Dark Mode Light Mode

Από το παράθυρό μου: Το Φράγμα

Σούρουπο καλοκαιρινής μέρας. Ο δρόμος άδειος, βουβός. Μόνο ο Σίμος να σέρνει τα βήματά του μετά το εξαντλητικό δωδεκάωρο. Παλιά έκανε και μια βουτιά στη θάλασσα μετά τη δουλειά. Δίπλα την έχει. Μα δεν θυμάται πότε σταμάτησε. Ίσως όταν άρχισε να μετράει κέρματα στη μέση κάθε μήνα. Όταν η ζωή του έγινε λογαριασμοί, προθεσμίες και χρέη.

του Τάσου Βιζικίδη

Κάθε μέρα κάτι μικρό τον γδέρνει. Μια προσβολή, μια ματιά γεμάτη υπεροψία. Εκείνη η σιχαμένη ατάκα των συναδέλφων του: «Να λέμε κι ευχαριστώ που έχουμε δουλειά». Όλα συσσωρεύονται μέσα του σαν νερό πίσω από φράγμα.

Ανοίγει την πόρτα του σπιτιού. Τα λόγια του προϊστάμενου του βαριά, δηλητηριώδη, τριγυρίζουν στο κεφάλι του. Θα μπορούσε να τον είχε πιάσει απ’ το λαρύγγι αλλά σώπασε. Μια ζωή σωπαίνει.

Κάθεται να φάει με τα ρούχα της δουλειάς, δεν έχει το κουράγιο να τα βγάλει. Το παιδί μπροστά στη τηλεόραση αρχίζει τη γκρίνια: «Όλοι πήγαν διακοπές μόνο εμείς μείναμε στη γειτονιά, γιατί δεν είμαστε σαν τους άλλους;»… Η γυναίκα του τού σερβίρει το ίδιο φαγητό, τρίτη μέρα, συμπληρώνοντας με ό,τι βρήκε στο ψυγείο, ελιές, λίγο τυρί.

Θέλει να τον ρωτήσει για το πώς ήταν η μέρα του αλλά βλέπει το πρόσωπό του και σωπαίνει.

Και αυτή κουράστηκε. Και αυτή μετράει κέρματα. Ψάχνει προσφορές. Ντρέπεται στην ουρά του σουπερμάρκετ. Δεν τα λέει σε κανέναν τα μαζεύει μέσα της. «Δεν πειράζει…» λέει του παιδιού «Αύριο θα ξημερώσει καλύτερη μέρα και για εμάς…»  

Ο Σίμος κοιτάει το πιάτο του, ξέρει πως τίποτα δεν θα αλλάξει «αύριο». Κι αυτή η φράση που κάποτε τον παρηγορούσε, τώρα του φαίνεται χλεύη χειρότερη κι απ’ τη ζωή του.

Το σπίτι του τακτοποιημένο μα κουρασμένο. Οι τοίχοι έχουν απορροφήσει τα «δεν πειράζει», τα καταπιεσμένα «ως πότε;». Η γυναίκα του μιλάει όλο και πιο χαμηλόφωνα, λες και η φτώχεια βάρυνε και τη φωνή της.

Κι εκείνος, κάθε μέρα που περνά, νιώθει πιο μικρός, πιο περιττός, πιο ξένος μέσα στο ίδιο του το σπίτι.

Τώρα, αισθάνεται τα χέρια του να τρέμουν, το βλέμμα του σκοτεινιάζει. Σφίγγει το ποτήρι. Τα δάχτυλα ασπρίζουν. Ξεχείλισε το φράγμα… Πετάει το ποτήρι στον τοίχο  ̶  γυάλινα θραύσματα παντού. Η γυναίκα του πισωπατάει βγάζοντας μια κραυγή. Το παιδί με ένα σάλτο βρίσκεται στο δωμάτιο η πόρτα του βροντάει.

Σπρώχνει πίσω την καρέκλα που πέφτει με θόρυβο. Πετάει το φαγητό από το παράθυρο. Χτυπάει το χέρι στο τραπέζι ξανά και ξανά «Δεν αντέχω άλλο, δεν μπορώ…» φωνάζει και η φωνή του βγαίνει ξένη, βρυχηθμός όχι λόγος. Η γυναίκα του ακίνητη στη γωνία, αμίλητη.  Έχει ξαναδεί αυτό το βλέμμα, όχι στον άντρα της στον πατέρα της.

Όταν όλα ηρεμούν, το δωμάτιο μυρίζει ενοχή. Σκύβει, μαζεύει τα γυαλιά, κόβεται στα δάχτυλα .Το αίμα του στάζει στα πλακάκια. Δεν νιώθει πόνο· είναι υπενθύμιση   ̶  το μέσα του έχει σπάσει πολύ πριν το ποτήρι.

Την επόμενη μέρα ο Σίμος δεν πήγε στη δουλειά. Περπάτησε ως τη θάλασσα. Κάθισε ώρες κοιτώντας το νερό, ήρεμο, αδιάφορο, όπως ο κόσμος γύρω του. Προσπαθούσε να καταλάβει πότε υψώθηκε το φράγμα μέσα του. Του ήρθαν στο μυαλό μέρες ταπείνωσης, νύχτες αγωνίας, χρόνια σιωπής. Πώς τρύπωσαν σε κάθε ρωγμή του φράγματος οι σπόροι της οργής και ροκάνισαν σιγά σιγά το τσιμέντο;

Γύρισε σπίτι αργά. Η γυναίκα στην κουζίνα. Το παιδί στο δωμάτιο. Αυτός στον καναπέ να κοιτάζει το ταβάνι. Από την κουζίνα η ανοιχτή βρύση σιγοντάριζε το χαμηλό κλάμα της γυναίκας του. Ο γιος του μιλούσε στο τηλέφωνο: «Δεν ξέρω τι έγινε, φοβάμαι…»

Ξημέρωσε. Ο Σίμος σηκώθηκε, φόρεσε τα καλά του και τράβηξε για το εργοστάσιο. Ο σάκος στον ώμο του γεμάτος πέτρες.

Μία μία τις πετούσε στα τζάμια. Κάθε τζάμι που έσπαζε τον αλάφρωνε. Κανείς δεν τον σταμάτησε. Πίσω από τα σπασμένα παράθυρα, οι συνάδελφοι κοιτούσαν σιωπηλοί. Έγραψε στον τοίχο με μαύρο σπρέι «ΠΟΤΕ ΠΙΑ».

Αργά το απόγευμα ήρθαν για τον Σίμο. Από το παράθυρό μου τα είδα όλα. Δεν κουνήθηκα, δεν μίλησα. Άγαλμα όπως κι όλοι οι άλλοι.

Προηγούμενο άρθρο

Κυκλοφοριακές ρυθμίσεις στις ε.ο. Δράμας- Καβάλας και Καβάλας-Ξάνθης λόγω ασφαλτοστρώσεων

Επόμενο άρθρο

Στέλιος Κατρακυλάκης: «Απόφαση καρδιάς να γυρίσω στην ομάδα!»