Πλάτωνος «Νόμοι» Βιβλίο Ε (Μέρος 3ο): Γράφει ο Βασίλης Τσιάντος

 Πλάτωνος «Νόμοι» Βιβλίο Ε (Μέρος 3ο): Γράφει ο Βασίλης Τσιάντος

Σε προηγούμενα άρθρα αναφερθήκαμε στο Ε΄ Βιβλίο των «Νόμων» του Πλάτωνα. Τα πρόσωπα του διαλόγου είναι τρεις ηλικιωμένοι άνδρες, ένας Αθηναίος, ο Κλεινίας από την Κρήτη και ο Μέγγιλος από την Σπάρτη. Συναντώνται στην Κνωσό και οδοιπορούν προς το Ιδαίο άντρο, το σπήλαιο όπου ανατράφηκε ο Δίας. Θα συνεχίσουμε με τον σχολιασμό άλλων σημαντικών σημείων του Ε΄ Βιβλίου.

Συνεχίζοντας τις συμβουλές ο Πλάτων, μέσω του Αθηναίου, λέει ότι «τις συμφωνίες με τους ξένους, πρέπει κανείς να τις θεωρεί ιερές και απαραβίαστες».

Η έννοια του ξένου στον Πλάτωνα, αλλά και γενικά στην κλασσική Ελλάδα, είναι αντικείμενο συζήτησης και διαφορετικών ερμηνειών μεταξύ των ειδικών. Ο ξένος προκαλεί πάντα ένα «φόβο» λόγω της ετερότητας με εμάς. Έτσι, είμαστε συνήθως «κουμπωμένοι» μαζί του.

Ο Σωκράτης δέχεται μάλλον καλοσυνάτα τον ξένο στον Σοφιστή. Ο διάλογος ανοίγει με την εισαγωγή του Σωκράτη σε έναν επισκέπτη στην Αθήνα από την Ελαία στη νότια Ιταλία, την κατοικία πολλών διάσημων στοχαστών, όπως ο Παρμενίδης. Ο Σωκράτης εκφράζει μεγάλη χαρά όταν γνωρίζει αυτόν τον ξένο (Πήτερ Μπένσον, https://philosophynow.org/issues/123 /Xenos_Jacques_Derrida_on_Hospitality).

Από την λέξη ξένος έχουμε την λέξη ξενοφοβία (“xenophobia”). Αντιθέτως, ο Σωκράτης εκφράζει μια έντονη αίσθηση ξενοφιλίας (“xenophillia”). Επιθυμεί να ακούσει τις απόψεις του ξένου, με την ελπίδα ότι θα ανοίξουν νέες προοπτικές για φιλοσοφικά ζητήματα (έ. α.).

Επειδή αξίζει να γράψει κάποιος ξεχωριστό άρθρο για την έννοια του ξένου στην κλασσική Ελλάδα, θα προχωρήσουμε με τον σχολιασμό των Νόμων του Πλάτωνα. Γιατί θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί με τους ξένους;

Διότι, απαντά ο Αθηναίος «ο ξένος βρίσκεται μακριά από φίλους ή συγγενείς και γι’ αυτό είναι πιο συμπαθής σε θεούς και ανθρώπους». Οι ξένοι έχουν την προστασία του Ξένιου Δία, και θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στην ζωή μας, ώστε να μην αδικήσουμε κανένα ξένο, διότι ο Ξένιος Δίας μπορεί να επιβάλλει τιμωρία σε όποιον το κάνει, λέει ο Πλάτων.

Τόσο σημαντική ήταν η φιλοξενία για τους Έλληνες της κλασσικής εποχής, αν και οι αναφορές υπάρχουν από τον Όμηρο. Βέβαια, εδώ έχουμε περιπτώσεις στην αγαπητή μας Καβάλα, που συμπολίτες μας τόνιζαν την καταγωγή του υποψηφίου και όχι τις ικανότητές του για την εκλογή του.

Μάλιστα, πρόσφατα φίλος σε συζήτηση έθετε το θέμα της καταγωγής του πιθανού υποψηφίου δημάρχου, ακόμη και αν ζει 20-30 χρόνια στην Καβάλα και είναι γραμμένος από χρόνια στα δημοτολόγια του δήμου.

Σημασία έχει για την συντηρητική Καβάλα, ακόμη και σήμερα, το αν γεννήθηκε, μεγάλωσε και δεν κουνήθηκε από την Καβάλα και όχι οι ικανότητές του, η διάθεσή του για προσφορά στην πόλη, η τεχνογνωσία του. Από την άλλη καμιά φορά κάνουμε και τα στραβά μάτια!

Δύο μέτρα και δύο σταθμά. Η αδικία, δηλαδή, στο μεγαλείο της, που σίγουρα δεν μας κάνει να είμαστε και πολύ ήσυχοι συνειδησιακά, και κατά μεγάλο ποσοστό αυτό μπορεί να είναι η τιμωρία του Δία!

Στην συνέχεια ο Πλάτων εξετάζει το ερώτημα «τι είδους άνθρωποι πρέπει να γίνουμε» ώστε να περάσουμε την ζωή μας με ωραιότερο τρόπο.

Αφού αναφέρεται σύντομα στον έπαινο και τις επικρίσεις στρέφεται στην αλήθεια, την οποία θεωρεί ότι κατέχει την πρώτη θέση μεταξύ όλων των αγαθών. Τονίζει την σημασία της γράφοντας «όποιος θέλει να γίνει ευτυχισμένος πρέπει να συνδεθεί μαζί της από την αρχή και να ζήσει όσο περισσότερο μπορεί ως φιλαλήθης άνθρωπος»!

Διαχωρίζει μάλιστα τον άνθρωπο που του αρέσει να λέει ψέματα σκόπιμα, αλλά και αυτόν που διαστρεβλώνει άθελά του την αλήθεια, τον οποίο τον αποκαλεί ανόητο («άνους»).

Η καημένη η αλήθεια την περίοδο που ζούμε!

Την έχουμε κατακρεουργήσει. Δύο κατηγορίες ανθρώπων δεν ζηλεύει κανείς, κατά τον Πλάτωνα, τους αναξιόπιστους και τους αμαθείς. Μάλιστα λέει ότι όσο πλησιάζουν τα γηρατειά κανείς δεν τους θέλει, οπότε απομονώνονται.

Βέβαια, να μην ρωτήσουμε τι γίνεται με τους πολιτικούς μας, οι οποίοι και ψέματα λένε σκόπιμα, αλλά και πολλές φορές διαστρεβλώνουν την αλήθεια, έστω και άθελά τους. Θα μπορούσε να τους κάνει κάποιος την ερώτηση εάν ενδιαφέρονται πραγματικά για το καλό της πατρίδας μας ή αν έχουν σαν σκοπό τους την «επαγγελματική» αποκατάσταση ή την ματαιοδοξία τους ή άλλο λόγο.

Οι πιο πολλοί, ίσως και όλοι, θα απαντήσουν ότι ενδιαφέρονται πραγματικά για την πατρίδα και όχι για άλλο λόγο. Στην πορεία όλα φαίνονται και όλα αποκαλύπτονται. Είναι, όμως, συνήθως αργά και πολλές ενέργειές τους είναι μη αναστρέψιμες.

Άρα, αποδεικνύεται εύκολα με την πάροδο του χρόνου ότι πολλοί πολιτικοί μας ψεύδονται. Φυσικά, το θέμα είναι να αναλαμβάνουν δημόσιες θέσεις αξιόπιστοι και ειλικρινείς άνθρωποι, που διαθέτουν και όλα τα υπόλοιπα προσόντα ενός καλού πολιτικού, γνώση, εμπειρία, διάθεση να προσφέρουν, υπεράνω χρημάτων (όπως υπερηφανευόταν ότι ήταν ο Περικλής), κ.λπ..

Μετά την αλήθεια προχωρά στην αδικία λέγοντας ότι «όποιος δεν κάνει αδικίες είναι άξιος τιμών, εκείνος όμως που δεν αφήνει τους κακούς να κάνουν αδικίες αξίζει διπλάσιο σεβασμό από τον προηγούμενο». Δηλαδή, τι λέει εδώ ο Αθηναίος;

Λέει, ότι δεν αρκεί να μην αδικούμε, αλλά πρέπει και όταν δούμε, ακούσουμε, μάθουμε ότι κάποιος αδικεί δεν θα πρέπει να τον αφήσουμε! Μα, στην σύγχρονη Ελλάδα λέγαμε «τι τα θέλεις; Εσύ θα βγάλεις το φίδι από την τρύπα;» όταν κάποιος πήγαινε να πει ή να κάνει κάτι κατά κάποιου που αδικούσε και που προφανώς συμφωνούσαμε, αλλά δεν είχαμε την δύναμη να αντιδράσουμε.

Έτσι, ακόμη και αν βλέπαμε κάποιον να το κάνει προσπαθούσαμε να τον σταματήσουμε και όχι να τον στηρίξουμε στην προσπάθειά του. Ο Πλάτων τονίζει το σημείο αυτό επαινώντας τον πρώτο που δεν αδικεί, αλλά για τον δεύτερο γράφει ότι «αξίζει όσο χίλιοι και πρέπει να θεωρείται μεγάλος και τέλειος πολίτης, αληθινό υπόδειγμα αρετής».

Το ίδιο αναφέρει και για τις άλλες αρετές, ότι δηλαδή δεν πρέπει να τις κρατάμε για τον εαυτό μας, αλλά να τις μεταδίδουμε και στους άλλους. Κλείνοντας το θέμα αυτό ο Αθηναίος λέει ότι θα πρέπει να φροντίζουμε να υπάρχει άμιλλα μεταξύ μας για την αρετή, διότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να βελτιωθεί μία πόλη.

Δηλαδή, αν θέλουμε να βελτιώσουμε την πόλη μας θα πρέπει να επιδοθούμε στην πραγματική βελτίωση του εαυτού μας, και όχι φυσικά στα λόγια, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα γίνουμε και καλύτεροι πολίτες. Οι ενέργειές μας να καθορίζονται από το δίκαιο, από την σύνεση, από την σωφροσύνη.

Επίσης, θα ασχολούμαστε με θετικά έργα για το καλό της πόλης, και όχι για την προσωπική μας προβολή, το προσωπικό μας συμφέρον, ή το συμφέρον μίας μικρής ομάδας.


Βασίλης Τσιάντος

Αντιπρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας  στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ)

 Καθηγητής Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδος

Διαβάστε επίσης