Προχθές είχα έναν τρομερό οδοντόπονο! Με ταλαιπώρησε ο πόνος αυτός και δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι όλη την νύχτα. Την επομένη πρωί-πρωί επικοινώνησα με τον οδοντογιατρό και κλείστηκε ραντεβού μαζί του για άμεση επίσκεψη.
Δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω το αυτοκίνητό μου για την μετάβασή μου, δεν αισθανόμουν επαρκής για μια ασφαλή οδήγηση μέχρι το οδοντιατρείο. Επιλογή μου ήταν το ταξί. Η γυναίκα μου όμως, βλέποντάς με να υποφέρω παρακάλεσε τον συγκάτοικο μου, τον Νικόλα, να με εξυπηρετήσει και να με πάει μέχρι τον οδοντογιατρό, μια που ήταν και ο δρόμος του προς την κατεύθυνση που ήταν και ο δικός μου προορισμός. Ο Νικόλας είναι ένας πενηντάρης, άνθρωπος της αγοράς και της πιάτσας από όπου και προσπορίζεται τα προς το ζην. Είναι καλός οικογενειάρχης, πατέρας δύο παιδιών στην εφηβική ηλικία. Αυτός και η γυναίκα του η Λίτσα αγωνίζονται να αναθρέψουν τα βλαστάρια τους κυνηγώντας το μεροκάματο και καμιά φορά για τον Νικόλα και το νυχτοκάματο.
Η σχέση του Νικόλα μαζί μου είναι άκρως εχθρική! Πιστεύει ότι εγώ και η γενιά μου είμαστε η αιτία για το κάθε κακό που συμβαίνει στη χώρα μας. Αιτία της πίστης του αυτής οι διαχρονικές επιλογές μας για τη διακυβέρνηση της πατρίδας. Πιστεύει ο άνθρωπος ότι αυτές οι επιλογές μας είναι η αιτία που η δική του γενιά και αυτές που έρχονται, θα ζήσουν δύσκολες ημέρες. Τον αποφεύγω σαν τον διάβολο που δεν ανέχεται το λιβάνι. Έτσι και εγώ δεν θέλω πολλές κουβέντες μαζί του, γιατί πάντα καταλήγουν σε ασυμφωνία και αδικαιολόγητη στεναχώρια μου. Η σημερινή του προσφορά έγινε, πρέπει να το ομολογήσω, με μεγάλη ενσυναίσθηση στον πόνο μου. Το είδα στο πρόσωπο του και στη συμπεριφορά του μέχρι να μου βάλει να καθίσω στο αυτοκίνητό του. Μόλις μπήκε και αυτός έβαλε μπρος, η πρώτη λέξη που μου είπε ήταν, «Είδες κύριε Παναγιώτη τα datsun του Νικόλα σε πάει στο γιατρό και όχι η ferrari της Πόπης».
Δεν μπορούσα να μιλήσω. Ακόμη και το άνοιγμα του στόματος μου έκανε τον πονόδοντό που με βασάνιζε αφόρητο. Παραξενεύτηκα! Δεν γνώριζα καμιά Πόπη και μάλιστα να έχει Ferrari! Του έκανα νόημα, υψώνοντας τους ώμους μου και με την αντίστοιχη έκφραση άγνοιας στο πρόσωπο για αυτήν την Πόπη. Ακολούθησε το ειρωνικό χαμόγελο του Νικόλα και «Έλα κυρ Παναγιώτη μου, σε τα μας, την Πόπη σας την πολιτευτρια σας λέω, με τα εκατομμύρια και τις ferrari και τις jaguar ντε, του ΟΠΕΚΕΠΕ!». Κατάλαβα που το πήγαινε θα τον είχα να με πιλατεύει με τα πολιτικά δικής του προέλευσης, όπως αυτός τα καταλαβαίνει. Του έκανα νόημα ότι πονάω και να κάνει λίγο γρήγορα. Μου έδειξε ότι μπροστά μας είχαμε το απορριμματοφόρο και έπρεπε να σταματάμε συχνά. Συνέχισε ,με πήρε από την Αυστραλία η ξαδέλφη μου η Σμαραγδή και με ρώτησε αν είναι αλήθεια! Ο κόσμος ολόκληρος έμεινε άφωνος κύριε Παναγιώτη μου!
Δεκατρείς ώρες δουλειάς δεκατρείς ώρες προσφοράς της ζωής μας στο αφεντικό για να κερδίσει περισσότερο! Καθόλου ελεύθερος χρόνος για μένα, για τα παιδιά μου αύριο! Όχι ρε, όχι ρε Π—-δες δεν το ανέχομαι δεν θα περάσει! Το ακούς κύριε Παναγιώτη μου, να το ξέρετε δεν θα περάσει, δε θα μας κλέψετε και τη ζωή μας! Φτάνει! Στη μόνη χώρα του Κόσμου που έγινε το οκτάωρο δεκατρίωρο είναι η Ελλάδα μας, το ξέρεις ! Εδώ ακολούθησε μια βρισιά που δεν γράφεται. Δεν μιλάς κυρ Παναγιώτη, αυτά συμβαίνουν στη χώρα μας και δεν κουνιέται τίποτε! Πες μου συμφωνείς μ’ όλα αυτά! Έτσι πρέπει να είναι η Ελλάδα. Βλέπεις τι γίνεται με τους Φραπέδες και τους Σαράφηδες και βρέθηκε μια Ρουμάνα για να τους ξεσκεπάσει. Εδώ μίλησα, δεν άντεξα «Καλά βρε Νικόλα μην είσαι άδικος! Ο Πρωθυπουργός είπε ότι θα γυρίσουν όλα πίσω, ας έχουμε εμπιστοσύνη και στη δικαιοσύνη, θα κάνει και αυτή την δουλειά της», άλλη άσεμνη λέξη από τον Νικόλα και συνέχεια « Άκουσες τι θα κάνει η Δικαιοσύνη!
Εξάλλου το είπε ξεκάθαρα ο Άδωνης έγραψε στα —- την Ρουμάνα και τις αποφάσεις της για τους Πολιτικούς, η Βουλή αποφασίζει με την πλειοψηφία της και όχι η Ρουμάνα είπε, κατάλαβες. Προχθές στην εξεταστική για τον ΟΠΕΚΕΠΕ έψαχναν τον Μάκη, κανείς δεν τον ήξερε. Εσύ τον ξέρεις κυρ Παναγιώτη! «Που θέλεις να τον ξέρω βρε αγόρι μου εγώ», «όλοι ήξεραν τον Μάκη και κανείς δεν τον ομολόγησε και εσύ τον ξέρεις κυρ Παναγιώτη ένας είναι ο Μάκης του ΟΠΕΚΕΠΕ!». «Κάνε λίγο γρήγορα ρε Νικόλα υποφέρω, σε παρακαλώ!». «Πάω όσο γρήγορα γίνεται. Τι ήταν πάλι αυτό ρε μ@λ@κ@ (ο χαρακτηρισμός για τον ίδιο) με τον Πρωθυπουργό της χώρας μας στην εκδήλωση με τον Τράμπ, σε Παγκόσμια παρουσίαση μάλιστα! Δεν ήξερε που να βάλει τα μάτια του μια τα άνοιγε κάργα μια τα έκλεινε, μια κοίταζε ψηλά, την άλλη κάτω, κάτι γκριμάτσες κάποιου καθυστερημένου και ήταν ο Πρωθυπουργός της χώρας μας.
Δεν υπάρχει κανείς τέλος πάντων να του πει πως πρέπει να εμφανίζεται, την Ελλάδα εκπροσωπεί! Τον είδες κύριε Παναγιώτη. Κούνησα το κεφάλι καταφατικά. «Και εσύ καημένε μου θύμα είσαι (για μένα ήταν αυτό). Αυτοί τα έκαναν όλα έτσι που να κερδίζουν από τις πλάτες μας και να πλουτίζουν. Θα δηλώσουν πάλι τις περιουσίες τους και θα μας τρελάνουν! Άνθρωποι που δεν έχουν δουλέψει ποτέ στην ζωή τους να παρουσιάζουν τεράστιες περιουσίες! Τέτοιες που για εμάς τον λαό που δουλεύουμε από τα γεννοφάσκια μας άπιαστες ούτε στα όνειρά μας! Από πού ρε (ακατάλληλη λέξη)». Δικαιοσύνη σου λένε υπάρχει! Δικαιοσύνη για ποιους μωρέ! Αυτούς δεν τους πιάνει τίποτε, είδες την απόφαση για τους υπαίτιους στο Μάτι με τους εκατό νεκρούς, καμιά ευθύνη σε πολιτικό πρόσωπο που είναι ο αρμόδιος των εντολών και των αποφάσεων, μόνο στα εκτελεστικά όργανα, στους ανθρώπους της δουλειάς δηλαδή και όχι εκεί που πρέπει.
Εντάξει Νικόλα, σταμάτα κάπου δεξιά, φτάσαμε! Σε ευχαριστώ πάρα πολύ παλικάρι μου! Την προσφορά του να με περιμένει για να με γυρίσει πίσω ασφαλώς και δεν την δέχτηκα. Ευτυχώς τέλειωσε το μαρτύριο μου. Δεν ξέρω αν συνεχίζαμε ακόμη λίγο τι άλλο θα έβρισκε για να μου πει. Οι αλήθειες του όμως δυστυχώς όσο και ασυγκρότητα και αν διατυπώθηκαν ήταν ιδωμένες με την καθαρή ματιά του λαϊκού Νικόλα που δύσκολα μπορείς να τις αμφισβητήσεις.
Παναγιώτης Φώτου

