουργκ ή από το Νιούκαστλ στο Λονδίνο για έναν αγώνα δευτέρας το βράδυ, όταν οι ώρες εργασίας σου πηγαίνουν από τις 9:00 π.μ. έως τις 5:00 μ.μ.;
Φυσικά, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην υιοθετήσουμε μια αφελώς παραδοσιακής φύσεως στάση. Τα ρεφρέν για τις «παλιές καλές μέρες» είναι εξίσου βαρετά στο ποδόσφαιρο όσο και στη ζωή, και τα συνθήματα όπως «ο παλιός τρόπος» ή «όχι στο σύγχρονο ποδόσφαιρο», πανταχού παρόντα σε όλα τα ευρωπαϊκά στάδια, συχνά ανήκουν στο ρεπερτόριο των δεξιών «αντικαπιταλιστών». Η καινοτομία είναι θετική, και στο ποδόσφαιρο. Όπως ακριβώς δεν είναι όλες οι πτυχές της εμπορευματοποίησης απαραίτητα αρνητικές. Δεν υπάρχει αμφιβολία, για παράδειγμα, ότι έχει συμβάλει σε μεγαλύτερη ποικιλομορφία στις κερκίδες όσον αφορά το φύλο και τη φυλή. υπάρχει λίγο από ρομαντισμό να θυμόμαστε ένα αποκλειστικά λευκό και ανδρικό στάδιο, ανεξάρτητα από την ταξική καταγωγή. Ο στόχος, υπό αυτή την έννοια, πρέπει να είναι η εύρεση μιας καινοτομίας ικανής να αμφισβητήσει τη μισαλλοδοξία, τη στενοκεφαλιά που είναι χαρακτηριστική της ποδοσφαιρικής κουλτούρας χωρίς να παραδίδει το παιχνίδι στα συμφέροντα των μεγάλων εταιρειών. Τα κοινωνικά προβλήματα εντός των λαϊκών τάξεων δεν λύνονται αποκλείοντας τους απλούς ανθρώπους, αλλά δίνοντάς τους την ευκαιρία/τη δυνατότητα να συμμετέχουν στη διαχείριση του παιχνιδιού.
Και οι συντηρητικές αξίες χρησιμοποιούνται στον αγώνα κατά της εμπορευματοποίησης, όταν οι παίκτες επαινούνται επειδή προτιμούν την «τιμή» του να παίζουν για «τη χώρα τους» παρά για τα συμφέροντα των συλλόγων τους. Εκτός από το γεγονός ότι όλοι οι μεγάλοι πρωταθλητές κερδίζουν αρκετά σημαντικά χρήματα για να παίξουν για την εθνική ομάδα, είναι δύσκολο να θεωρήσει κανείς τον εθνικιστικό ζήλο ανώτερη αρετή από την φυλαργυρία. Από αυτή την άποψη, ένα συμπαθητικό περιστατικό συνέβη στην ιστορία του αυστριακού ποδοσφαίρου το 1995: κατά τη διάρκεια ενός θεαματικά άνισου αγώνα Κυπέλλου Uefa μεταξύ της Αούστρια Βιέννης και της FK Ganja του Αζερμπαϊτζάν, οι αυστριακοί οπαδοί βαρέθηκαν τόσο πολύ που ξαφνικά ξέσπασαν σε μια σειρά από συνθήματα για τη Στεάουα Βουκουρεστίου, προσεχούς αντιπάλου της αντίζηλου/ανταγωνίστριας Αούστρια Σάλτσμπουργκ την επόμενη μέρα. Το πιο αστείο ήταν οι απεγνωσμένες προσπάθειες των αυστριακών σχολιαστών και των αξιωματούχων του ποδοσφαίρου να καλύψουν την σαφή περιφρόνηση που έδειχναν οι οπαδοί για την «εθνική ενότητα».
(*) Κείμενο και φωτογραφίες παρμένα-ες από: https://comune-info.net/la-mercificazione-del-calcio
Μιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος

