Θα το λέμε ξένα και ξανά, θα το φωνάζουμε με κάθε τρόπο… Το θύμα δεν ευθύνεται ποτέ για τη βία που δέχεται. Ποτέ. Κάθε φορά που μια γυναίκα κακοποιείται ή δολοφονείται, ακούμε τα ίδια ερωτήματα: «Γιατί δεν έφυγε; Γιατί δεν τον κατήγγειλε;». Όμως η πραγματικότητα της κακοποίησης είναι πολύ πιο σύνθετη από όσο φαίνεται απ’ έξω.
Η χρόνια έκθεση στον φόβο, στις απειλές, στον έλεγχο και στην ψυχολογική βία μπορεί να οδηγήσει σε αυτό που στην ψυχολογία ονομάζουμε μαθημένη αβοηθησία: μια κατάσταση στην οποία το θύμα, μετά από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες αδυναμίας και ματαίωσης, αρχίζει να πιστεύει ότι τίποτα από όσα κάνει δεν μπορεί πραγματικά να αλλάξει την κατάσταση ή να το προστατεύσει. Γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι «γιατί δεν έφυγε;». Και δυστυχώς, πολλές γυναίκες δολοφονήθηκαν ακριβώς όταν προσπάθησαν να φύγουν. Άλλες αφού χώρισαν. Άλλες ενώ είχαν ήδη ζητήσει βοήθεια. Άλλες αφού είχαν καταγγείλει τον κακοποιητή τους. Ας σταματήσουμε, λοιπόν, να ψάχνουμε τι δεν έκανε το θύμα. Η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά στον δράστη.
Και την ίδια στιγμή, δεν μπορούμε να αγνοούμε ότι το σύστημα προστασίας εξακολουθεί να έχει σοβαρά κενά, τα οποία συχνά ενισχύουν την αίσθηση αβοηθησίας και ανασφάλειας των γυναικών όταν προσπαθούν να ζητήσουν βοήθεια. Ως κοινωνία έχουμε συλλογική ευθύνη: να μην συνηθίζουμε τη βία, να μην τη δικαιολογούμε, να μην τη θεωρούμε «ιδιωτική υπόθεση». Να ενεργοποιούμαστε όταν τη βλέπουμε δίπλα μας και να στηρίζουμε τις γυναίκες που βρίσκονται σε κίνδυνο, ώστε να μπορούν να μιλήσουν και να καταγγείλουν με μεγαλύτερη ασφάλεια και λιγότερο φόβο. Η ερώτηση λοιπόν δεν είναι «γιατί δεν έφυγε», αλλά «γιατί δεν μπορούσε να φύγει» και κυρίως γιατί δεν μπορούμε εμείς ως κοινωνία και πολιτεία να της προσφέρουμε ασφάλεια, λύσεις, διεξόδους..
Λιάνα Δουτσίνη
Κοινωνική Λειτουργός

