Dark Mode Light Mode

Νόστος για το χωριό μας δεν υπάρχει πια: Γράφει ο Παναγιώτης Φώτου

Όλες αυτές οι κινητοποιήσεις των αγροτών αυτές τις ημέρες με τα δίκαια αιτήματά τους, στη δική μου μνήμη έφεραν το χωριό μας, ένα χωριό μιας άλλης εποχής. Στο χωριό που θα γυρίσουν οι σημερινοί αγρότες μετά το τέλος των κινητοποιήσεων τους δεν έχει καμιά σχέση με το δικό μας χωριό.

Τέτοιες μέρες λίγο πριν από τα Χριστούγεννα μας ξυπνούσε πρώτα το λάλημα του κόκορά. Ήταν ανεβασμένος στο ψηλότερο σημείο της καπνοδόχου του φούρνου μας, που είχαμε στην αυλή. Εκεί ανέβαινε, γιατί από εκεί μπορούσε να δει το γλυκοχάραμα της ημέρας και να μας το αναγγείλει. Η αυλή μας μεγάλη με την τεράστια ξύλινη πόρτα της να είναι πάντα μισάνοιχτη για να μη την βρει κλειστή ο στρατοκόπος που θα έρθει αναπάντεχα… Ο δρόμος που σε οδηγούσε στο σπίτι μας ήταν στρωμένος με φαρδιές πέτρες φαγωμένες από τον χρόνο και από τα σιδερένια πέταλα στα ποδιά των ζώων μας. Το σπίτι μας ήταν στα ογδόντα μέτρα μακρύτερα από την μεγάλη μας πόρτα, διώροφο και στραμμένο μεσημβρινά.

Πριν ανέβεις επάνω, που ήταν η κατοικία μας, συναντούσες το χαγιάτι που είχαμε το μεγάλο αμπάρι που αποθηκεύαμε τον καρπό για το ψωμί της χρονιάς. Ακριβώς δίπλα ήταν ο μεγάλος Γιούκος μας που έπαιρνε πάνω από διακόσιες οκάδες κρασί, σήμερα θα τον ανοίγαμε για να γευτούμε το κρασί της καινούργιας χρονιάς. Ακριβώς δίπλα από το μαγειρειό μας που ήταν στο χαγιάτι υπήρχαν τα τέσσερα μεγάλα πιθάρια γεμάτα με το λάδι της χρονιάς μας. Από κάτω από το σπίτι μας ήταν ο σταύλος για τα ζώα, είκοσι τον αριθμό. Την Μαλτέζα την αγελάδα την περιμένουμε, σήμερα-αύριο θα γεννήσει. Η ανάσα από τα χαϊβάνια μας που ανεβαίνει στον επάνω όροφο που είναι τα δωμάτια, μας ζεσταίνει γλυκά τους κρύους χειμώνες. Απολαμβάνουμε και εμείς τη θαλπωρή που ένοιωσε ο Χριστός κατά την γέννησή του.

Τότε τα ζώα έσπευσαν να τον προϋπαντήσουν σ’ εκείνη την φάτνη που γεννήθηκε. Σήμερα έχουμε γιορτή, τελειώνουμε το παστάλι, θα έρθουν το βράδυ να μας βοηθήσουν οι κουμπάροι μας. Τα βράδια ήταν πάντα αναμμένο το νυχτοφάναρο, ήταν κρεμασμένο στο κλαδί της μουριάς που σκέπαζε τον φούρνο μας. Το ανάβαμε για να οδηγεί τον νυχτερινό επισκέπτη να έρθει στο σπίτι ,δεν θα έχουν πρόβλημα μήπως σκοντάψουν. Τα βράδια μας ήταν πάντα γιορτή, ήταν χαρά σήμερα κάτι περισσότερο. Τέλειωνε το παστάλι του καπνού και ξέρουμε μέσες άκρες το αποτέλεσμα. Γνωρίζουμε τι θα μας αποδώσει ο ολόχρονος αγώνας μας με τον καπνό. Εμείς τα παιδιά ονειρευόμαστε το μερτικό μας σε καινούργια παπούτσια και ρούχα. Πρώτη ήρθε η Κουμπάρα μας η Ευρώπη με το αηδόνι που έχει κρυμμένο στο λαρύγγι της. Έτσι την ξέρουν στο χωριό γιατί το τραγούδι που βγαίνει από τον τσεγκέ της σε ταξιδεύει σε μαγικούς τόπους. Η βραδιά εκείνη ξεκίνησε με αναμνήσεις από τους μεγάλους, για την χαμένη τους Πατρίδα.

Αναρίθμητες ομορφιές και μέρη άγνωστα σε εμάς τους μικρούς.Τότε ξεκινούσε το θείο τραγούδι της η κουμπάρα μας η Ευρώπη! Οι παλιοί με τους πρώτους στίχους σηκώνονταν, περνούσαν στη μεγάλη σάλα και άρχιζαν τον χορό. Οι κινήσεις τους ρυθμικές συντονισμένες όμορφες που έδειχναν τον εσωτερικό τους πόνο της ψυχής για την απώλεια των αγαπημένων τόπων. Αργές στην αρχή κινήσεις με τέντωμα του κορμού, μετά πιο γρήγορές και στο τέλος εξουθενωτικές. Τους έβλεπες με τα μάτια κλειστά και τα πρόσωπα συσπασμένα, αλλοπαρμένα, καταλάβαινες ότι ταξίδευαν δεν ήταν εδώ! Προσγειώνονταν στην πραγματικότητα μετά από ώρα, με τα χέρια ψηλά και βγάζοντας από τα σωθικά τους ένα αβάσταχτο «Αχ!». Μετά ξεκινούσαν οι νεώτεροι και εμείς τα παιδιά.

Τους χορούς και τα τραγούδια της μακρινής πατρίδας μας τους μάθαιναν και σ εμάς τα παιδιά. Από τα τρία καφενεία του χωριού μας το ένα του Μαυρίδη ήταν για τη νεολαία και για τα παιδιά. Εκεί είχαμε τον Κοντογιάννη που μας τα δίδασκε όλα, δεν έπρεπε να χαθεί τίποτε, γιατί τότε θα χαθούν οι ατρίδες που άφησαν εκεί στα ψηλά βουνά του Πόντου. Έτσι προσπαθούσε να κρατήσει την Χαμένη Πατρίδα ζωντανή εκείνος ο Άγιος Άνθρωπος ο Κοντογιάννης. Πατρίδα δεν είναι μόνο τα βουνά και τα Παρχάρια που αφήσαμε εκεί, μας έλεγε ο Κοντογιάννης, Πατρίδα είναι η γλώσσα μας, τα τραγούδια μας, οι χοροί μας, αυτά αν χαθούν χαθήκαμε και εμείς. Εμάς τα παιδιά μας έστειλαν νωρίς στα κρεβάτια μας, αύριο είχαμε σχολείο, έπρεπε να ξυπνήσουμε νωρίς. Με τη δεύτερη καμπάνα ήμασταν στο πόδι. Με το ντορβά στην πλάτη που είχε μέσα το βιβλίο μας, την πλάκα με το κονδύλι και το λαγοπόδαρο για σβήστρα της πλάκας.

Με ένα ξύλο στο χέρι κάθε μαθητή για την σόμπα του σχολείου ξεκινήσαμε. Γέμισαν οι δρόμοι του χωριού μας παιδιά… Μαζί μας ξεκίνησε και ο Χάμπος μας, με τον γάιδαρο αυτός φορτωμένος με δυο σακιά γέννημα, θα πήγαινε στον μύλο να αλέσει. Μας ακολούθησαν τα ζώα μας που πήγαιναν για βοσκή. Το χωριό μας μίσθωσε έναν Τσομπάνο που έβοσκε τα ζώα όλου του χωριού στις πλαγιές των βουνών, δύο χιλιάδες κεφάλια τουλάχιστον γελάδες και μοσχάρια. Στο σχολείο η κυρία Μαρίκα η δασκάλα μας, εμάς της τρίτης μας χώρισε σε δύο τάξεις φέτος. Ήμασταν πολλοί, με ογδόντα παιδιά σε μια τάξη δεν μπορεί να γίνει μάθημα, μας είπε. Έχασα τον φίλο μου τον Θόδωρο από δίπλα μου και με στενοχώρησε. Ας είναι και με τον διπλανό μου τον Λευτέρη τα βρήκαμε εμείς! Σήμερα η ώρα δεν περνά καθόλου! Θέλω να είμαι στο σπίτι όταν θα σφάξουν τον χοίρο μας. Φέτος ο πατέρας λέει ότι είναι άλλο πράμα, θα ξεπεράσει τις διακόσες οκάδες! Οι φωτιές άναψαν από νωρίς και τα μεγάλα χάλκινα καζάνια καθαρίστηκαν και είναι έτοιμα.

Εκεί θα μπει το πάχος του γουρουνιού για να βγάλουμε τη λίγδα του που τη χρησιμοποιούμε όλο το χρόνο για το φαγητό μας. Όταν έφτασα στο σπίτι μετά το σχολείο, ο χοίρος δεν υπήρχε στο πεσίκι του. Στον χώρο δηλαδή που είχε μείνει για πέντε μήνες για πάχυνση. Ο χοίρος ήταν τεμαχισμένος και χωρισμένα τα κομμάτια του για την ανάλογη χρήση. Ο σφάχτης Χρόνης, ο χασάπης του χωριού μαζί με τον βοηθό του την ώρα της άφιξής μου είχαν διάλειμμα, έπαιρναν το κολατσιό τους που κατά το έθιμο ήταν τα αχαμνά του γουρουνιού ψημένα στα κάρβουνα και για να ξεδιψάσουν τους έφερε η μητέρα μια φλάσκα από το κρασί μας που φέτος είναι το κάτι άλλο. Το δοκίμασα κλεφτά από το περιεχόμενο της γαβάθας που ξεχάστηκε επάνω στο τραπέζι. Ο Χρόνης με τον βοηθό του ετοιμάζουν τους κιμάδες για τα λουκάνικα. Αυτή την στιγμή στο μεγάλο χάλκινο καζάνι ψήνεται ο καβουρμάς! Η λίγδα που πήραμε γέμισε τέσσερεις γκαζοντενεκέδες που στέκονται στο πλάι για να παγώσουν.

Ο έτοιμος καβουρμάς έχει μέχρι αυτήν τη στιγμή γεμίσει δυο ντενεκέδες και μισό από τον οποίο άρπαξα ένα κομμάτι για να το δοκιμάσω και κατακάηκε το χέρι μου! Αυτό ήταν το χωριό μου και δυστυχώς όμως «Νόστιμον ήμαρ» εγώ δεν θα δώ, γιατί το χωριό μας πια δεν υπάρχει! Στο χωριό που θα γυρίσουν οι αγρότες μετά τις κινητοποιήσεις τους είναι ένα άλλο χωριό, άοσμο δίχως χρώμα, απάνθρωπο. Στο σημερινό χωριό δεν σε ξυπνούν τα κοκόρια, αυτά δεν υπάρχουν πια. Γιατί σου λέει ο άλλος να κάνω τα δικά μου κοτόπουλα και να έχω την ευθύνη τους, θα τα βρω στο σούπερ μάρκετ φθηνά, έτοιμα και πλαστικά. Η μυρωδιά του καμένου πουρναριού που σηματοδοτούσε το άναμμα κάποιου φούρνου χάθηκε και αυτή γιατί το ψωμί το παράγει το σουπερμάρκετ οι ειδικοί φούρνοι με ζυμάρια γινωμένα από σιτάρι που μας έρχεται από την Ουκρανία. Η μυρωδιά του ζώου έχει χαθεί και αυτή και ο τοπικός χασάπης δεν σφάζει πια τα δικά μας ζώα, δεν υπάρχουν.

Το κρέας που τρώμε μας έρχεται από έξω και δεν έχει καμιά σχέση με το κρέας του χοίρου μας που σ’ έπιανε πρώτα από την μύτη και μετά από την γεύση που ήταν απολαυστική. Τώρα το κρέας που μας σερβίρουν είναι άοσμο, άγευστο πλαστικό. Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς όμως, όταν ένα μοσχάρι γίνεται οκτακόσια κιλά μέσα σ’ ένα εξάμηνο. Χάθηκε δυστυχώς το χωριό μας και όλα τα ωραία του και ήρθαν τα καινούργια και οι Κανόνες της ΕΕ που μας άλλαξαν την ζωή, τροποποιώντας κανόνες ζωής που χτίσαμε μέσα στους αιώνες. Το χειρότερο όμως είναι ότι τα χωριά μας από κύτταρα ζωής έγιναν άδειοι τόποι δίχως ανθρώπους. Τα καφενεία τόποι συγκέντρωσης και προβληματισμού, έκλεισαν και δεν υπάρχουν πια. Τα σχολεία άδειασαν από παιδιά και κλείνουν ένα-ένα. Δίχως παιδιά δεν υπάρχει εθνικό μέλλον, δεν υπάρχει αύριο! Σ’ αυτά τα χωριά θα επιστρέψουν οι αγρότες της δουλειάς που αγανακτούν και διαμαρτύρονται, γιατί αυτοί δεν είναι του Τζόκερ αλλά του μόχθου.

Παναγιώτης Φώτου

Προηγούμενο άρθρο

Μεγάλη νίκη (2-0) του Αετού επί της Δόξας Δράμας (φωτογραφίες)

Επόμενο άρθρο

Τραυματίας κυνηγός, που τον πυροβόλισε κατά λάθος φίλος του!