Dark Mode Light Mode

Από το παράθυρό μου: Τζίμης ο Χτικιός

Το σπίτι μου στην άλλη πλευρά της πόλης, εκεί όπου τα εργοστάσια πέθαναν πριν χρόνια, εκεί που το βράδυ οι σωλήνες στενάζουν, το ξύλο τρίζει κι όλο το τετράγωνο ανασαίνει σαν ετοιμοθάνατο θηρίο. Μερικές φορές θαρρώ πως ακούω βήματα στο δρόμο και βγαίνω στο παράθυρο. Κανείς. Μόνο η μηχανή μου σκονισμένη, ακίνητη σαν ζώο που κοιμάται με ανοιχτά μάτια.

του Τάσου Βιζικίδη

Ξένος δεν πλησιάζει εδώ. Οι βαριές σκιές των κλειστών εργοστασίων και τα σκουπίδια που μπερδεύονται στα πόδια τους σαν ζωντανά πράγματα τρομάζουν και τους πιο θαρραλέους. Κάποιοι λένε μάλιστα πως όταν ο βοριάς γλιστράει από τα σπασμένα παράθυρα ακούνε χαχανητά και ψιθύρους όπως όταν σχολούσαν οι τελευταίες βάρδιες. Εμείς ξέρουμε. Είναι οι άνθρωποι που δούλεψαν εδώ και δεν έφυγαν ποτέ πραγματικά, απλώς άλλαξαν τρόπο να υπάρχουν.

Ανάμεσα στα σκελετωμένα εργοστάσια ξετυλίγονται οι ζωές μας. Οι γείτονες ξεπλυμένοι από όνειρα, εγώ από κουράγιο. Και όμως κάτω από την τόση σκουριά υπάρχουν θαμμένες αναμνήσεις. Στους περιβόλους των εργοστασίων τα πρώτα μου ραντεβού με τη Μαρία. Τότε, δεν χαράζαμε το «σ΄ αγαπώ» σε κορμούς, το γράφαμε με σπρέι στους τοίχους. Το δικό μας είναι ακόμη εκεί, ξεθωριασμένο, όμως αν ξέρεις πού να κοιτάξεις το βλέπεις να ανασαίνει. Η Μαρία μιλούσε για δρόμους, για κόσμους που άνοιγαν μπροστά της σαν χάρτης. Γελούσε δυνατά «Θα ταξιδεύουμε μέχρι τα γεράματα…» Έκανα οικονομίες, αγόρασα μηχανή. Πριν προλάβω να της πω «έλα» έφυγε. Το εργοστάσιο που δούλευε ο πατέρας της έκλεισε, μαζί του έκλεισε και εκείνη. Από τότε μου έμεινε η μηχανή, αλλά κι αυτή τρίζει πλέον λες και με βαρέθηκε.

Όταν μπαίνω στο κέντρο της πόλης νιώθω τα λοξά βλέμματα. Δεν χρειάζεται να μου μιλήσουν, ξέρουν από που έρχομαι. Εγώ δεν τους βλέπω καν. Τα μαλλιά μου σταχτιά, το δέρμα μου σκληρό από σκόνη και δρόμο. Ο ήλιος που πέφτει στο πρόσωπό μου αφήνει σημάδια σαν εγκαύματα. Κάποτε με φώναζαν Τζίμης ο Χτικιός  ̶  από εκείνο το βράδυ που η μηχανή τα έφτυσε κι εγώ από πάνω της την κλοτσούσα ουρλιάζοντας: «Με χτίκιασες…» Τώρα είμαι «ένας τύπος που δεν έχει που να σταθεί» και ας στέκομαι…

Οι περισσότεροι της γειτονιάς χάθηκαν στο χείμαρρο της ανεργίας. Όσοι τα κατάφεραν μετακόμισαν και τώρα με κοιτάνε πίσω από τις γρίλιες. Καθωσπρέπει, τακτοποιημένοι, πνιγμένοι σε δάνεια και χάπια. Φοβούνται να γυρίσουν, να δουν τι άφησαν πίσω. Εγώ όχι. Εγώ κατεβαίνω κάθε βράδυ εκεί που κανείς τους δεν τολμά.

Τα σκαλάκια για το «El corazón» τα κατεβαίνεις μόνο αν δεν έχεις τίποτα να χάσεις. Κάθε βράδυ ο Μάκης πίσω από το μπαρ με χαιρετάει με το ίδιο νεύμα. Δεν χρειάζονται λέξεις, εδώ οι λέξεις κολλάνε στο λαιμό. Η μπύρα, το ουίσκι, το τσιγάρο όλα έχουν την ίδια γεύση της στάχτης.

Στη γωνία ο Βάγγος ο ποντικομούρης παίζει πόκερ με δυο Αλβανούς και έναν Ασιάτη. Τους κοιτάζω να μοιράζουν την τράπουλα σαν να μετράνε χρόνια κι όχι χαρτιά.

Εδώ κανείς δεν ρωτάει τίποτα. Οι ιστορίες είναι βαριές και αν τις αγγίξεις ανοίγουν πληγές που δύσκολα κλείνουν. Εγώ κάθομαι στην ίδια καρέκλα. Όλοι εδώ περιμένουμε κάτι που δεν θα ‘ρθει ποτέ. Τα εργοστάσια που δεν θα ανοίξουν. Μια Μαρία που δεν θα φανεί ούτε ως ανάμνηση.

Αλλά κάθε βράδυ κατεβαίνουμε τα σκαλάκια. Γιατί εδώ, στο «El corazón», δεν χρειάζεται να προσποιούμαστε πως υπάρχει μέλλον.

Κάποιος μου είπε πως ανοίγουν καινούργιο εργοστάσιο στα βόρεια. Αλήθεια, ψέματα, την επόμενη μέρα καθάρισα τη μηχανή, έλουσα τα μαλλιά, ξυρίστηκα. Στο «El corazón», ο Μάκης σήκωσε φρύδι. «Πας κάπου;…», «Μπορεί…» του είπα. Πώς να του εξηγήσω ότι όταν είμαι στο δρόμο, δεν είμαι ο Τζίμης ο Χτικιός. Είμαι απλώς ένας που πάει κάπου. Ένας που από το μισάνοιχτο παράθυρό του άκουσε τον ήχο, εκείνον το μεταλλικό ήχο της μπίλιας που ανακατεύει το χρώμα στο σπρέι, σαν κάλεσμα από κάποιο τοίχο να ξαναγράψω πάνω του…

Προηγούμενο άρθρο

2, 3, πολλοί Δάσκαλοι Κορυφών*

Επόμενο άρθρο

Μήνυμα του Σεβ. Μητροπολίτη Στέφανου για το 2026: «Ας ξεκινήσουμε τον χρόνο με πίστη, μετάνοια και αγάπη!»