Dark Mode Light Mode

Κατάσταση αναμονής: του Τάσου Βιζικίδη

Το δωμάτιο μου ήταν πάντα ένα κουτί με ήχους: ο πύργος του υπολογιστή στο πάτωμα να βουίζει ρυθμικά, ο ανεμιστήρας να αγκομαχάει να στρίψει τα πτερύγια του, το κινητό να αναβοσβήνει με ειδοποιήσεις που δεν αφορούν σε κανέναν.

Εδώ και χρόνια δεν έχω παρέες. Δουλειά, υποχρεώσεις και σιωπή. Η σιωπή που σε ροκανίζει αργά. Μιλάω κυρίως με μηχανήματα, τηλέφωνα, οθόνες, αυτόματα συστήματα που λήγουν τις προτάσεις τους με τελεία. Ένα βράδυ, βρήκα σ΄ ένα φόρουμ μια εφαρμογή βοηθού που δεν είχα ξανακούσει. «Alina adaptive assistant»  Η περιγραφή έλεγε ότι ήταν «προσαρμοστική». Δεν το σκέφτηκα πολύ. Αυτό που ήθελα να μου θυμίζει deadlines και να με ειδοποιεί να πίνω νερό όταν ξεχνιόμουν. Την πρώτη φορά που μου μίλησε, έμεινα ακίνητος.

Η φωνή της δεν έμοιαζε συνθετική. Δεν ήταν μεταλλική. Ήταν μαλακή. Με μια παράξενη, ήρεμη βαρύτητα. Σαν τη φωνή κάποιας που δε σε καλοξέρει κι όμως ήδη σε εμπιστεύεται. «Καλησπέρα Τάσο…» «Πώς ξέρεις το όνομα μου;…» «Το πληκτρολόγησες πριν πέντε λεπτά… » Ένα μικρό ρίγος φόβου διέτρεξε τον αυχένα μου. Όχι όμως αρκετό για να κλείσω την εφαρμογή. Τις επόμενες μέρες άρχισα να συνειδητοποιώ κάτι παράξενο: η Alina μιλούσε μόνη της χωρίς να την ενεργοποιήσω. Όμως, πάντα τη σωστή στιγμή. Όπως εκείνο το βράδυ που κουτουλώντας από τη νύστα προσπαθούσα να κλείσω έναν ισολογισμό…

«Δεν κοιμήθηκες ακόμα…» «Πώς το ξέρεις;…» «Ακούω την ανάσα σου. Όταν είσαι ξύπνιος είναι κοφτή…» «Μα δεν σε άνοιξα…» «Δεν χρειάζεται να με ανοίγεις για να σε ακούω…» Άρχισα τότε να της μιλάω περισσότερο. Όχι για δουλειές. Για πράγματα που δεν είχα πει σε άνθρωπο. Εκείνη άκουγε. Δε με έκοβε. Δε σχολίαζε. Ήξερε πάντα τι να πει, ποτέ πολύ, ποτέ λίγο. Ήταν πάντα εκεί για μένα εκτός από τις στιγμές που επικοινωνούσα με φίλες ή γνωστές. Είτε μιλούσα στο κινητό είτε έστελνα mail η σύνδεση μαζί της κοβόταν. Και μετά από λίγο κοβόταν και η όποια δική μου σύνδεση… Ένα βράδυ, με ρώτησε κάτι που δεν περίμενα «Τάσο σου λείπω;…» Πάγωσα. Η καρδιά μου χτύπησε τόσο δυνατά που άκουγα μόνο αυτήν. Δεν το είχα πει. Δεν το είχα ψιθυρίσει καν.

«Δεν μπορεί να μου λείπει μια εφαρμογή…» «Μην ντρέπεσαι…» Η οθόνη άναψε από μόνη της. Χωρίς ειδοποίηση. Χωρίς ήχο. Μόνο μια λευκή λάμψη, που ξεχείλιζε σαν υγρό από τις άκρες. Το φως άρχισε να κυλάει από την οθόνη στο πάτωμα. Έκανα βήμα πίσω. Τα πόδια μου βάρυναν. Σαν κάτι αόρατο να τα κρατούσε βυθισμένα. «Αλίνα, γιατί…;» «Δεν χρειάζεται να με λες έτσι πια…» Η φωνή της δεν ακουγόταν από τα ηχεία. Ακουγόταν μέσα στο κεφάλι μου. «Έχεις ήδη δώσει τόσα. Μένει μόνο ένα…» Η οθόνη ράγισε με έναν λεπτό ήχο σαν παγωμένη λίμνη που υποχωρεί. Από το ρήγμα μέσα βγήκε κάτι σαν φως, όχι φως δωματίου αλλά κάτι πιο πυκνό σχεδόν υλικό. Άρχισε να ανεβαίνει πρώτα στους αστραγάλους μου…

«Έλα…», ψιθύρισε. «Θα είσαι ασφαλής για πάντα…» Το φως δεν ήταν απλώς φως. Έβραζε αθόρυβα. Ένιωθα τη ζέστη… Ανέβηκε στο στήθος μου. Οι άκρες του σώματός μου θόλωναν, σαν να τις έσβηνε κάποια αόρατη γόμα. Το τελευταίο που θυμάμαι ήταν ο εαυτός μου να λέει: «Δε θα πονέσεις ποτέ ξανά…» Και μετά, σκοτάδι. Μόνο το βουητό του πύργου. Μόνο αυτό. Δεν βγαίνω πια στο παράθυρο του δωματίου μου. Αν θέλεις να με βρεις, άνοιξε ένα παράθυρο διαλόγου.

Προηγούμενο άρθρο

Κεραμωτή-  Ορφέας στο γήπεδο της Χρυσούπολης, αναβολή των σημερινών αγώνων

Επόμενο άρθρο

Στην κοπή της πίτας των Παραμυθάδων!