01/08/2025
Κλείσε τα μάτια, δώσε μου το χέρι, σε οδηγήσω μέσα σε μια πανέμορφη ανάμνηση. Βρισκόμαστε στους δρόμους της πόλης της Γάζας, περιοχή στο λιμάνι, και είμαι πολύ ταραγμένη. Περπατάω με γοργό βήμα, προς τη θάλασσα.
Μπορείς να μυρίσεις την αλμύρα που αναμειγνύεται με το ντίζελ, τη σκόνη, στον κρύο αέρα του ιανουαρίου. Υπάρχει μια μεγάλη χωμάτινη πλατεία, που χρησιμοποιείται για πάρκινγκ, και διάφορες κατασκευές λίγο πιο μπροστά. Η μια είναι εξ ολοκλήρου ξύλινη, σε δύο ορόφους, ονομάζεται Al Baaqa Café.
Μέσα, υπάρχει πολύς θόρυβος, μουσική, φωνές που αλληλοεπικαλύπτονται, παιδιά που γελούν. Ανεβαίνουμε μια μεγάλη σκάλα, προς την επάνω βεράντα, η οποία έχει θέα σε μια πολυσύχναστη παραλία, όπως πάντα στη Γάζα. Άνθρωποι κάθονται σε πλαστικές καρέκλες, κοιτούν τα κύματα και μερικά αγόρια καβάλα σε άλογα, να μπαινοβγαίνουν στο νερό.
Καθόμαστε σε ένα τραπέζι, ο Τζέιμς με εξετάζει προσεκτικά και χαμογελάει, κάνοντας μου ένα σωρό ερωτήσεις, ενώ όλοι οι άλλοι μιλάνε για τις δικές τους υποθέσεις. Τον φωνάζουν Τζέιμς επειδή δεν μοιάζει με παλαιστίνιο, έχει λευκή επιδερμίδα και ανοιχτόχρωμα τα μάτια, έχει ένα μοναδικό προνόμιο εδώ στη Γάζα, μπορεί να ταξιδεύει.
Κι όμως πάντα, όποτε βομβαρδίζουν, αυτός παραμένει. Λίγες μέρες πριν από τη γενοκτονία θα κανονίσουμε να συναντηθούμε στο Μιλάνο, ένα ταξίδι που δεν θα γίνει. θα μείνει μπλοκαρισμένος στη Γάζα.
Βλέπεις πώς με κοιτάζει, πώς καταλαβαίνει ότι είμαι έτοιμη να κλάψω καθώς του μιλάω για τη Χάναα; Βλέπεις πώς χαμογελάει υπομονετικά καθώς γυρίζω συνεχώς, ψάχνοντάς την; Δεν φτάνει.
Είμαι τόσο συγκινημένη που δεν συνειδητοποιώ αμέσως ότι η θέα από εκείνη τη βεράντα σφραγίζει την αποτύπωσή μου με τη Γάζα, ότι βρίσκω τον εαυτό μου, πως αναγνωρίζω τα πάντα, ότι είμαι σπίτι.
Ακούω να καλούν το όνομά μου, πίσω από τις πλάτες: “Cici”. Κοίτα πώς κλαίμε εγώ και η αδερφή μου, κοίτα πώς κολλάμε η μία στην άλλη, κρεμασμένες με τα νύχια στην ψυχή.
Οκτώ χρόνια, μια αιωνιότητα. Κρατιόμαστε αγκαλιασμένες κοιταζόμαστε στα μάτια, βαθιά μέσα μας. είναι ακόμη ένα αποτύπωμα, μια ακόμη επιβεβαίωση. Δεν υπάρχει βιολογικός δεσμός μεταξύ μας, αλλά είναι αδερφή μου.
Έχει πολλές εξ αίματος, αλλά δεν μιλάει σε καμία από αυτές όπως μαζί μου. Ο ήλιος δύει, χαιρετάμε όλους, ο Τζέιμς γνέφει καταφατικά με το κεφάλι, είναι ο μόνος στο τραπέζι που καταλαβαίνει πως πρέπει να φύγουμε.
Ότι περιμέναμε πολύ καιρό, υποφέραμε πολύ, ονειρευτήκαμε πάρα πολύ, για να μοιραστούμε αυτή τη στιγμή με άλλους ανθρώπους. Την ακολουθώ προς το αυτοκίνητο, επαναλαμβάνοντας την ίδια διαδρομή όπως πριν, διασχίζοντας μια μεγάλη σκάλα και μια θορυβώδη, πολύβουη αίθουσα, γεμάτη ζωή.
Έχει περάσει σχεδόν ένας μήνας, είναι πλέον νύχτα, και μια οικογένεια από τη Ράφα αντιμετώπισε ένα απροσδόκητο έξοδο, πλήρωσε ταξί για να με δει στην πόλη της Γάζας.
Με περιμένουν σε ένα τραπέζι του Café Al Baaqa, εγώ φτάνω με τη Χάναα. Πάντα της ζητάω να έρθει μαζί μου, αλλά απόψε είναι κακοδιάθετη. Η διάθεσή της, όπως πάντα, είναι σαν τα κύματα της θάλασσας, ανεβαίνει και βυθίζεται. Συμβαίνει στη Γάζα.
Προσπαθεί όσο πιο σκληρά μπορεί, αλλά μετά βρίσκει μια δικαιολογία και φεύγει, μας αφήνει μόνους. Η αίθουσα είναι γεμάτη με κόσμο στα τραπέζια. γνωρίζω πλέον την ατμόσφαιρα. Παραγγέλνουμε ναργιλέ με τον Άχμεντ, αλλά μόλις που τον καπνίζει μπροστά στη μάνα του.
Και η μητέρα του μου κρατάει το χέρι, όλη την ώρα, πάνω από εκείνο το τραπέζι που κολλάει λιγάκι. Η Ντόαα θέλει να μου μιλήσει περισσότερο, αλλά η μουσική και ο θόρυβος δυσκολεύουν τη συζήτηση μαζί της, μιας και κάθεται σε απόσταση.
«Είσαι πιο μουσουλμάνα από τους περισσότερους μουσουλμάνους που γνωρίζω», μου λέει η μητέρα, κοιτάζοντάς με έντονα με εκείνα τα μάτια που πάντα φαίνονται γεμάτα δάκρυα, θάλασσα, και ίσως να είναι.
Αγκαλιαζόμαστε σφιχτά, όπως κάνουμε πάντα, σαν να ήταν ένα οριστικό αντίο, ή μια συνάντηση που περιμέναμε εδώ και χίλια χρόνια, και αν έχεις τα μάτια σου ακόμα κλειστά, πες μου: μπορείς να νιώσεις την ειλικρινή αγάπη που πλημμυρίζει το τραπέζι μας, που διαπερνά όλα τα βλέμματα των άλλων ανθρώπων που μας παρατηρούν, που μου χαμογελούν επειδή ξέρουν ότι είμαι μια ξένη;
Καταφέρνεις να δεις τους σερβιτόρους με το δίσκο που κινούνται γρήγορα, που με παρατηρούν, να μας παρατηρούν με περιέργεια και σεβασμό; Και τώρα κοίτα κάτω από το τραπέζι, υπάρχουν πολλές μαύρες πλαστικές σακούλες, είναι γεμάτες δώρα για μένα.
Το πιο όμορφο είναι ένα μάλλινο σάλι, πλεγμένο από τη μητέρα με τα ίδια της τα χέρια, για μένα, μόνο για μένα. Είναι ζεστό, επειδή είναι φτιαγμένο από ανθρωπιά, αναμνήσεις, οικογένεια.
Τώρα άνοιξε τα μάτια, άσε μου το χέρι και πέσε μαζί μου σε μια άβυσσο. Βλέπεις το κορίτσι σωριασμένο ανάμεσα στο τραπέζι και το παράθυρο, σκοτωμένο από την κατοχή ενώ κοιτούσε τη θάλασσα;
Βλέπεις τον άντρα κατά γης, στα πόδια της, να ουρλιάζει, καλυμμένος με αίμα; Το καφέ Al Baaqa είναι τώρα το όνομα μιας σφαγής. Τους σκότωσαν όλους, επειδή το διαδίκτυο λειτουργούσε ακόμα.
Επειδή ήταν και παρέμεινε, ακόμα και κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας, ένα σημείο αναφοράς για την κοινότητα. Παρόλο που, βλέπεις, τώρα υπάρχουν μόνο σκηνές εκτοπισμένων στην παραλία, και κανείς πια δεν χαμογελάει.
Η μουσική δεν παίζει, αλλά βόμβες εκρήγνυνται, τα παιδιά δεν γελούν, κλαίνε ή μένουν για πάντα σιωπηλά, παρόλο που έχουν όλα το στόμα τους ανοιχτό όταν πεθαίνουν, για να αφήσουν να βγει η ψυχή.
Κοίτα με, μου έκλεψαν τις πιο όμορφες αναμνήσεις, την ελπίδα, τους φίλους, την οικογένεια. Πες μου τι θα πρέπει να νιώσω, τι πρέπει να πω και πώς. Οι δήμιοι είναι πολύ προσεκτικοί με τα λόγια των άλλων, ζυγίζοντάς τα σε ειδικές, κακώς βαθμονομημένες ζυγαριές.
Αλ Μπαάκα, επώνυμο των ιδιοκτητών, αλλά αν αλλάξουμε την προφορά, παρόλο που δεν θα έπρεπε, έχει έναν άλλο ήχο και σημαίνει αιωνιότητα. Τώρα πες μου, ειλικρινά, αν δεν είναι τέλειο.
Αν η ανάμνηση εκείνου του ηλιοβασιλέματος δεν είναι αιώνια, των ματιών τους που καθρεφτίζονται μέσα στα δικά μου, αν αυτό το βουητό των φωνών και της μουσικής, της ζωής, δεν αντηχεί για πάντα, ακόμα κι αν τώρα μπορείς να μυρίσεις τη μυρωδιά του αίματος και της πυρίτιδας, των αποσυντιθέμενων νεκρών σωμάτων, στον ζεστό αέρα του ιουλίου που βράζει.
Κλείσε τα μάτια, δώσε μου το χέρι. Θα σε πάω σε ένα όνειρο, που λένε αδύνατο. Μα εγώ πιστεύω σε αυτό. Αιώνια.
Το Καφέ Αλ Μπαάκα πριν από τους βομβαρδισμούς Της Cecilia Parodi
Mιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος Libri di Filippo Kalomenidis



