Μένω σ’ ένα υπόγειο χωρίς παράθυρα. Το ξυπνητήρι κι ο θόρυβος του ασανσέρ μου λένε πως ξημέρωσε. Το φως δεν φτάνει ποτέ ως εδώ, μόνο οι ώρες. Φοράω το μπουφάν, βγαίνω στον δρόμο.
του Τάσου Βιζικίδη
Αναγνωρίσιμα πρόσωπα. Τσιγάρα. Ζεστή τυρόπιτα. Καφές στο χέρι. Ασυναίσθητα ανοίγω το βήμα, δρασκελίζω τη λακκούβα. Δεν θυμάμαι πότε έμαθα ακριβώς πού βρίσκεται. Το σώμα μου τη θυμάται καλύτερα από μένα. Ίδιο πρωί. Ίδιοι δρόμοι. Ίδιες φάτσες. Στο φανάρι στεκόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον σαν να περιμένουμε κάτι περισσότερο από το πράσινο. Μόλις αλλάξει το φως, σκορπίζουμε προς την ίδια κατεύθυνση… Λίγο πιο πέρα, ένα παιδί κοιτάζει ψηλά. Ακολουθώ το βλέμμα του ανάμεσα στις πολυκατοικίες, ό,τι κι αν βλέπει δεν καταφέρνω να το δω. Χαμηλώνω το κεφάλι, συνεχίζω. Κάθε σήμερα είναι το αύριο που περίμενα.

