Μια ομάδα από ανθρώπους λάτρεις της φύσης και του λύκου έγραψε μια ανοιχτή επιστολή με τίτλο «Αρκετά με τις ψεύτικες ειδήσεις σχετικά με τον λύκο» για να αμφισβητήσει, να θέσει υπό συζήτηση την εικόνα, που τροφοδοτείται από αβάσιμο συναγερμό [a], και η οποία γίνεται αντιληπτή από το ευρύ κοινό να είναι αποκλειστικά εκείνη του κακού λύκου. Είναι απαραίτητο να επαναλάβουμε μια απλή πραγματικότητα, αναφέρει η επιστολή, η οποία συγκεντρώνει διαφορετικές παρεμβάσεις που υπογράφονται από διάφορους συλλόγους: ο λύκος είναι ένας θηρευτής ο οποίος, αν αφεθεί στην ησυχία του, δεν αποτελεί κίνδυνο για τον άνθρωπο, επειδή οι λύκοι δεν τον αντιλαμβάνονται ως πιθανό θήραμα.
“Είναι καιρός να εγκαταλείψουμε την εικονοποιία, το φαντασιακό του λύκου ο οποίος τρώει γιαγιάδες και ανυπεράσπιστα κορίτσια που πρέπει να σωθούν από τον άντρα οπλισμένο με τουφέκι, και να αφηγηθούμε στα παιδιά άλλες εκδοχές και άλλες ιστορίες – γράφει η Μπρούνα Μπιάνκι, Bruna Bianchi, μία από τους συγγραφείς της ανοιχτής επιστολής – που να τα βοηθούν να μην αποδέχονται τη δολοφονία, αλλά να μιλούν για σεβασμό και θαυμασμό, να διευρύνουν το μυαλό και την καρδιά, όπως οι ιστορίες που αντλούνται από την πλούσια παράδοση του πολιτισμού των ιθαγενών αμερικανών και των Εσκιμώων, ή όπως το παραμύθι που έγραψε ο Λέων Τολστόι το 1908, ο λύκος…”. Παρεμπιπτόντως, γνωρίζουμε αυτό το παραμύθι;
[a]. Ο συναγερμός, allarmismo, είναι η τάση να ανησυχεί κανείς τον εαυτό του ή τους άλλους, συχνά υπερβάλλοντας τη σοβαρότητα μιας κατάστασης και διαδίδοντας ανησυχητικά νέα χωρίς έγκυρη βάση.

“Ευγενέστατοι όλοι, ως ειδικοί και πολίτες που έχουν από καιρό δεσμευτεί για μια σωστή σχέση μεταξύ της άγριας ζωής και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, επιθυμούμε με την παρούσα να προτείνουμε στοιχεία που πρέπει απαραίτητα να ληφθούν υπόψη, ώστε το κοινό να είναι σε θέση να λαμβάνει ισορροπημένες και αντικειμενικές πληροφορίες για τον λύκο, απαλλαγμένες από εντυπωσιασμούς και στοιχεία που στερούνται επιστημονικής υποστήριξης.
Τα τελευταία χρόνια, οι επικοινωνιακές πρακτικές πολλών δημοσιογράφων έχουν αποδειχθεί παντελώς στερούμενες επιστημονικής γνώσης και ταυτόχρονα γεμάτες ανακρίβειες και αναληθείς ειδήσεις. φτάνει να κοιτάξετε τα αναρίθμητα άρθρα στα οποία γίνεται λόγος για φανταστικές επανεμφανίσεις του λύκου, ενώ στην πραγματικότητα η εξάπλωση αυτών είναι αποτέλεσμα καθαρά φυσικών δυναμικών, ή για τις αμέτρητες περιπτώσεις τσεχοσλοβακικών λυκόσκυλων που κάθε φορά παρουσιάζονται ως λύκοι, ή τα πολλά κινδυνολογικά κείμενα που συνοδεύονται από τίτλους με κεφαλαία γράμματα όπως «Συναγερμός για Λύκους!», «ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ! Λύκοι εντοπίστηκαν σε αστικές περιοχές, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ!», και ούτω καθεξής.
Πιστεύουμε ακράδαντα ότι υπάρχει ανάγκη για επικοινωνία βασισμένη στην ευαισθητοποίηση, την επίγνωση και τον σεβασμό, τόσο απέναντι σε ένα άγριο ζώο που αποτελεί, από κάθε άποψη, ένα θεμελιώδες συστατικό της ισορροπίας του οικοσυστήματος, όσο και απέναντι στους χρήστες που, αντί να μαθαίνουν, λαμβάνουν και αφομοιώνουν αυτά τα γραπτά με έναν εντελώς λανθασμένο και επιβλαβή τρόπο. η εικόνα που αντιλαμβάνεται η κοινότητα είναι αποκλειστικά εκείνη η ανθυγιεινή του κακού λύκου και όχι εκείνου που πραγματικά είναι, ενός θηρευτή που, αν αφεθεί στην ησυχία του, δεν αποτελεί κανέναν κίνδυνο για τον άνθρωπο, καθώς ο τελευταίος δεν θεωρείται από τον λύκο ως ένα πιθανό θήραμα.
“Τους τελευταίους καιρούς παρατηρούμε μια αυξανόμενη εξάπλωση κινδυνολογικών ειδήσεων για τους λύκους, οι οποίες συχνά στερούνται οποιασδήποτε πραγματικής επιστημονικής βάσης και βασίζονται σε επεισόδια χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο. Εντυπωσιακοί τίτλοι και εικόνες λύκων που εντοπίζονται κοντά σε κατοικημένες περιοχές δημιουργούν αβάσιμους φόβους στους πολίτες, συμβάλλοντας σε μια διαστρεβλωμένη αντίληψη της πραγματικότητας. Οι λύκοι, όπως επιβεβαιώνεται από επιστημονικές μελέτες και οργανισμούς προστασίας της άγριας ζωής, δεν αποτελούν κίνδυνο για τον άνθρωπο. Είναι ζώα συνεσταλμένα, η επιστροφή των οποίων στα εδάφη μας αποτελεί ένδειξη ενός υγιέστερου οικοσυστήματος. Η αύξηση των θεάσεων οφείλεται, εκτός από τη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα τροφής, στην ευρεία χρήση καμερών παγίδευσης, καμερών παρακολούθησης και smartphones, τα οποία επιτρέπουν την καταγραφή καταστάσεων που προηγουμένως περνούσαν απαρατήρητες. Επιπλέον, η όχληση που προκαλείται από ορισμένες ανθρώπινες δραστηριότητες – όπως το κυνήγι, η αδιάκριτη υλοτομία, ο κατακερματισμός των οικοτόπων και η χρήση, η κατανάλωση της γης – τους αναγκάζει όλο και συχνότερα να βγουν στο φως, στο ακάλυπτο και να μετακινηθούν πιο κοντά, να πλησιάσουν σε κατοικημένες περιοχές. Η συμμετοχή σε εκδηλώσεις που διοργανώνονται από ειδικούς, εθελοντικές ενώσεις, περιβαλλοντολόγους, οικολογικούς φύλακες και την τοπική αστυνομία ειδικευμένη στην άγρια ζωή βοηθά στην καλύτερη κατανόηση της βιολογίας του λύκου. Για παράδειγμα, μια αύξηση στις θεάσεις παρατηρείται τους πρώτους μήνες του έτους, όταν οι νεαροί λύκοι διασκορπίζονται, αδυνατώντας να βρουν μια ελεύθερη περιοχή, πλησιάζουν προσωρινά την ανθρώπινη δραστηριότητα. Αυτή η φάση είναι φυσική και παροδική: όπως ένας νεαρός λύκος φτάνει, έτσι θα φύγει, μερικές φορές την ίδια ημέρα ή μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Σε αυτές τις εκτιμήσεις, ενώνεται η άμεση μου εμπειρία στο πεδίο και από αυτήν πολλών άλλων που ζουν σε άγριες περιοχές. Ως ερευνητής και φωτογράφος φύσης για πάνω από 40 χρόνια, μπορώ να δηλώσω με βεβαιότητα: οι λύκοι δεν αποτελούν κίνδυνο για εμάς τους ανθρώπους. Παρά το γεγονός ότι εισέρχομαι συχνά στις περιοχές τους, δεν έχω νιώσει ποτέ την παραμικρή αίσθηση ότι θα μου επιτεθούν, αντιθέτως, εγώ έχω νιώσει εισβολέας. Από την άλλη, ο μόνος μου φόβος προέρχεται από ορισμένα ανθρώπινα ζώα, ιδιαίτερα από εκείνα που ασχολούνται με το κυνήγι (τόσο νόμιμα όσο και παράνομα). Η συνάντηση με παράνομους κυνηγούς ή ψαράδες, ακόμη και σε προστατευόμενες περιοχές, οποιαδήποτε εποχή του χρόνου, είναι αυτό που πραγματικά με τρομάζει και με κάνει να νιώθω σε κίνδυνο καθώς διασχίζω τα δάση και τα μονοπάτια της όμορφης Χώρας μας. Για το λόγο αυτό, προσκαλούμε τους υπεύθυνους τύπου και τους δημοσιογράφους να συμβουλεύονται τοπικούς ή εθνικούς εμπειρογνώμονες για την άγρια πανίδα και ζωή πριν δημοσιεύσουν κινδυνολογικά νέα. Αυτοί οι επαγγελματίες παρακαλούνται και θα χαρούν να παρέχουν ακριβείς, σωστές πληροφορίες, επιτρέποντας την παραγωγή άρθρων βασισμένων επάνω σε επιστημονικά δεδομένα. Οι αναγνώστες θα εκτιμήσουν την υπεύθυνη και αξιόπιστη πληροφόρηση με την πάροδο του χρόνου. Η προστασία του περιβάλλοντος, και επομένως των λύκων, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα των πληροφοριών που διαδίδονται από εφημερίδες, ιστότοπους, μέσα κοινωνικής δικτύωσης και όλα τα μέσα ενημέρωσης. Η προσήλωση στα γεγονότα και ο σεβασμός του Άρθρου 9 του ιταλικού Συντάγματος, το οποίο θεσπίζει την προστασία του περιβάλλοντος, της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων, δεν αποτελεί μόνο επαγγελματικό καθήκον, αλλά και πράξη ευθύνης προς τις μελλοντικές γενιές.
Ζητάμε από τα μέσα ενημέρωσης και τους πολιτικούς να αντιμετωπίσουν αυτό το ζήτημα πιο προσεκτικά, συμβουλευόμενοι ειδικούς και διαδίδοντας ακριβείς, σωστές πληροφορίες. Η δημιουργία κινδυνολογίας όχι μόνο βλάπτει την αντίληψη για αυτό το προστατευόμενο είδος, αλλά τροφοδοτεί και περιττές εντάσεις μεταξύ πολιτών και θεσμών. (Antonio Iannibelli – Φωτογράφος φυσιοδίφης, εθελοντής οικολογικός φύλακας, ερευνητής λύκων)
“Ο φόβος για την άγρια φύση, στην προκειμένη περίπτωση για τον λύκο, δεν είναι βιολογικός, αλλά πολιτισμικός. Δηλαδή, δεν αποτελεί μέρος της βιοεξελικτικής μας ιστορίας ως ανθρώπινα ζώα, αλλά μιας σκοταδιστικής κουλτούρας που εκτείνεται σε αιώνες, αν όχι χιλιετίες, η οποία θα έπρεπε τώρα να παραδοθεί στη λήθη. Σε αντίθεση με όσα έχουν ειπωθεί πράγματι, οι προϊστορικοί μας πρόγονοι δεν ζούσαν μέσα στον φόβο, αλλά στην ζωικότητα. δηλαδή, είχαν πλήρη γνώση του φυσικού κόσμου. Εμείς σε αυτόν τον τρόπο αντίληψης και βίωσης του κόσμου πρέπει, αντιθέτως έχουμε την ηθική υποχρέωση, να αναφερόμαστε. Για το λόγο αυτό, η γνώση των λύκων, αλλά και άλλων άγριων ζώων, θα πρέπει να είναι σχεδόν υποχρεωτική, να γίνει σχεδόν υποχρεωτικό σχολείο. Αντί για άχρηστες ώρες θρησκευτικών, θα πρέπει να εισαχθούν στα σχολεία μαθήματα ζωικής αγωγής.
Υπό αυτή την έννοια, τα μέσα ενημέρωσης μπορούν και πρέπει να κάνουν το καθήκον τους, αποφεύγοντας τη διάδοση αντιεπιστημονικού τρόμου, αλλά αντίθετα ενθαρρύνοντας τη γνώση, να μάθουμε, να χρησιμοποιούμε την επιστημονική συλλογιστική, να επιστρέψουμε σε μια ζωική, ζωώδη λογική που όλοι κατέχουμε από τη γέννησή μας, μα την οποία αγνοούμε, ξεχνάμε, αρνούμαστε. Οι λύκοι αντιπροσωπεύουν μια αξία, ειδικά σε αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς, μια αξία για το περιβάλλον, για τη βιοποικιλότητα, για την κοινωνία”. (Francesco De Giorgio – Ηθολόγος antispecista [1]. Πρόεδρος της Sparta Riserva dell’Animalità)
[1]. L’antispecismo, ο αντισπισισμός είναι ένα φιλοσοφικό και κοινωνικό κίνημα που αντιτίθεται στον σπισισμό, ήτοι στις διακρίσεις που βασίζονται στο είδος. Απορρίπτει την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι ανώτεροι από άλλα είδη και υποστηρίζει ότι δεν είναι ηθικά δικαιολογημένο να εκμεταλλευόμαστε ή να βλάπτουμε άλλα ζωντανά όντα απλώς και μόνο επειδή ανήκουν σε διαφορετικό είδος. Στόχος είναι να επεκταθεί η ιδέα της ισότητας και της μη διάκρισης και στα μη ανθρώπινα ζώα.
Για όλους τους λόγους που περιγράφονται παραπάνω, πιστεύουμε ότι είναι ζωτικής σημασίας, ειδικά σε μια τόσο κρίσιμη και φαύλη στιγμή για την άγρια ζωή, οι δημοσιογράφοι να χρησιμοποιούν αυτή τη θεμελιώδη αρχή που ονομάζεται ηθική και να επιδιώκουν μια υγιή και ισορροπημένη επικοινωνία, όπως υπαγορεύει η δεοντολογία, για να αποφεύγουν τον κινδυνολογικό συναγερμό, τη μαζική υστερία και άτομα τα οποία αισθάνονται νομιμοποιημένα να ενεργούν με ύπουλες μεθόδους και αγνοούν τους ισχύοντες νόμους.
“Ο Λύκος (Canis lupus) προστατεύεται σύμφωνα με και για τους σκοπούς του άρθρου 12 της Οδηγίας αριθ. 92/43/ΕΟΚ για την προστασία των φυσικών και ημιφυσικών οικοτόπων, της πανίδας και της χλωρίδας, η οποία περιλαμβάνεται στα Παραρτήματα II και IV, στοιχείο α) και αποτελεί ιδιαίτερα προστατευόμενο είδος σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου αριθ. 157/1992 και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις. Προστατεύεται επίσης, καθώς περιλαμβάνεται στο Παράρτημα II της Διεθνούς Σύμβασης για τη Διατήρηση της Άγριας Ζωής και των Φυσικών Οικοτόπων της Ευρώπης (Βέρνη, 19 Σεπτεμβρίου 1979), η οποία ισχύει στην Ιταλία με τον νόμο αριθ. 503/1981. Η θανάτωση λύκου τιμωρείται από το νόμο σύμφωνα με το άρθρο 30 του νόμου αριθ. 157/1992 και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις. Σε περίπτωση θανάτωσης από άτομο χωρίς άδεια κυνηγιού, μπορεί επίσης να ενσωματωθεί το αδίκημα σχετικό με το άρθρο 625 του ποινικού κώδικα (επιβαρυμένη κλοπή κατά του Δημοσίου). Η διάδοση ψευδών ή μεροληπτικών πληροφοριών-ειδήσεων σχετικά με τους Λύκους μπορεί να συνιστά αδίκημα βάσει του άρθρου 656 του ποινικού κώδικα, ενώ η σήμανση συναγερμού μπορεί να συνιστά αδίκημα βάσει του άρθρου 658 του ποινικού κώδικα.” (Ομάδα Νομικής Παρέμβασης Onlus – Σύλλογος περιβαλλοντολογικός)
“Τον τελευταίο καιρό, η ψύχραιμη αντιμετώπιση του ζητήματος της προστασίας της Φύσης, μοιάζει να είναι μια πραγματικά επίπονη υπόθεση. καθόμαστε για μια στιγμή, συνδεόμαστε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ελπίζοντας να αποστασιοποιηθούμε από όλα τα δυσοίωνα νέα που σχετίζονται με πολέμους, γυναικοκτονίες, εγκλήματα που έχουν πλέον φτάσει σε απερίγραπτα επίπεδα, τις αμέτρητες ιστορίες μαύρων χρονικών που δυστυχώς αφορούν και τόσα πολλά παιδιά, και βρισκόμαστε, αντίθετα, να βομβαρδιζόμαστε κυριολεκτικά με άρθρα για λύκους, ή μάλλον, εναντίον του λύκου, ένα συνεχές μπαράζ που χρησιμεύει ως πραγματικός γνωστικός καταναγκασμός, οι λύκοι περιγράφονται ως τεράστιοι και κακοί δαίμονες, πανταχού παρόντες και πεινασμένοι, λύκοι, και ξανά λύκοι…
Ούσα συχνή επισκέπτρια του δάσους, ειλικρινά δεν έχω αντιμετωπίσει ποτέ κανέναν κίνδυνο από άγρια ζώα. τις περισσότερες φορές, έχουν αποδειχθεί άπιαστα, ντροπαλά και αδιάφορα για μένα. Μάλιστα, τα έχω δει επανειλημμένα να τρέχουν μακριά μόλις συνειδητοποιούν ότι βρίσκομαι εκεί. ευτυχώς, τα παραπλανητικά δημοσιεύματα που εκτελούν πολλές εφημερίδες, δεν με έχουν αποτρέψει από το να ακολουθώ το πάθος μου: να μαθαίνω, να μελετώ και να προστατεύω, να υπερασπίζομαι την άγρια Ζωή.
Στις μέρες μας, σε έναν πραγματικά βίαιο πραγματικό κόσμο, είναι απαραίτητο κάθε ειδησεογραφικός οργανισμός να εκφράζεται με σεβασμό προς όλους τους χρήστες που, όπως εγώ, επιθυμούν να ενημερώνονται σωστά και όχι να »υποδουλώνονται» από αταβιστικούς και αδικαιολόγητους φόβους. Πιστεύω ακράδαντα ότι είναι καθήκον, όσων διαχειρίζονται ειδησεογραφικά πρακτορεία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να παρεμβαίνουν άμεσα για να αποξενώνουν και να καταδικάζουν τα σχόλια οποιουδήποτε υποκινεί λαθροθηρία ή που, με οποιονδήποτε τρόπο, χρησιμοποιεί προσβλητική και ασεβή γλώσσα. και αυτά αποτελούν μορφές βίας από μόνα τους, τις οποίες αντιλαμβάνονται και απορροφούν πολλοί ανήλικοι οι οποίοι, δυστυχώς, μένουν μόνοι μπροστά σε ένα κινητό τηλέφωνο ή έναν υπολογιστή. υπάρχει πραγματική ανάγκη για εποικοδομητική και ενημερωτική επικοινωνία. η αλαζονική και αυταρχική στάση ο εκφοβισμός και το πνεύμα κυριαρχίας δεν πρέπει να γίνονται ανεκτά. είναι αναμφισβήτητο ότι μια προκατειλημμένη και παραπλανητική επικοινωνία οδηγεί σε απερίσκεπτη συμπεριφορά, ακόμη και σε παράνομες πράξεις. περπατήστε ήρεμα στο δάσος, αλλά δώστε προσοχή στα ανθρώπινα όντα που έχουν συνηθίσει να αφήνουν βουνά από σκουπίδια, να βάζουν φωτιές, να διαπράττουν άλλα πολύ σοβαρά αδικήματα. και αυτές οι πρακτικές σίγουρα δεν ανήκουν στην άγρια πανίδα, η οποία, αν αφεθεί στην ειρήνη της, δεν αποτελεί πηγή κινδύνου. αρκεί να σεβόμαστε μερικούς κανόνες, όπως το να μην δίνουμε τροφή, να μην κυνηγάμε, να μην ενοχλούμε, να μην πλησιάζουμε και να κρατάμε τα σκυλιά μας δεμένα με λουρί. Κατά τα άλλα, Ζήτω ο λύκος! (Daniela Stabile – Ακτιβίστρια/εθελόντρια, παθιασμένη με την άγρια πανίδα, αλλά πάνω απ’ όλα μια χρήστης που απορρίπτει σθεναρά τις αδιάκοπες επιθέσεις στο μυαλό της, και στον λύκο)
“Ποιος φοβάται τον λύκο;
ΕΓΩ ΑΓΑΠΩ ΠΟΛΥ ΤΟΝ ΛΥΚΟ,
γιατί είναι ο καλύτερος φίλος του λαού μας·
εκτός από αυτό, ετούτος ουρλιάζει στο φεγγάρι,
και γι’ αυτό τον λόγο μας χαρίζει χαρά.
Μου αρέσει ο τρόπος που μιλάει μαζί μας.
Ο λύκος είναι πραγματικά ο καλύτερος αδερφός μας.
Αυτός ουρλιάζει τη νύχτα, και εμείς χαιρόμαστε.
Βγάζει έναν όμορφο ήχο,
ο τρόπος του να ουρλιάζει.
(Recheis-Bydlinski, Ξέρεις ότι τα δέντρα μιλάνε;, 2011, σελ. 100).
Έτσι έγραψε ένα εννιάχρονο αγόρι σε ένα από τα «σχολεία επιβίωσης» που ιδρύθηκαν τη δεκαετία του 1970 για τους ιθαγενείς αμερικανούς. Εκεί, ο Eddie Jaye Benton κατάφερε να διατηρήσει μια χιλιετή κουλτούρα θαυμασμού, σεβασμού και ευλάβειας για κάθε ζωντανό πλάσμα, ειδικά για τον λύκο, το ζώο που στη δυτική κουλτούρα έχει δαιμονοποιηθεί, βασανιστεί και διωχθεί για αιώνες με απαράμιλλη αμείλικτη σκληρότητα. Μια τέτοια πλήρης αντιστροφή του πολιτισμού φτάνει στο αποκορύφωμά της σήμερα. Η δαιμονική εικόνα του λύκου, ενός ακόρεστου θηρευτή που δεν λυπάται τους ανθρώπους, επανεμφανίζεται επίμονα στα μέσα ενημέρωσης. Γιατί αυτή η ανεύθυνη εκστρατεία δυσφήμισης που βασίζεται σε παραπληροφόρηση, αρχαίες εικόνες, φαντασιώσεις εισβολής και στην ιδέα ενός αμετανόητου εχθρού με τον οποίο η συνύπαρξη είναι αδύνατη, και η ίδια η ύπαρξη του οποίου είναι επικίνδυνη; Ποιος την υποκινεί και ποιος ωφελείται;
Από πού προέρχεται, ειδικότερα η οργή των εκτροφέων, όπως αυτή που πυροδοτήθηκε από ένα παιδικό σχέδιο, το οποίο εμφανίστηκε στο «Diario amico», »φιλικό Ημερολόγιο», μια έκδοση που διανεμήθηκε στα σχολεία του Verbanio Cusio Ossola, και απεικονίζει αγελάδες να διαμαρτύρονται για την εκμετάλλευσή τους, τις ενθαρρύνει να τρώνε φρούτα και λαχανικά, τολμά να πει την αλήθεια, δηλαδή ότι τα εκτροφεία είναι σκληρά; Η οργή πυροδοτήθηκε από κάποιες φράσεις που έγραψε ένα 12χρονο κορίτσι και συνοδεύουν το σχέδιο. ωστόσο, έχουν υποβληθεί αιτήματα για την καταστολή του «Diario amico» και το θέμα έχει τεθεί ενώπιον του Κοινοβουλίου. Σύμφωνα με τους CIA-Αγρότες των Άλπεων, είναι η «ιδεολογία βίγκαν-animalista» που θα έπρεπε να απαγορευτεί από τα σχολεία, μια «ιδεολογία» που περιγράφει το δάσος (τη φύση, τη ζωή) ως ένα μέρος όπου μπορεί κανείς να συναντήσει «συμπαθητικά ζώα», αλλά όπου φωλιάζει ο θηρευτής. Ο φόβος ήταν πάντα το προτιμώμενο μέσο άσκησης κυριαρχίας, ειδικά πάνω στα παιδιά, αλλά τα αγόρια και τα κορίτσια, ως αντίδοτο στον φόβο, έχουν την πηγή, τον πόρο της συμπόνιας. ενστικτωδώς ταυτίζονται με το εκμεταλλευόμενο και κακομεταχειριζόμενο ζώο και, σε αντίθεση με πολλούς ενήλικες, δεν είναι επιρρεπείς στην απάθεια και την αδιαφορία.
Η συμπόνια μπορεί να είναι προσβλητική μόνο σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από τη βία, από ένα όραμα της ζωής ως θέατρο ανταγωνισμού, κέρδους και διεκδίκησης-δήλωσης εξουσίας. Και μήπως θα έπρεπε επίσης να τους πούμε ότι τα ζώα είναι αντικείμενα, ότι υπάρχουν μόνο προς όφελός μας; Μπορούμε να τα σκοτώνουμε για να περάσουμε την ώρα μας, την αναψυχή μας ή για φαγητό, ακόμα κι αν δεν είναι θέμα επιβίωσης για εμάς;
Δεν είναι ο λύκος που πρέπει να φοβόμαστε, αλλά αυτή η επιθυμία να καταπνιγεί ακόμη και το παραμικρό σημάδι διαμαρτυρίας, που δεν διστάζει να καταφύγει στον εκφοβισμό των παιδιών – μια ατιμωτική συμπεριφορά. Πράγματι, τα μηνύματα που απευθύνονται στην παιδική ηλικία στοχεύουν όλο και περισσότερο στη δολοφονία: είναι σωστό να τρέφεσαι με βασανισμένα και σκοτωμένα ζώα, είναι καθήκον να αποδέχεσαι τον πόλεμο, είναι ευχαρίστηση να κυνηγάς – όλα καλυμμένα με ψευδείς θεωρίες και διαστρεβλώσεις. Ήρθε η ώρα να εγκαταλείψουμε την εικονοποιία, το φαντασιακό του λύκου ο οποίος καταβροχθίζει ανυπεράσπιστα κοριτσάκια και γιαγιάδες που πρέπει να σωθούν από τον άνδρα οπλισμένο με τουφέκι και να πούμε στα παιδιά άλλες εκδοχές και άλλες ιστορίες οι οποίες τα βοηθούν να μην αποδέχονται τη δολοφονία, αλλά να μιλούν για σεβασμό και θαυμασμό, που διευρύνουν το μυαλό και την καρδιά τους, όπως οι ιστορίες που αντλούνται από τις πλούσιες παραδόσεις των πολιτισμών των αυτόχθονων αμερικανών και των Εσκιμώων, ή όπως το παραμύθι του Λέοντα Τολστόι του 1908, ο Λύκος, στο οποίο ο μυθιστοριογράφος και επιδραστικός συγγραφέας αντιεξουσιαστικής, αντιαυταρχικής παιδαγωγικής συμβουλεύει τα παιδιά να εγκαταλείψουν τη διατροφή με βάση το κρέας και να καλλιεργήσουν μια σχέση με τη φύση βασισμένη στη μη βία.
Αντί να δίνει απήχηση, φωνή σε αβάσιμους συναγερμούς, να αντηχεί την αιώνια κραυγή «στον λύκο! στον λύκο!», ο τύπος θα μπορούσε να διαδραματίσει ένα σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της σπείρας της βίας: συγκεντρώνοντας και διαδίδοντας ποικίλες φωνές που προέρχονται από ποικίλες πηγές, για παράδειγμα, αναφέροντας έρευνες που έχουν δείξει ότι η μείωση του αριθμού των λύκων έχει μόνο ελάχιστο αντίκτυπο στη θανάτωση προβάτων και βοοειδών ή που έχουν αποδείξει ότι οι απομονωμένοι λύκοι, χωρίς την υποστήριξη μιας αγέλης που αποδεκατίζεται από το κυνήγι, δεν έχουν άλλη επιλογή από το να στραφούν σε οικόσιτα ζώα. Και με χίλιους άλλους τρόπους που μπορεί να υποδείξει η ευαισθησία και η συνεπής πληροφόρηση δημοσιογράφων, ανδρών και γυναικών”. (Bruna Bianchi – Καθηγήτρια Ιστορίας των γυναικών και Ιστορίας της πολιτικής σκέψης στο Πανεπιστήμιο Ca’ Foscari της Βενετίας, μελετήτρια του πασιφισμού, του φεμινισμού και της μη βίας, γράφει συνεχώς για την Comune)
[2]. Ένας animalista είναι κάποιος που υποστηρίζει και υπερασπίζεται ενεργά τα ζώα, προωθώντας την προστασία τους από την κακομεταχείριση, την εκμετάλλευση και οποιαδήποτε συμπεριφορά θεωρείται επιβλαβής για τα δικαιώματά τους. Ο όρος αναφέρεται σε έναν υποστηρικτή του ζωισμού, μιας σχολής σκέψης που υποστηρίζει τον μεγαλύτερο σεβασμό για τα ζωικά είδη και το περιβάλλον, παρέχοντάς τους μεγαλύτερη ηθική και νομική προστασία.
Με την ελπίδα ότι θα μπορέσουμε να ξεκινήσουμε ένα πραγματικά κατατοπιστικό ταξίδι, και με την πεποίθηση μιας ευρείας συνεργασίας από πλευράς των κυρίων δημοσιογράφων έτσι ώστε να σταματήσουν να εργαλειοποιούνται οι λύκοι, η άγρια πανίδα και ζωή και τα ίδια τα ανθρώπινα όντα, σας στέλνουμε τους θερμότερους χαιρετισμούς μας.
Οι υπογράφοντες: Bruna Bianchi, Daniela Stabile, Stefano Deliperi, Antonio Iannibelli, Francesco De Giorgio,
Οι ακόλουθοι σύλλογοι έχουν υπογράψει το κείμενο: AVC Associazione Vittime Italian Wild Wolf Network, Gruppo D’ Intervento Giuridico, Sparta Riserva Dell’ Animalità, CABS Italia, l’antibracconaggio
Μιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος Comune-info

