Φέτος κάτι έχει αλλάξει. Την πόρτα μου την χτύπησαν καμιά δεκαριά φορές και όταν την άνοιγα, ένοιωθα μεγάλη έκπληξη και αμέτρητη χαρά, γιατί βρέθηκα μπροστά σε χαρούμενα παιδικά πρόσωπα και νεανικές μορφές και των δύο φύλων και με ρώτησαν αν θέλουμε να μας τα πουν!
Σπουδαία προσφορά για εμένα, γιατί είχα την ευκαιρία να ξανακούσω κάλαντα! Είχαν χαθεί και αυτά στον καιρό εκείνο της κρίσης. Δυστυχώς η οικονομική ανέχειας που ταλάνισε τον τόπο την περασμένη δεκαετία, χτύπησε και αυτό το ωραίο έθιμο της αναγγελίας της γέννησης του καινούργιου, του νέου που συμβολίζει η γέννηση του Χριστού. Για αρκετά χρόνια μετά δεν ακούγονταν οι νεανικές εκείνες φωνές που μας ανάγγελλαν τον ερχομό των Χριστουγέννων. Φέτος ήταν το κάτι άλλο και το ευχαριστήθηκα! Όμορφα πρόσωπα, καθάρια γεμάτα ευγένεια και σεβασμό στο χαμογελαστό ερώτημά τους: «να τα πούμε»! Οι περισσότερες ομάδες των παιδιών πάνω των τριών, συνοδεύονταν μ’ ένα τουλάχιστον μουσικό όργανο και το απαραίτητο τρυγωνάκι και τα έπαιζα τα όργανα τους τέλεια και συνόδευαν μελωδικά τις αγγελικές φωνές που μας συγκίνησαν!
Πόσο πιο αλλαγμένες προς το καλύτερο οι νέες γενιές αλήθεια! Πιο μορφωμένες, πιο ευγενικές εντελώς διαφορετικές από τη δική μου γενιά, την τραυματισμένη από δύο πολέμους. Με τέτοια νεολαία η φυλή μας θα έχει λαμπρό μέλλον, δε γίνεται αλλιώς! Και μας τα είπαν και τα απολαύσαμε τα κάλαντα τους και ήρθαν στα δικά μου αυτιά σαν ουράνιες μελωδίες ξεχασμένες από χρόνια. Και ξύπνησαν παλιές μνήμες που ξεπετάχτηκαν και ήρθαν και με βρήκαν πάλι. Δεκέμβρης και τότε και περιμέναμε τα Χριστούγεννα με μεγάλη προσμονή. Τα Χριστούγεννα για μας τότε ήταν η αρχή για τα κάλαντα και οι ελπίδες μας για κάτι νέο κάτι πιο ελπιδοφόρο από αυτά που μας βασάνιζαν στη ψυχή και στο σώμα. Και ήταν οι δυνάστες μας οι τρομερές ελλείψεις αγαθών, η μεγάλη μας φτώχεια και το άγνωστο για το αύριο. Περιμέναμε τα Χριστούγεννα και ελπίζαμε στο θαύμα τους για την αλλαγή.
Εκείνη τη χρονιά συμφωνήσαμε να καλαντήσουμε μαζί με τον Άγγελο. Καταστρώσαμε το σχέδιο μας πια κάλαντα θα πούμε από νωρίς και κάναμε και τις πρόβες μας για να είμαστε άρτιοι στην εκτέλεση την αποστολής μας, που ήταν η μετάδοση της ελπίδας που κρύβαμε στη δική μας ψυχή, σε κάθε πόρτα που θα άνοιγε για να μας ακούσει. Σχεδιάσαμε με προσοχή το δρομολόγιο που θα ακολουθούσαμε, με στόχο της τελευταίες πόρτες που θα επισκεπτόμασταν να είναι της γειτονίας μας και στις ώρες εκείνες που ο αρχηγός της οικογένειας θα είναι στο σπίτι. Πονηρός σχεδιασμός, γιατί το μεγάλο πορτοφόλι το είχε τότε ο αρχηγός την οικογένειας. Ήμασταν έτοιμοι σε όλα και την μεγάλη μέρα ξεκινήσαμε σύμφωνα με τα σχέδια μας από μακριά.
Εγώ ανέλαβα να κουβαλώ το μπαξίσι μας σε είδος και κουβαλούσα έναν ντορβά στον ώμο, ο Άγγελος τις δεκαρούλες που θα μας έδιναν και είχε σαν ταμείο ένα παλιό τσαντάκι της μητέρας του που κούμπωνε με ένα κλιπ. Πρώτη πόρτα που μας άνοιξε ήταν της κυρίας Εριφύλης ξαδέλφη της μητέρας του. Η κυρία Εριφύλη έμενε στο Σούγιολου, αφού έριξε κάτι στο τσαντάκι μας και δυο μανταρίνια στον ντορβά μου φώναξε τον Άγγελο να πάει μέσα «που ήθελε κάτι να του δώσει για την μαμά του!». Κατάλαβα δεν μίλησα, τι να πω εξάλλου! Ο Άγγελος όταν ήρθε κοντά μου έβγαλε το δίφραγκο από την πίσω τσέπη το έριξε μέσα στο ταμείο μας και μου είπε «Αυτό μου έδωσε για την μαμά μου». Για τον λόγο αυτόν τον αγαπούσα τον καλό μου φίλο τον Άγγελο. Κατεβήκαμε κάτω στο Καρά Ορμάν, που ήταν η νουνά του η κυρία Ιφιγένεια ήθελε να πάμε και εκεί ο καλός μου φίλος. Στο μεταξύ καλαντούσαμε σε κάθε πόρτα που συναντούσαμε και φάγαμε πολύ ώρα, αφού ξεσκονίσαμε όλο σχεδόν το νότιο Σούγιολου.
Η κυρία Ιφιγένεια που είχε ένα καφενείο, αργότερα έγινε το γνωστό Οικογενειακό Κέντρο Μιχάλης, εκτός από τα χρήματα που μας έδωσε μας έδωσε και από μια φέτα με ψωμί και τυρί και από δύο μανταρίνια. Φώναξε τον Άγγελο παράμερα «που ήθελε κάτι να του πει και αυτή για να το μεταφέρει στην Σταυρούλα την μαμά του». Ο Άγγελος έχωσε στο κοινό μας πορτοφολάκι το διπλωμένο στα τέσσερα χαρτονόμισμα των πέντε δραχμών κλείνοντας μου το μάτι πονηρά. Ας είναι, όλα καλά και το ψωμί και τα φρούτα που μας έδωσε ήταν κάτι που τα χρειαζόμασταν και στην κατάλληλη ώρα, γιατί είχε μεσημεριάσει πια και η πείνα μας είχε κυριεύσει. Αφού γυρίσαμε όλη την ανατολική Καβάλα καταλήξαμε το απόγευμα στην αγορά. Στην αγορά περισσότερο γυρνούσαμε στις βιτρίνες και θαυμάζαμε τα δώρα με τα οποία ήταν στολισμένες παρά καλαντούσαμε.
Εκείνο που μας έκανε πιο πολύ από όλα εντύπωση ήταν η βιτρίνα του Πετρίδη, που ήταν στην γωνιά Δραγούμη και Ομονοίας και είχε έναν ζωντανό Άι Βασίλη και ένα τραινάκι να γυρίζει γύρω-γύρω. Αφού ξοδέψαμε τον χρόνο μας χαζεύοντας, το βραδάκι γυρίσαμε στη γειτονιά μας. Οι πόρτες της γειτονιάς άνοιξαν όλες και η συγκομιδή μας περισσότερο σε είδος, βάρυνε αρκετά τον ντορβά που κουβαλούσα στον ώμο μου. Κατάκοποι από την κούραση, κάτσαμε στον μεγάλο βράχο, που ήταν απέναντι από το κιόσκι της Ευλαμπίας και κάναμε τη μοιρασιά. Για τα δεδομένα εκείνης της εποχής, το εικοσάρι που έπεσε για τον καθένα ήταν τεράστιο ποσό που μας γέμισε χαρά. Ήμασταν πια πλούσιοι! Είχαμε ακόμη γεμάτες τις τσέπες μας από ξυλοκέρατα, μανταρίνια και άλλα καλούδια νοιώθαμε σαν μικροί Ωνάσηδες! Τεράστια ικανοποιημένοι ετοιμαζόμασταν να πούμε την καληνύχτα μας. Εκείνη τη στιγμή ακούσαμε έναν έντονο ξερόβηχα από το υπόγειο που έμενε η Παναγιώτα.
Η Παναγιώτα ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα πολύ ιδιόρρυθμη που μας μάλωνε και μας έδιωχνε όταν παίζαμε ποδόσφαιρο στο δρόμο. Κατάγονταν από τα Μοσχονήσια κοντά στο Αϊβαλή της Μικράς Ασίας, γυναίκα πλοιοκτήτη και προεστού της περιοχής που φυλακίστηκε από τους Τούρκους και χάθηκαν τα ίχνη του από τότε. Η Παναγιώτα ήρθε πάμπτωχη από την Μ. Ασία και λίγο σαλεμένη, έμενε στο υπόγειο εκείνο και ήταν πολύ κακή μαζί μας. Πήγαμε προς το παράθυρο του υπογείου και σκύψαμε να δούμε τι συμβαίνει. Στο αχνό φως ενός δαδιού, είδαμε ένα στρώμα καπνού και υδρατμών να έχει καλύψει το ταβάνι και την Παναγιώτα κουκουλωμένη με μια λιωμένη κουβέρτα, σκυμμένη επάνω σ’ ένα μαγκάλι να προσπαθεί να ζεσταθεί από την αναιμική φωτιά του μαγκαλιού της. Και ήταν παραμονή Χριστουγέννων και η Παναγιώτα ήταν μόνη και μπορεί να μη είχε να φάει! Και σε λίγη ώρα θα γεννιόνταν ο Χριστός και εμείς είχαμε χρήματα!
Τι να τα κάναμε τα χρήματα όταν η Παναγιώτα δεν είχε να φάει και της έλειπε η ζεστασιά! Γύρισε και με κοίταξε ο Άγγελος και με κάτι μάτια που ήταν έτοιμα να γεμίσουν δάκρυα και με φωνή να ψιλοτρέμει. Μου λέει «πώς το βλέπεις αυτό μωρέ; Πρέπει κάτι να κάνουμε… Τρέξε να προλάβουμε τα μαγαζιά». Τρέξαμε πρώτα στον κύριο Αχιλλέα που πουλούσε τα κάρβουνα. Τον βρήκαμε με το κλειδί στο χέρι και αρνιόνταν να μας εξυπηρετήσει: «Παραμονιάτηκα, βρε κερατάδες, τέτοια ώρα τα θυμηθήκατε τα κάρβουνα!». Με χίλια παρακάλια τον πείσαμε να μας δώσει ένα ζεμπίλι κάρβουνα. Τροχάδην από εκεί στο μπακάλικο του Μπάρμπα Δήμου. Ήταν ευτυχώς ανοιχτός και κουτσόπιναν μαζί με τον Σωτήρη τον Πετρά, τον Ιωακείμ τον ψηλό και τον Καραγιώργη της Λαμπρινής. Ήταν ένας ακόμη γείτονα που με διαφεύγει το όνομά του.
Μας καλοδέχτηκε μ’ ένα χαμόγελο και με ψεύτικη αυστηρότητα στην φωνή μας είπε «Τι θέλετε τέτοια ώρα έξω βρε Κερχανατζήδες;». Μας είπε με τη βαριά καραμανλήδικη προφορά του. Του είπαμε ότι θέλουμε να ψωνίσουμε. Πήραμε δύο λουκάνικα καραμανλήδικα παραγωγής του, ένα κομμάτι σαλάμι, βούτυρό και τυρί κίτρινο της Ούντρα, μια οκά μαρμελάδα δαμάσκηνο που μου άρεσε εμένα πολύ και μια οκά φιρίκια, γιατί τα μανταρίνια που ζητήσαμε είχαν τελειώσει… Πήρε το μολύβι που είχε στ’ αυτί του το σάλιωσε και σε μια χαρτοσακούλα έκανε το λογαριασμό. «Δώδεκα δραχμές». Πληρώσαμε, έβαλε τα ψώνια σ’ ένα δίχτυ και τροχάδην πίσω για να τα δώσουμε στην Παναγιώτα. «Να τα αφήσουμε και να φύγουμε, λέει ο Άγγελος». «Όχι, θα της πούμε και τα κάλαντα του λέω». «Θα μας κυνηγήσει». «Ας μας κυνηγήσει». Και αρχίσαμε να λέμε τα κάλαντα με πάθος και μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής μας, που έγινε δύναμη φωνής.
«Αϊ Σιχτίρι μπάσταρδοι μη βγω και σας σπάσω το κεφάλι». Εμείς συνεχίσαμε πιο δυνατά και μόλις την είδαμε να σηκώνεται με το ραβδί της για να μας ξυλοφορτώσει, το βάλαμε στα πόδια. Σταθήκαμε στην γωνιά και παρακολουθούσαμε με απορία. Περιμέναμε να δούμε την αντίδραση της Παναγιώτας. Μόλις άνοιξε η πόρτα με το ραβδί υψωμένο και ύφος άγριο κέρωσε! Έσκυψε μπροστά της, είδε την πραμάτεια που αφήσαμε μπροστά στα πόδια της άφησε κατάλαβε από τις μυρωδιές που ανέδιδαν το περιεχόμενό τους, άφησε το ραβδί να πέσει κάτω άψυχο, σταύρωσε τα δύο χέρια στο στήθος, κοιτάζοντας τα πράγματα που ήταν μπροστά της, έστριψε το κεφάλι αριστερά δεξιά δεν είδε τίποτε! Σήκωσε τα δυο χέρια ψηλά, ευχαρίστησε τον Θεό της, έσκυψε πήρε τα δώρα της και χάθηκε μέσα στο υπόγειο. Εμείς πανευτυχείς ανταλλάξαμε μια ζεστή αγκαλιά και αποχαιρετιστήκαμε.
Παναγιώτης Φώτου

