Μπαλζάκ: οι φιλοδοξίες πηγή αυταπατών

 Μπαλζάκ: οι φιλοδοξίες πηγή αυταπατών

Γράφει από το Παρίσι ο Μιχάλης Μαυρόπουλος


Ποιός δεν άκουσε ή δεν είδε τυπωμένο έστω και μια φορά στην ζωή του το όνομα Μαρξ; Δυο άλλοι άνθρωποι, μορφές των γραμμάτων, βεβαίως ολιγότερον γνωστοί, είναι οι συγγραφείς ο Γάλλος Ονορέ ντε Μπαλζάκ και ο Βρετανός Κάρολος Ντίκενς. Ο Μαρξ, πασίγνωστος Γερμανός οικονομολόγος-κοινωνιολόγος και επαναστάτης, ο δεύτερος και ο τρίτος παγκοσμίου ολκής συγγραφείς. Και  οι τρεις, μεταξύ πολλών άλλων πνευματικών ανθρώπων, συμμετείχαν στην διάρκεια του 19ου αιώνος στην διαμόρφωση διανοητικώς και κοινωνικοπολιτικώς της Ευρώπης. Ο Μάρξ με την μελέτη του «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» (Η Κομμούνα των Παρισίων) διεκήρυξε ότι η δικτατορία του προλεταριάτου (πολυσυζητημένη, αμφισβητούμενη και περιπεσούσα εις λήθην σήμερον) και η μετέπειτα εγκατάσταση μιας πιο δίκαιης κοινωνίας (προοπτική ευκταία πλην απομεμακρυσμένη προς το παρόν), θα μπορούσε να είναι μια λύση του κοινωνικού προβλήματος που στηρίζεται στις ανισότητες χρήματος και τάξεως. Ο Μπαλζάκ με την «Ανθρώπινη Κωμωδία» και το γνωστό σε πολλούς δημοφιλές μυθιστόρημα «Χαμένες αυταπάτες», κατήγγειλε την ηθικοπολιτική σήψη της κοινωνίας που δεν λατρεύσει παρά τον Μαμωνά, θεό του πλούτου. Ο Ντίκενς με τις «Μεγάλες προσδοκίες» και τον «Όλιβέρ Τoυiστ», περιέγραψε την μαύρη μοίρα των φτωχών και την σαπίλα της βικτωριανής Αγγλίας στην οποία όμως φιλοδοξούσε να ανήκει. Τα βιβλία τους σημάδευσαν τις προ δεκαετίες αναγνώσεις μας, ακόμα και σήμερα δεν ξεχνιούνται.

Στους γαλλικούς κινηματογράφους προβάλλεται από τις 20 Οκτωβρίου το φιλμ «Χαμένες αυταπάτες» (γαλλιστί «Illusions perdues») βασισμένο στο βιβλίο του Γάλλου μυθιστοριογράφου.

Η προβολή του στις σκοτεινές συνετέλεσε ώστε να αυξηθούν  εικοσινταπλασίως (25) οι πωλήσεις του βιβλίου σε συγκρίση με τον συνήθη αριθμό των αγορασθέντων τόμων. Είχα την ευκαιρία να δω την ταινία και χωρίς να είμαι επ’ ουδενί λόγω κριτικός κινηματογράφου, κρίνω σκόπιμο να πω δυο λόγια για το έργο. Ιδού εν συντομία η ιστορία:

Ο Λουσιέν (Lucien), επαρχιώτης  νέος και άγνωστος ποιητής στην Γαλλία του 19ου αιώνος φιλοδοξεί να σφυρηλατήσει το πεπρωμένο του στον τομέα των γραμμάτων. Είναι η εποχή  των ετών 1815-1830: η αυτοκρατορία του Ναπολέοντος αντικαθίσταται από την μοναρχία αποκληθείσα Παλινόρθωση (γαλλιστί Restauration) με τους βασιλείς Λουδοβίκο 18ο και τον Σάρλ 10ο που διοικεί την χώρα από το 1824, προσπαθώντας να σταθεροποιήσει την εξουσία του ευνοώντας μεγάλως την κατέχουσα ήδη τον πλούτο αστική τάξη που αναπτύσσεται ραγδαίως. Με ένα νομοθετικό διάταγμα την 25η Ιουλίου 1830 ο μοναρχικός Γάλλος ηγέτης αποπειράται ένα ούτως ειπείν νομοθετικό πραξικόπημα. Αντιδρώντας ο λαός του Παρισιού εξεγείρεται, στήνει οδοφράγματα στους δρόμους και ορθώνεται ενάντια στους στρατιωτικούς. Είναι η επανάσταση των τριών ημερών 27, 28 και 29 Ιουλίου 1830 προηγηθείσα εκείνης του 1848.

Ευρεθείς μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα των γεγονότων, ο Λουσιέν ολομόναχος στο Παρίσι, έχοντας σαν προστάτη και ερωμένη, ενίοτε εκ του μακρόθεν ενίοτε εκ του πλησίον, μια ύπανδρο αριστοκράτισσα της γενέτειρας επαρχίας του, ονειρεύεται να αναγνωρισθεί και να επιβληθεί στους καλλιτεχνικούς και λογοτεχνικούς κύκλους της μυθώδους τότε πόλεως του φωτός. Προς τούτο συνδέεται με τους έχοντες την  φήμη αντιμοναρχικούς διανοούμενους αργότερον όμως παλινδρομεί και μεταπηδά στους μοναρχικούς, σύνηθες φαινόμενο  εκείνης της εποχής. Καθημερινώς συχνάζει ώρες και ώρες στα δημοσιογραφικά γραφεία πίνοντας δυνατά οινοπνεύματα, καταναλώνοντας ναρκωτικά και συζητώντας ατελείωτα για λογοτεχνία με τους Παρισινούς συναδέλφους του, τις δε νύχτες  τις  περνά με τις γυναίκες του αγοραίου έρωτα μία εκ των οποίων  ερωτεύεται. Αυτή η άτακτη μα άκρως ενδιαφέρουσα και αεικίνητος ζωή σημαδεμένη από το πάθος του γράφειν και του δημοσιεύειν θα του δώσει την ευκαιρία να ανακαλύψει τα παρασκήνια μιας κοινωνίας, που αφιερώνει τα πάντα στο κέρδος, στο χρήμα, που υποκρίνεται τον απατηλό σεβασμό, τον μαïμουδίστικο θαυμασμό και κυρίως την ικανότητα να ελίσσεται με επιτηδειότητα για να–όπως λέμε—ανέβει κοινωνικοχρηματικώς χρησιμοποιούσα ψεύτικα προσχήματα. Μια κοινωνία όπου τα πάντα πουλιούνται και αγοράζονται, οι εφημερίδες και η λογοτεχνία, η πολιτική και τα συναισθήματα, οι υπολήψεις και οι έρωτες, ακόμη και η άδολη αγάπη. Ο Λουσιέν θα ερωτευθεί, θα υποφέρει και τελικώς θα επιζήσει των ψευδαισθήσεων του.

Οι σκηνές του τυπογραφείου όπου ο ήρωας της ταινίας ξημεροβραδιάζεται με τους εργάτες Τύπου και με τους δημοσιογράφους, προκάλεσαν το έντονο ενδιαφέρον μου, δεν  έχασα στιγμή από την αλληλοδιαδοχή τους. Ξαναέζησα δια μέσου της οθόνης αυτή την ατμόσφαιρα του εργαστηρίου με το σιωπηλό πήγαινε – έλα των τυπογράφων, την χειροκίνητη  ενεργοποίηση του τεραστίου τροχού ενεργούντος σαν πιεστήριο, την με βάση μολύβδου κατασκευή των σελίδων. Επ’ ευκαιρία αναθυμήθηκα  την εργασία μου τεσσάρων ετών στις εφημερίδες της Καβάλας και σχεδόν τα τριάντα χρόνια που υπηρέτησα τον αριστερό περιοδικό και καθημερινό γαλλικό Τύπο με τις αξέχαστες μεταμεσημβρινές συνεδριάσεις συντάξεως διανθισμένες με έντονες διαφορετικές αντιλήψεις επί της επικαιρότητος.

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, θα αναφερθώ με δυο λόγια στον Ονορέ ντε Μπαλζάκ. Είχε διφορούμενες πολιτικές ιδέες, πρέσβευε και περιέγραψε θεσπέσια την τότε υπάρχουσα κοινωνία, ένα αμάλγαμα  αριστοκρατίας διακρινόμενη για το γόητρό της (εξ ου και το μόριο «ντε» συνοδεύον το επώνυμό του) και  μπουρζουαζίας που κατέχει, διαχειρίζεται και ανταλλάσσει το χρήμα στοχεύουσα το κέρδος. Παρ’ όλον ότι ήταν οπαδός του μοναρχικού καθεστώτος, δεν δίσταζε να καταγγείλει τις διαστροφές της εξουσίας και να υπερασπισθεί τους εργάτες. Ταξικώς κατήγετο από επαρχιακή μικροαριστοκρατική οικογένεια και σε ηλικία 16 ετών  εγκαταστάθηκε στο Παρίσι εξασκώντας διάφορα νομικής φύσεως επαγγέλματα, αγαπούσε δε ιδιαιτέρως την τυπογραφία εξ ου η εκλογή του να προσπαθήσει να γίνει ο ίδιος ιδιοκτήτης τυπογραφείου. Προς τούτο χρεώθηκε υπερβολικώς και υπήρξε θύμα των κεφαλαιούχων στους οποίους απηυθύνετο. Το μυθιστόρημα «Χαμένες  αυταπάτες» δημοσιεύθηκε μεταξύ των ετών 1837—1848, τρία χρόνια δε αργότερα ο δημιουργός της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» άφηνε σχετικώς νέος τα εγκόσμια σε ηλικία 51 ετών. Σύμφωνα με τους ειδήμονες είχε εύθραυστη ζωή, ειργάζετο αδιακόπως, ήταν δε μέγας καφεπότης , έπινε 6 μ ε 8 φλιτζάνια ημερησίως. Τελικώς η ζωή του σημαδεύτηκε από την ταραχώδη περίοδο των ετών 1815—1848,  το τελευταίο αυτό έτος χαρακτηρισθέν από τους ιστορικούς σαν η  Άνοιξη των ευρωπαïκών λαών λόγω των διαδοχικών εξεγέρσεών τους.

Διαβάστε επίσης